Η ποίηση του Άρη Αλεξάνδρου – Η ανύψωση της αριστερόστροφης ιδεολογίας μέσω της αποκαθήλωσής της 

Στη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική «σκηνή» η διάσπαση της αριστεράς, η ανάδυση δεξιόστροφων έως και ακροδεξιών τάσεων, αλλά και η ιστορική πορεία τού σοσιαλισμού–κομμουνισμού, που, αν και ανέδειξε τα όριά του, ταυτόχρονα και συνειδησιακά παραμένει εγγεγραμμένος ως ανάγκη για αλλαγή κοινωνική, οικονομική και εν γένει ιδιοσυγκρασιακή και ο γενικότερος διανοητικός και πνευματικός σκοταδισμός ως απότοκο του καπιταλισμού, θέτουν στο επίκεντρο την επανεξέταση της λογοτεχνίας αριστερών και δη κομμουνιστών συγγραφέων. Οι τελευταίοι μπορούν να δώσουν το έναυσμα με τη βαθιά σκέψη τους και τη βιωμένη και λογοτεχνική ενσαρκωμένη εμπειρία τους για αναστοχασμό στο παρόν και κοινωνική ανατροπή. Το βίωμα και η ιστορία ενσωματωμένα στη λογοτεχνία –ακόμα και μέσα από τη στηλίτευση των αστοχιών τής κομμουνιστικής αριστεράς– μπορούν να συνεισφέρουν σε μια πιο συγκροτημένη δράση και δραστική αλλαγή απέναντι στην ανισότητα, την αδικία και την υποκρισία. Έτσι, στο παρόν δοκίμιο επιχειρείται, με έναυσμα έναν από τους αντιπροσωπευτικότερους εκπροσώπους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, τον Άρη Αλεξάνδρου, να διατυπωθούν αναστοχαστικοί προβληματισμοί για το ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η λογοτεχνία στις σύγ-χρονες κοινωνικές συνθήκες και δη στο ρόλο τής συσπείρωσης και τής ενδυνάμωσης της αριστεράς.

Η ποίηση του Αλεξάνδρου είναι οπωσδήποτε πολιτική –ας μη παραβλεφθεί η επιρροή τής ποίησής του από την κρίση των ιδεών της αριστεράς από το 1955 και εξής και από τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968– αλλά όχι μόνο. Είναι και υπαρξιακή, είναι μια ποίηση βιοθεωρίας. Ο Αλεξάνδρου ιδεολογικά και καλλιτεχνικά διέρχεται μέσα από τρεις φάσεις.
Η πρώτη φάση περιλαμβάνει την πίστη στην κομμουνιστική ιδεολογία. Μάλιστα, στην πρώτη του συλλογή με τίτλο «Ακόμα τούτη η Άνοιξη», φαίνεται έκδηλα ο νεανικός ενθουσιασμός και το πνεύμα τής αγωνιστικότητας στην προοπτική επίτευξης του σοσιαλιστικού ονείρου. Σ’ αυτήν την περίοδο «συγγενεύει» ιδεολογικά με την προηγούμενη γενιά και δη με το Γιάννη Ρίτσο και εν γένει με τους στρατευμένους τής εποχής του 1.
Στη δεύτερη φάση παρατηρείται η αμφισβήτηση της κομματικής οργάνωσης. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύεται και από την επόμενη συλλογή 1952 με τίτλο «Η Άγονος γραμμή», η οποία περιλάμβανε ποιήματα γραμμένα στην εξορία στα χρόνια 1947-52 και φαίνεται η απομάκρυνση από την αγωνιστική φάση 2 σε αντίθεση με την προηγούμενη συλλογή. Κυριαρχεί η απογοήτευση λόγω της διάλυσης του οράματος και η υπαρξιακή αμηχανία, το υπαρξιακό αδιέξοδο.

Στην τρίτη φάση, ο Αλεξάνδρου δομεί μια ιδεολογία μαρξιστικού υπερρεαλισμού στην οποία κυριαρχεί η πνευματικότητα και η κρίση μαζί με την απόρριψη του κόμματος ως «πηγή υποδούλωσης του νου». Ποιητικά η τρίτη αυτή φάση και αποτυπώνεται με τη χρήση ειρωνείας και παίρνει σάρκα και οστά το 1959 στην ποιητική συλλογή με τίτλο «Ευθύτης Οδών». Η γραφή είναι όχημα ελευθερίας και πνευματικής ανάτασης, ενώ αναδεικνύεται, παράλληλα, η ατομικότητα.

