Βερονίκη Δαλακούρα, [II]

Στα δάση των βουνών, α, πόσο χαίρομαι
κάτι απέμενε, απ’ τα τόσα, που δεν γνώρισα.
Να χάνεις δίχως να είναι έρωτας
μα απομεινάρι ύπνου τριγωνικό!
Α, πόσο χαίρομαι, λέω, αγαπημένη κόλαση
που να μάθω έχω ακόμη!

(Μονάχα μια φορά δεν χάραξε
μονάχα μια φορά σου ζήτησα και δεν απάντησες
κρυμμένο σε βουνά δασών.
Άλλο τόσο χαμηλόφωνο δεν πρόκειται να υπάρξει που
το ψιθύρισμα στο φως του δρόμου να γίνει
φανός αντίθετης αγάπης.)

*Από τη συλλογή “Ευφροσύνη: Ποιήματα για μικρά παιδιά”, εκδόσεις Κουκκίδα 2024

Μάρκος Τραϊτοράκης, Καλώς τους ανεξάρτητους 

Στο νοσοκομείο Παπαγεωργίου
κάθομαι στις πολυθρόνες με τον ήλιο
ανάμεσα σε καλαμπούρια γριών και κουρασμένους νοσηλευτές.
Στον διάδρομο τα σπασμένα παιδιά∙ μας ενώνει η νιότη.
Το φως απλώνει χρώματα καθώς νυχτώνει
στα παράθυρα και τους τοίχους και πάνω μας.
Στον θάλαμο η μέρα έκλεισε με πόνους
4 άτομα επί x θαλάμους.
Επίλογος.
Ο Ν.Β είναι φακελάκιας επιστήμονας
φακελάκιας οικογενειάρχης
φακελάκιας χριστιανός.
Κατέβηκε υποψήφιος στις δημοτικές κι έγραψε για κάτι οράματα …
για εντιμότητα, ειλικρίνεια, γι’ αξίες που σήμερα σπανίζουν
για τη διάθεση του να προσφέρει στην κοινωνία κτλ…
Κότσαρε και φωτογραφία με κοστούμι και γραβάτα
και δεν ξέχασε τ’ ανθρώπινο χαμόγελο.

*Από τη συλλογή “Τριάντα στιγμιότυπα”, ΑΩ Εκδόσεις, 2024.

William Carlos Williams, The Poor

It’s the anarchy of poverty
delights me, the old
yellow wooden house indented
among the new brick tenements

or a cast-iron balcony
with panels showing oak branches
in full leaf. It fits
the dress of the children

reflecting every stage and
custom of necessity —
Chimneys, roofs, fences of
wood and metal in an unfenced

age and enclosing next to
nothing at all: the old man
in a sweater and soft black
hat who sweeps the sidewalk —

his own tenfeetofit—
in a wind that fitfully
turning his corner has
overwhelmed the entire city

Οι φτωχοί

Είναι η αναρχία της φτώχειας
που με ευχαριστεί, το παλιό
κίτρινο ξύλινο σπίτι
ανάμεσα στις καινούργιες πολυκατοικίες από τούβλα

ή ένα μπαλκόνι από χυτοσίδηρο
με πάνελ που δείχνει κλαδιά βελανιδιάς
σε πλήρη φυλλωσιά. Ταιριάζει
με το ντύσιμο των παιδιών

αντανακλώντας κάθε στάδιο και
συνήθεια της αναγκαιότητας –
Καμινάδες, στέγες, φράχτες από
ξύλο και μέταλλο σε μια περιφραγμένη

εποχή και περιφράσσοντας δίπλα σε
τίποτα απολύτως: ο γέρος
με πουλόβερ και μαλακό μαύρο
καπέλο που σκουπίζει το πεζοδρόμιο –

τα πόδια του-
σε έναν άνεμο που φυσάει άστατα
στρίβοντας στη γωνία του έχει
έχει κατακλύσει ολόκληρη την πόλη

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Γιώργος Κοζίας, Η ωραία άμπελος

Μπαίνει στὸ ἀμπέλι, κλέβει μιὰ ρώγα,
τὴν ἔβαλε στὸ στόμα της κι ἔπεσε νεκρή!
Τὴν ἔκλαψαν, τὴν ξάπλωσαν σὲ κάσα σκαλιστή,
τὴν κλείδωσαν, πέταξαν τὰ ἐννιὰ κλειδιά, τὴν ξέχασαν.

Φτάνει ὁ τρυγητής, τρυγάει, βρίσκει τὰ κλειδιά.
Βλέπει τὴν κάσα, ξεκλειδώνει ἐννιὰ φορές,
μέσα ἡ πεθαμένη κόρη πεντάμορφη
μὲ ἀνοιχτὰ τὰ χείλη ὑγρά, ζουμερά.
Τὸ πρόσωπό της ἔλαμπε
κι εἶχε σημαδάκι στὸν λαιμὸ στολίδι.