Το πρώτο ποίημα της συλλογής ξεκινά με τη φράση: «Η ποίηση είναι μια υπόθεσις αντικοινωνική» όχι με σκοπό την αποστέρηση της πολιτικοκοινωνικής χροιάς της ποίησης, αλλά με στόχο την προβολή τής ταυτότητας του «μαρξιστή γραφείου» και την αποποίηση της πολιτικής πράξης. Στρατευμένος στην ιδέα και όχι στην πολιτική της. 3 Η γραφή και όχι η πράξη είναι αυτή που έχει τη δυναμική να ανακινήσει τη συζήτηση στον ιδεολογικό χώρο τής αριστεράς και να κινητοποιήσει την ελεύθερη διατύπωση απόψεων των αγωνιστών. Θέτει επομένως –μέσω τής ποίησής του– την αναγκαιότητα για συζήτηση θεμάτων μαρξισμού, ιδεολογίας και πολιτικής κατεύθυνσης μέσα στην αριστερά. Ενδεικτικά, από την τρίτη αυτή φάση, προσεγγίζουμε το ποίημα, «Το μαχαίρι». Ένα ποίημα τόσο ετεροαναφορικό σε όλους τους στρατευμένους, όσο και αυτοαναφορικό στον ίδιο του τον εαυτό:

Όπως αργεί τ’ ατσάλι
να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς.
μην ξιπαστείς απ’ τη λαμπρή
αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.
Εδώ, οι λέξεις είναι το υλικό
από το οποίο φτιάχνεται η ποίηση,
όπως το μαχαίρι φτιάχνεται από ατσάλι.

Στους παραπάνω στίχους υποκρύπτεται η αγωνία τού ποιητή να «ακονίσει» καλά τις λέξεις του, τα όπλα του, μέχρι να γίνουν «κοφτερά», δηκτικά και να έχουν έναν κοινωνικοπολιτικό προσανατολισμό. Ο ποιητής είναι τεχνίτης και «ακονίζει» τα εργαλεία του. Αυτό που αναδεικνύεται δεν είναι ο βλαπτικός τρόπος χρήσης τού μαχαιριού, αλλά οι ιδιότητές του ως κοφτερού και χρήσιμου, οι οποίες μεταβιβάζονται –ή τουλάχιστον ο Αλεξάνδρου ελπίζει και πασχίζει– να μεταβιβαστούν στις λέξεις (Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι/έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο). Η έγνοια τού Αλεξάνδρου είναι οι λέξεις και οι ιδιότητες που φέρουν, είναι η «παίδευση» με την ποιητική γραφή. Βέβαια, αυτή η τάση φαίνεται να απομακρύνει το κέντρο τής προσοχής από τη λειτουργία τής ποίησης ως ολότητας και να το αποδίδει στη γραφή και τις λέξεις. Είναι σαν να περιχαρακώνεται ο κοινωνικός ρόλος τής ποίησης και να αναζητείται η ποιητική ουσία. Οι λέξεις, όμως, δεν παύουν να έχουν ενδιάθετη δύναμη και να επιτελούν κοινωνικοπολιτικό ρόλο.

Παράλληλα, στο ποίημά του με τίτλο «Τεκμήριο» ο Αλεξάνδρου αποτυπώνει:

Μια μέρα τούτο το βιβλίο
θα βρίσκεται στην έδρα του δικαστηρίου
δίπλα σε σκουριασμένους σιδεροσωλήνες
οδηγούς ρητορικής σε χάρτες επιτελικούς
κομμάτια ασβέστη από σπασμένα αγάλματα.
Θα βρίσκεται κι αυτό κιτρινισμένο
δίπλα στα τεκμήρια
σαν νεκροκεφαλή
της δεκαετίας μου
που σεις δολοφονήσατε,
εσείς πολεμοκάπηλοι,
εσείς ψευτοκομμουνιστές.

Αυτό το ποίημα λειτουργεί μαζί με άλλα αντικείμενα, ως τεκμήριο μιας εποχής πολιτικής απολυταρχίας και ιδεολογικού δογματισμού. Ο Αλεξάνδρου γράφει το ποίημα μετά το θάνατο του Ιωσήφ Στάλιν και επηρεασμένος από τις αποφάσεις τού 20ού Συνεδρίου τού Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης. Η ποίηση εδώ λειτουργεί ως μαρτυρία που κατέγραψε το έγκλημα και το θάνατο, το θάνατο της ζωής και των ιδανικών λόγω τής εξορίας, τής φυλάκισης και τής απομόνωσης του Αλεξάνδρου. Οι κατηγορούμενοι είναι δακτυλοδεικτούμενοι: εσείς πολεμοκάπηλοι εσείς ψευτοκομμουνιστές. Η ποίηση εδώ μετατρέπεται σε πολιτικό μανιφέστο, προσλαμβάνοντας έναν χαρακτήρα καταγγελτικό.

Παρόλο που τα παραπάνω ποιήματα εντάσσονται στην κατηγορία των ποιημάτων «η ποίηση για την ποίηση», επιτελούν και μια ιδεολογικο-πολιτική λειτουργία, που έχει στόχο την κοινωνική αναμόρφωση και την καταγγελία. Ο Άρης Αλεξάνδρου, δηλαδή, δίνει το έναυσμα να συζητήσουμε πάνω σε θέματα αριστεράς και ιδεολογίας. Μέσα από την απάρνηση και την αποδόμηση της στράτευσης και των παραγόντων της κομμουνιστικής αριστεράς –περισσότερο σε ένα φαινομενικό και επιφανειακό επίπεδο– και με απόλυτη προσήλωση και επιμονή στην κατάλληλη λέξη, δεν παύει να αγωνίζεται ενάντια στην αδικία, στην ανισότητα, στα ιδανικά. Ο ποιητής έδειξε πρώτος το δρόμο, προσπαθώντας να δομήσει τη δική του αλήθεια μέσα στο πλαίσιο του μαρξισμού, χωρίς να μπορεί να φύγει από την κομμουνιστική στράτευση, υπηρετώντας πιστά τη στρατευμένη τέχνη, ακόμα και στα σημεία που φαίνεται να την αποκηρύττει. Η ποίησή του, εξάλλου, είναι βαθιά πολιτική.

Όπως ο Αλέξανδρου, λοιπόν, ως εργάτης τού πνεύματος, όπως εμείς ως εργάτες τού πνεύματος, έτσι και εσείς, ο καθένας χωριστά, ας αναστοχαστείτε με βαθιά συνείδηση και βαρύ ιδεολογικό οπλισμό για την αντίσταση σε κάθε αδικία και διάκριση. Μόνο με την πνευματική ενδυνάμωση και την απόκτηση γνωστικών εφοδίων θα επιτευχθεί η συσπείρωση των ανθρώπων σε έναν πραγματικό αγώνα για αξίες ιδανικά και για έναν καλύτερο κόσμο με αξιοπρεπή διαβίωση, χωρίς φτώχεια, πολέμους και εκμετάλλευση. Η γνώση πρέπει να διαχυθεί σε όλους, στο λαό, στον/την εργάτη/τρια και στο/τη μαθητή/τρια, στον/την καθένα/καθεμιά χωριστά και σε όλους/ες συλλογικά.

*Με αφορμή την ποιητική συλλογή του Άρη Αλεξάνδρου «Ευθύτης Οδών» (1959).

Σημειώσεις

  1. Αγγελής, Δ., «Η ποίηση του Άρη Αλεξάνδρου», Ηλεκτρονικό Φρέαρ (25.02.2016), http://frear.gr/?p=12848 (ημερομηνία πρόσβασης 05/9/2024).
  2. Δ. Ν. Μαρωνίτης Ποιητική και πολιτική ηθική. Πρώτη μεταπολεμική γενιά. Αλεξάνδρου-Αναγνωστάκης-Πατρίκιος, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1995, σελ. 56.
  3. Δ. Ραυτόπουλος, Άρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος, εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα, 2004, σελ. 123.

**Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Η Σπορά”, εξαμηνιαία έκδοση του Μετώπου Αριστερών Συγγραφέων, Τεύχος 3, Μάρτης 2025.

Zahra Pourazizi, Τρία ποιήματα

ΤΟ Ε ΤΟΥ ΕΜΕΙΣ: ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ (ΘΗΛ.)

“Δεν πεθαίνεις. Το όνομά σου γίνεται σύμβολο”
(Επιγραφή στον τάφο της Τίνα Μάχζα Αμίνι)

Ο όλεθρος ματώνει τον ουρανό πέρα ως πέρα
Τα μάτια μας μαύρα στο χρώμα του τυφλού πένθους
Βουτάμε τους χτύπους της καρδιάς μας στο κόκκινο

Ο θάνατος μας φοβάται
Ο πόνος αναβλύζει από τις φλέβες μας
Η οργή ξεριζώνει σφαίρες απ΄τα κορμιά μας

”Να μας φοβάστε!” ”Να μας φοβάστε!”
“Είμαστε μια γροθιά!”
Τα λαρύγγια μας σας κόβουν τ’ αυτιά

Το μαύρο μου χρώμα ξυπνάει το Ε στο σώμα της Επανάστασης
Το κόκκινο το δικό σου της χαϊδεύει το δέρμα
Θα κοιμηθούμε σε νεκροταφεία προσφύγων, όμως
Δεν θα πεθάνουμε ποτέ.