Σκύβει ὁ λεβέντης φιλάει τρεῖς
τὴν τέταρτη πετιέται τοῦ σταφυλιοῦ ἡ ρώγα!
Ἔπαιξε τὰ βλέφαρα ἡ Ὡραία Ἄμπελος
ζωντάνεψε, τοῦ μίλησε:

«Νόστιμα ροζακιά, ἀσίκη, φρέσκα ροζακιά,
σταφύλια τῆς Ἀγάπης τὰ φιλιά».

*Από την ποιητική συλλογή 41ος Παράλληλος, Στιγμή, 2012.

Χρήστος Κολτσίδας, εφτά άτιτλα

σε είδα να ανεβαίνεις στο φως
με δύο δυνατά πόδια
και το ένα απαλό γόνατο

μετά δεν υπήρχες

*

και δύο και τρεις
τσαλαπάτησες το σκοτάδι

*

τραγούδησες
σε νησιά, που δεν είδα

και μια φορά δίπλα μου

*

έχεις δύο φωνές που αγιάζουν
και μια πάντα κρυμμένη

*

έτσι που αγαπάς τα φωνήεντα
μου θυμίζεις βουνά

*

τόσο πολύ έσκαψες με το δάχτυλο
που έφτασες στο πλευρό μου

*

τώρα η επιθυμία θα έχει το δικό της μικροκλίμα

με βαμβάκια, κεράσια και φτέρες

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Τεφλόν”, τεύχος 31, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2024.

Σαμσών Ρακάς, Αμπερλουδαχαμίν – ένα εγχειρίδιο μοναξιάς

………………………

κι από την τόση νοσταλγία
χωρίς να το πολυκαταλάβω
σύντομα έμοιαζα με ένα νυχτοφύλακα
κατάκοπο
στον τρόπο της ισόβιας λιακάδας

μα δεν παραπονιόμουν
κι ας πρόδωσα τα πόδια μου για να σε περιμένω

μπήκα στην απομόνωση αγαπημένο μου υποκείμενο
μονολογούσα λογοκρινόμουν μονολογούσα
μέχρι που γέννησα εαυτούς
να ‘χω και γω συμπότες

τον Παύλο
την Αφροδίτη
τη Βερενίκη
το Λουκά
το Σταμάτη
τον κυρ Αλέξανδρο
τον Ιάσονα
τη Θάλλω
το Σαβάζιο

σας λέω τους σπουδαιότερους τώρα
και βάζω τον έναν εαυτό κάτω από τον άλλον
όχι από κάποια διάθεση νεωτερισμού
Αλλά για να μοιάζουν πειστικά
με μια ντάνα από πλαστικά ποτήρια

που λες αγαπημένο υποκείμενο
όλα τα πρωινά καβγάδιζαν οι εαυτοί
παραφερόνουσαν παίζανε μπουνιές
αυτή η λεπτοκαμωμένη Βερενίκη κι αν είχε υποφέρει με δαύτους
σάκο του μποξ την είχαν κάνει
όμως σαν έπεφτε η νύχτα
η κολεκτίβα του εαυτού μου φίλιωνε
τσούγκριζε τη Θεία Κοινωνία κι ύστερα
όλοι μαζί τη λειτουργούσανε την ψαλμωδία
τώρα θα ‘ρθεί, τώρα θα ‘ρθεί
σταυρώσανε την προσμονή

κι η προσμονή μου πλήθαινε αγαπημένο υποκείμενο
η προδοσία άπλωνε με τόσους εαυτούς
κοπάδιαζε ο πόνος

*Από τη συλλογή “αμπερλουδαχαμίν”, Εκδόσεις Υποκείμενο, 2016.
**Το απόσπασμα είναι συνέχεια αυτού του δημοσιεύματος: https://tokoskino.me/2018/05/21/σαμσών-ρακάς-αμπερλουδαχαμίν-ένα-εγχ/

Σαλώμη, εμπιστοσύνη

Άμα ρίξω το βάρος πίσω, θα με πιάσεις;
Νιώθω τη γη κάτω από τα πόδια μου ελαφριά
Και το κορμί μου λυγίζει
Γίνεται μικρό
Ευαίσθητο
Όπως κι η ψυχή μου

Άμα λύσω τη ζώνη, θα με κρατήσεις;
Τα δάκρυά μου λούζουν το μάγουλό σου
Κόβεται η αναπνοή μου
Ο αέρας λιγοστεύει
Μα εσύ είσαι ακόμα εδώ