*

ΟΙ ΦΛΕΒΕΣ

Εμπιστεύσου μου τις φλέβες σου!
Θα τις τυλίξω γύρω απ’ το λαιμό μου
Θα βάψω τα χείλη μου με το αίμα σου
Θα καλλωπιστώ
Θα χυθώ στα ξερά ποτάμια που εγκατέλειψαν τα κέντρα των πόλεων

Η φρικαλεότητα του Νοέμβρη έκανε το δέρμα του κρανίου μου να σκάσει
Πού έχω κρύψει τις αναμνήσεις μας;
Δεν θυμάμαι πια
Απ’ το στέρνο σου τρέχουν ούρα πάνω στο ορατές φλέβες της καρδιάς σου
“Προς τα πού απέδρασαν οι αληθινοί αριθμοί;” με ρωτάς

Πρέπει να τρως κρέας
Σου στέλνω σπαράγματα του κορμιού μου
Στα δάχτυλά σου το κρασί κλαίει
Μεταμορφωμένο σε άλογο,
το λαρύγγι μου τρομάζει
“Αχ, είσαι το πιο όμορφο πλάσμα του κόσμου!”
μου ψιθυρίζεις στο αυτί
τραβώντας το μαχαίρι
για να σφάξεις το θύμα σου

*

Ο ΧΡΟΝΟΣ

Το “εγώ” μου πραγματώνεται
μέσα
στον ύπνο του χρόνου

Το νεογέννητο των γειτόνων
φτύνει το βυζί
της μάνας του
στον δρόμο
για το αστυνομικό τμήμα

Η φωνή
ιδρώνει
στις εφτά το βράδυ

Το κρανίο
φτερνίζεται,
εκκρίνει μπλε ακτίνες

Κανείς δεν θα φροντίσει για το πρωινό ξύπνημα

Άθικτη,
η νύχτα παραμένει.

*Τα ποιήματα αυτιά δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ΄’Τεφλόν”, Τεύχος 32, Χειμώνας-Άνοιξη 2025. Μετάφραση: Δήμητρα Λ. Νικολοπούλου.

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Δύο ποιήματα

ΥΨΩΜΑ 736

Μια μέρα θα το ρίξουμε στην εφαρμοσμένη
κβαντομηχανική, στα οδοφράγματα
ή στα ψώνια

όλου του κόσμου οι ξώφαλτσες, τα καρφιά
οι βίδες μες στις χύτρες ταχύτητας
στο απώτερο μέλλον θα δικαιωθούν
έστω λίγο

για την ώρα ας κάνει ο καθείς ό,τι μπορεί
με τα ξυραφάκια στα μανταρίνια
με τον ελεύθερο σκοπευτή στις έθνικ συναυλίες
το πριονισμένο δίκαννο και τ’ αχόρταγο
φλογοβόλο της marvel

το μίσος στριφογυρνά σαν πασχαλιάτικο αρνί
που συναινεί κάθε που τσιμπολογάς
πάνω απ’ τη σούβλα γλυκάδια

γι’ αυτό ας κάνει ο καθείς ό,τι μπορεί
με τη διάφανη τεφροδόχο
τη χοάνη του μουσκέτου που φράκαρε
τον κιμά
που εξέχει του στομίου
της κρεατομηχανής έστω συμβολικά

το ύψος των περιστάσεων μας καλεί
να κρατηθούν τα κάρβουνα αναμμένα
μια μέρα θ’ ανταμώσουμε
στην άλλη πλευρά της φωτιάς

*

JESSE

Ο λόγος που υπάρχουν τα περιθώρια
είναι για να στενεύουν
απ’ την παλίρροια
μονάχα οι σωματέμποροι θα σωθούν

η δεξίωση αρχίζει κύριε Όουενς

σταματήστε σας παρακαλώ να σαλτάρετε
πάνω απ’ τα χαρτόκουτα των αστέγων

οι σκάλες προορίζονται
μόνο για τους λευκούς συναθλητές σας,

όχι από εκεί κύριε Όουενς

χρησιμοποιήστε καλύτερα
τον ανελκυστήρα εμπορευμάτων

*Από τη συλλογή “Δίστομο”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2025.

Μαχμούντ Νταρουίς, Και επέστρεψε σε… σάβανο

1
Μιλούν στη χώρα μας
μιλούν με μελαγχολία
για το φίλο μου που έφυγε
κι επέστρεψε σε σάβανο
Το όνομά του ήταν…
Μην ανακαλείτε το όνομά του!
Αφήστε το στις καρδιές μας
Μην αφήσετε τη λέξη
να χαθεί στον άνεμο, όπως η στάχτη
Αφήστε τον, πληγή αιμορραγούσα
ο επίδεσμος δε βρίσκει
δρόμο γι’ αυτή
Φοβάμαι, αγαπημένοι μου
Φοβάμαι, ορφανοί μου
Φοβάμαι μην τον ξεχάσουμε
μέσα στην πληθώρα ονομάτων
Φοβάμαι μη διαλυθεί
στους στόβιλους του χειμώνα!
Φοβάμαι μην αποκοιμηθούν στις καρδιές μας
οι πληγές μας..
Φοβάμαι μην αποκοιμηθούν!

2
Η ζωή… η ηλικία ενός βλαστού
που δε θυμάται τη βροχή
Δεν έκλαψε κάτω απ’ το μπαλκόνι του φεγγα-
ριού
Δεν πάγωσε το χρόνο με το ξενύχτι
Δεν έσφιξαν τα χέρια του
κοντά σε κάποιον τοίχο
Δεν ταξίδεψαν πίσω απ’ την κλωστή του πόθου
τα μάτια του!
Και δε φίλησε κάποια όμορφη..
Δε γνώρισε ερωτόλογα
παρά μόνο σε τραγούδια ενός τραγουδιστή
που τον μπέρδεψε η ελπίδα
δεν είπε στην όμορφη: αχ, θεέ μου!
Μονάχα δυο φορές!
Δε γύρισε το βλέμμα της,
δεν του ’δωσε παρά την άκρη του ματιού της
Tο αγόρι ήταν μικρό…
Έτσι έφυγε απ’ το δρόμο της
και δε σκέφτηκε πολύ τον έρωτα!

3
Μιλούν στη χώρα μας
μιλούν με μελαγχολία
για το φίλο μου που έφυγε
κι επέστρεψε σε σάβανο
δεν είπε όταν ζωντάνευαν τα βήματά του
πίσω απ’ την πόρτα
στη μάνα του: αντίο!
Δεν είπε στους αγαπημένους, στους φίλους:
τα λέμε αύριο!
Δεν άφησε γράμμα
όπως συνηθίζουν οι ταξιδιώτες
που να λέει: επιστρέφω,
για να σβήσουν οι αμφιβολίες
δεν έγραψε ούτε λέξη
που να φωτίσει τη νύχτα της μάνας του,
που μιλά στον ουρανό και στ’ αντικείμενα,
λέει: εσύ, μαξιλάρι στο κρεβάτι!
εσύ, τσάντα με τα ρούχα!
εσύ, νύχτα! εσείς, άστρα!
εσύ, θεέ! εσείς, σύννεφα!:
Δεν είδατε κάποιον περιπλανώμενο
με μάτια σαν δυο άστρα;
Τα χέρια του δύο καλάθια με βασιλικό
το στήθος του μαξιλάρι
των άστρων και του φεγγαριού
τα μαλλιά του κούνια
για τον άνεμο και τα λουλούδια!
Δεν είδατε κάποιον περιπλανώμενο
κάποιον ταξιδιώτη που δεν ξέρει από ταξίδια!
Έφυγε χωρίς φαΐ, ποιός θα ταΐσει το παλικάρι
αν θα πεινάσει στο δρόμο;
Ποιός θα ελεήσει τον ξένο;
Η καρδιά μου
σύντροφος στις συμφορές του δρόμου!
Η καρδιά μου μαζί σου,
παλικάρι μου, παιδάκι μου!
Πείτε της: εσύ, νύχτα, κι εσείς, άστρα!
Εσείς δρόμοι! Κι εσείς, σύννεφα!
Πείτε της: δε θα πάρεις απάντηση
έτσι η πληγή θα είναι πάνω στα δάκρυα
πάνω στη θλίψη και στα βάσανα!
Δε θα πάρεις απάντηση
δε θα περιμένεις πολύ
επειδή αυτός..
επειδή αυτός πέθανε, δεν πρόλαβε να μεγαλώσει!

4
Εσύ, μάνα του!
Μην ξεριζώνεις τα δάκρυα!
Το δάκρυ, μάνα, έχει ρίζες,
μιλά με το βράδυ κάθε μέρα..
Λέει: εσύ, νυχτερινό καραβάνι!
Από πού περνάς;
Μπούκωσαν οι δρόμοι του θανάτου
Τους έφραξαν οι ταξιδιώτες
Έφραξαν οι δρόμοι της θλίψης
Ας σταματούσες δυο λεπτά
δυο λεπτά!
Για να σκουπίσεις το μέτωπο και τα μάτια
για να πάρεις κάτι απ’ τα δάκρυά μας
για ενθύμιο
για όσους πέθαναν πριν από μας
για τους αγαπημένους μας ξενιτεμένους
εσύ, μάνα του!
Μη ξεριζώνεις τα δάκρυα
Άσε στο πηγάδι της καρδιάς δυο δάκρυα!
Ίσως πεθάνει ο πατέρας του
ο αδερφός του
ή ο φίλος του, εγώ
άσε για μας,
για τους νεκρούς του αύριο,
έστω δυο δάκρυα
δυο δάκρυα!

5
Μιλούν στον τόπο μας πολύ για το φίλο μου
διαπέρασαν οι ριπές τα μάγουλά του
και το στήθος του και το πρόσωπό του
Μην αναλύετε τα πράγματα!
Εγώ είδα την πληγή του
και πρόσεξα πολύ τις διαστάσεις της
«πονάω τα παιδιά μας
και κάθε μάνα που αγκαλιάζει το κρεβάτι!»
Εσείς, φίλοι αυτού που έφυγε μακριά
μη ρωτάτε: πότε θα επιστρέψει
μη ρωτάτε πολλά
μόνο ρωτήστε:
πότε θα ξυπνήσουν οι άντρες!

*Μετάφραση: Ευτυχία Κατελανάκη
**Δημοσιεύτηκε στο “Λογοτεχνικό Δελτίο”, τεύχος 33, Μάρτης 2025.

Jeltje Fanoy, Migration (1960s) / Μετανάστευση

For some unknown reason to us
Mother couldn’t, or, wouldn’t drive,
failing driver’s licence examinations
though a car would have made her
Queen of the Road, she was
happy for Father to drive us around
while they were arguing, from maps,
about where, on Earth, they might be
going, and we sat meekly in the back,
vouching to get our licences as soon
as we’d leave home, and the three of us
sang many songs, in all of the parts,
as much as we could, without our
parents ever joining in, I can’t even
remotely recall my father ever singing
though he whistled softly when raking
the leaves and grass, or, in the garden
at night, gazing at the Australian stars

Για κάποιον άγνωστο σε εμάς λόγο
η μητέρα δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να οδηγήσει,
αποτυγχάνοντας στις εξετάσεις για την άδεια οδήγησης.
αν και ένα αυτοκίνητο θα την έκανε
Βασίλισσα του Δρόμου, ήταν ευτυχής
που ο Πατέρας μας οδηγούσε,
ενώ εκείνοι διαφωνούσαν, από χάρτες,
για το πού, στη Γη, μπορεί να πήγαιναν,
και εμείς καθόμασταν σεμνά στο πίσω μέρος,
εγγυώμενοι να πάρουμε τα διπλώματά μας μόλις
φύγουμε από το σπίτι, και οι τρεις μας
τραγουδούσαμε πολλά τραγούδια, σε όλους τους ρόλους,
Όσο πιο πολλά μπορούσαμε, χωρίς
οι γονείς μας να συμμετέχουν ποτέ, δεν μπορώ
να θυμηθώ ούτε κατά διάνοια
τον πατέρα μου να τραγουδάει ποτέ
αν και σφύριζε απαλά όταν σκούπιζε τα φύλλα
και το γρασίδι, ή, στον κήπο τη νύχτα,
ατενίζοντας τα αυστραλιανά αστέρια

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

**Η Jeltje Fanoy ασχολείται με την ποίηση και τους μικρούς εκδοτικούς ποίησης στη Μελβούρνη από τη δεκαετία του ’70. Εξερευνά θέματα διασποράς σε όλη τη συγγραφική της δραστηριότητα από την έκδοση της πρώτης της συλλογής Living in Aboriginal Australia το 1988.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Φοβάμαι 

Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
“Δώστε τη χούντα στο λαό”.

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου ‘κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα ‘σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και “απόψεις”.

Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.

Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

*”Ποιήματα”, Eκδόσεις Νεφέλη.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Υστεροφημία

Είπες, κάποτε αυτά τα ποιήματα θ’ αγαπηθούν πολύ
θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι.
Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη
θα διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις.
Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν
ή θα ταφούν σε ανήλια σπουδαστήρια – κι είπες πάλι
ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει

Δημήτρης Τρωαδίτης, Τρία ψήγματα ανυπακοής

1
Θαμώνας αεροδρομίων
και αιθουσών αναμονής
με ψήγματα καρδιάς
να τείνουν να θρυμματιστούν
όμως κανείς δεν πρόκειται
να κατακτήσει τους αεροδιαδρόμους
της ύπαρξής μου

2
Τα σημεία στίξης
άρχισαν να μας κοροϊδεύουν
τα κλισέ έχουν πλέον
κατακτήσει αρκετό έδαφος
όμως δεν έχουν ποδηγετήσει πλήρως
τις γραφίδες των αιχμών μας

3
Πλέω σε μια θάλασσα στεναγμών
άπατη και γκρίζα
από την τόση ηδονή
αλλά οι σχεδίες των ιδεών μου
ίσως αποδειχτούν καθοριστικές

Ισμήνη Εσμέρ Λιόση, Ποιήματα

ΜΙΚΡΕΣ ΑΡΚΑΝΕΣ
`
Ντάμα Μπαστούνι
Με πούδρα κιμωλίας
Και μαύρο γαρύφαλλο Στόμα
Απλώνει τα Χέρια
Στο έλεος Της βροχής
Είναι Άντρες τα σύννεφα
Χαίνουν
Κοιμάται στις Άδειες λίμνες
Των μικρούτσικων Τυφλών της ματιών
Είναι Κωφή και Άλαλη
Την διακονούν Οι
Πεινώντες την Σάρκα
Ωραία Άσχημη
Άσχημη ομορφιά Της
Ανδρόγυνο πλάσμα Μαρία Imperio
Ντάμα κομμένο Σπαθί
Βαλές Σαμουράι

*
Τρία Σπαθί
Ξέρω γιατί Τρελαίνονται
Άγονη η θλιβερή πραγματικότητά Τους
Κι η Ποίησις Προάστιο
Φορώ παπούτσια Τού πούμα
Γάντια από Χρυσάνθεμα
Καπέλο Παγωνιού
Πίσω μου σέρνω Ουρά από
Βελούδινα Σκυλιά
Και νάνους από Πορσελάνη
Μία σκοτεινή τζενεράλια Με
Μωβ φιλήδονα Στόματα
Ένα εκατόχρονο έπιπλο Φωλιά
Τρομαγμένης οικόσιτης Σαύρας
Δεν θα γυρίσω Ποτέ
Σωσμένη Επιτέλους
Από την ρασιοναλιστική Κρυπτεία τους
Πλήρης Υγεία Η Υπερρεαλιστική Παραφροσύνη
Γελάω βρίζοντας Γελάω (σ)τα Πρόσωπά τους

*

Τέσσερα Σπαθί
酔った
Σε άπταιστη Nihongo
Θα Απαντήσω
Στην πρότασή Σου
Ιάπωνα Σαρκοτρίφτη
Ερωμένη της θάλασσάς Μου
Είσαι
Ερωμένε Μου Εγώ
Του βούρκου της Ωραιότητας
Είμαι
Το μεθυσμένο στόμα Σου
Yo-tta-ku-Chi
酔った
Που με Λείχει
Με Τρώει
Δεν δίνει αλλού Την γεύση Μου

*

Ντάμα Πεντάλφα

α.
Ντάμα Πεντάλφα χέλι
(Εγ)κατοικώ Τον άντρα βυθό
Τον Πνίγω
Στο φιλιατρό Τού πηγαδιού
Γυαλίζομαι Γυναίκα
Ρωτάει αν είμαι Όμορφη
Το Κόκκινο Νερό

β.
Η Σάρα Κέην είναι Και
Φοράει μαύρο Κοκκινάδι
Στον μονόλογο Ενός φαντάσματος
Η Σάρα Κέην Είμαι
Και βάφω με Μαύρο κοκκινάδι
Τον μονόλογο ενός Φαντάσματος
Δεν θέλω πράγματι να Αγαπηθώ
Ερωτευθήκατε ποτέ ένα Πτώμα;

γ.

Ερωτεύτηκα ένα ξύλινο Πόδι
Μία σπασμένη γέφυρα Προς το Πουθενά
Ένα τραίνο παλαιό από Κισσό φαγωμένο
Η τρέλα είναι ο μαραμένος Φίλος Μου
Καλύτερα να Φύγετε Μην δείτε
Πως δέρνομαι Άγρια
Από τις λέξεις μου και τα Οράματα

δ.
Με γδύνουνε τα μεγάλα προϊστορικά σας δόντια
Μαδημένες οι Φτερούγες Μου πώς Να κρυφτούν;

ε.
Σβήστε επί Τέλους
Τα φώτα μέσα στο Ποίημα
Το μουνί μου δεν
Είναι το στοίχημα Είναι η στάχτη
Από τη χθεσινή Γιορτή σας

ζ.
Αγαπητή Ζωή Με Δειπνήσατε Ωραία
Δεν συγχωρώ το στόμα Σας
Ας είναι Καταραμένη Η γεύση Του και ο Λόγος

*

ESMERAY

Πρόλογος Β΄
η λέξη κυλάει
αίμα
στο χαρτί του Ποιήματος
στάξη
με άργητα χελώνας
η χελώνα λέξη στο όστρακό Της
κρύβει ένα μυστικό
δεν θα το μάθει
κανείς ποτέ
θα το εικάσει
η Ποίηση είναι
αράχνη που κλείνει
τέτοια μυστικά
στον ιστό της γλώσσας
δεν είναι μυστικά
αποκεφαλισμένα έντομα
ή μαύρα ρόδα
δεν είναι μηνύματα
είναι κλειστά παράθυρα
φανταστείτε το εσωτερικό
σκηνοθετείστε το δωμάτιο
ευφυολογήστε στην δράση
η Ποίηση
θα σας κάνει
ανώνυμους Ποιητές
οι καλύτεροι Ποιητές είναι
Ποιητές
Περιθωρίου

*
22/2/2016-7.49΄
ήλθαν στο όνειρό μου
η Νανά Ησαΐα με την Ελένη Βακαλό
κεντούσαν το νυφιάτικο πέπλο
με μαύρα και ρόδινα πουλιά
απʼ την αλφάβητο
–προσέξτε, τους είπα, θα αποδημήσουν
–να πετάξουν κι ας αποδημήσουνε
αποκρίθηκαν ομού
και ακούτε;
ακούτε
το ξεκαρδιστικό γέλιο Τους
μέσα στο δάκρυ
του πρώτου Ποιήματος;

(Από τις ανέκδοτες συλλογές «Μικρές Αρκάνες» και «Esmeray»)

(Επιμέλεια: Ευαγγελία Πολύμου)

**Δημοσιεύτηκαν στο https://www.poiein.gr

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, από το “Υπό ξένην σημαία”

Θά τό κρατήσω ὅσο μπορέσω τοῦτο τό δωμάτιο
εἶναι στιγμές πού δέν τό βρίσκουν οἱ καιροί
κι ὁ ποταμός Μεκόγκ πού μέ ἀνακρίνει.
Ὁ πόλεμος δέν μοῦ πῆρε τίποτα
ἔχασα τή ζωή μου ἐν εἰρήνη
άλλάζοντας καταφύγια
ἔμαθα τον ἀποχαιρετισμό σ’ ὅλες τίς γλώσσες.
Ξέρω
τή λευτεριά δέν τήν κερδίζεις φεύγοντας
οὔτε γυρίζοντας τόν διακόπτη σβήνοντας τό μυαλό
τά δάση πού κρυβόμαστε αὔριο θά πιάσουνε φωτιά
καί μεῖς θα βγοῦμε κλαίγοντας ἔξω ἀπό τοῦτες τίς σελίδες
– ὅσοι θά ζἠσουνε θά ζήσουν ἔξω ἀπ΄τίς σπηλιές.
Ὅμως ἀπόψε
θά τό κρατήσω ὅσο μπορέσω τοῦτο τό δωμάτιο
βάλε τό ξυπνητήρι στίς ἑφτά
πάνω στό δέρμα σου παραμιλάει τό νερό
πάνω στά χείλια σου πεθαίνουν ὅλες μου οἱ λέξεις.
θά τό κρατήσω ὅσο μπορέσω τοῦτο τό δωμάτιο
(… κι ἄν κἀπου κάπου ἀνατριχιάζουν οἱ κουρτίνες
δέν εἶν’ ἀγέρας ἀπ΄τά περασμένα
τό φῶς εἶναι μονάχα
καί τῆς αὐγῆς τά ξαφνικά πουλιά…).

*”Υπό ξένην σημαία, Ποιήματα 1967-1987).