Άμα κλείσω τα μάτια, θα με καθοδηγήσεις;
Σα διάφανο χαρτί με βλέπεις απ’ όλες τις πλευρές
Αναμένω την επόμενη λέξη σου
Μα πια σε ξέρω, εσύ;

Άμα ανοίξω το στόμα, θα με ακούσεις;
Κλείνω πόρτες ανάμεσά μας από φόβο
Όμως δε μου λιγοστεύει αγάπη
Κι απ’ όσα κομμάτια μου σου δίνω,
Θα μείνει τίποτα για εμένα στο τέλος;

Άμα ζητήσω πολλά, θα είναι λιγοστά
Άμα κρατηθώ κι άλλο, θα τρελαθώ
Άμα δεν προσπαθήσω, θα το μετανιώσω
Γιατί όχι, λοιπόν;

*Το ποίημα και φωτογραφίοα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://losinnuendos.com/2024/08/30/εμπιστοσύνη-της-σαλώμης/#like-7485

Νάνος Βαλαωρίτης, Η Μπαλάντα του Ξενιτεμένου

Βαρέθηκα τις φωνές των Σειρήνων
Με παρακολουθούνε άγρυπνα μάτια
Νύχτα μέρα με στοιχειώνουν οι Οδυσσείς
Με τα ψευδολογήματά τους
Με καρπαζώνουν οι αναμνήσεις
Σαν ρούχα που κρέμονται από σκοινί
Βαρέθηκα το Νέο Κόσμο κι ο Παλιός
Δεν μου ’δωσε σκοινί ν’ απλώσω τα αισθήματά μου.
Τα αισθήματά μου είναι βρεγμένα ακόμη
Απ’ το βροχερό ετούτο χειμώνα
Θέλω να πάω κάπου μα δεν ξέρω πού
Αφού δεν είμαι ούτε στη δύση ούτε
Στην ανατολή. Μπροστά μου ο ήλιος
Ανατέλλει και πίσω ο ήλιος βασιλεύει.
Πώς κατάντησα εδώ πέρα χοίρος
Στης Κίρκης το νησί; Πώς κατέληξα
Να γίνω Ελπήνορας και κολαζίστας
Που πέφτοντας έσπασε το κρανίο του
Απ’ τη σοφίτα του σπιτιού του;
Με τον Ερμή για γραφομηχανή
Γράφω να σκορπίσω μαύρες σκέψεις
Έρχεσαι εδώ να δρέψεις
Τους καρπούς του Ελδοράδο
Και σου μένει ο χρόνος ρέστος
Δυτικά του Κολοράντο.
Είμαι ένας μετατοπισμένος
Στα πλάτη της άλλης ηπείρου
Κάνω βόλτες πάνω κάτω
Πέντε επί δεκάξι μέτρα
Και περιμένω γράμματα
Για να διασχίσω τα γεράματα.
Έχω μια μικρή σκυλίτσα
Που την ονομάζω Λίτσα
Που χαίρεται όταν με βλέπει
Να ετοιμάζω μια βαλίτσα
Για να πάω στο Κολοράντο
Να διαβάσω ποιήματα
Με τον ποιητή Κορράντο.
Αχ κύριε κύριε Κωσταντίνε
Που όλο πίνε πίνε
Και σου ’ρθε ο ουρανός σφοντύλι
Σου άναψα ένα καντήλι
Στην καρδιά μου.

6.5.1983

Ξένια Καλαϊτζίδου, Δύο ποιήματα

Η μεγάλη γιορτή Ι

Ο Μαρξισμός δεν έχει ψυχασθένειες
Κάτι άλλο πρέπει να μου συμβαίνει
Κατερίνα Γώγου

Το πρόσωπο της δυστοπίας
είναι χρόνια απαράλλαχτο
ξυρισμένο κόντρα
σχεδόν αρυτίδωτο
γυαλιστερό από καλοζωία,
χαμογελάει στις εκδρομές στο εξωτερικό
σε γάμους και βαφτίσια
σε στρατιωτικές επιδείξεις ανάμεσα
κι άλλες παλιές δόξες του Κόμματος,
χαϊδεμένο αδρά από πληρωμένες και ομήρους
τιμημένο από παράγοντες και από νέο αίμα
αλειμμένο με ιδεολογία
γαλουχημένο στα δύο πρωτόγονα ένστικτα
εξασκημένο στην ίντριγκα
συνεπές στην επιτήρηση,
κάθε μέρα βασιλεύει στο χοιροστάσιο
νοσταλγώντας τον χαρούμενο μπαλτά τυλιγμένο με λάβαρο,
προάγοντας σώματα εθισμένα στην ανάγκη
τα λουσμένα εφ’ όρους ζωής με κρύο ιδρώτα
που παλεύουν να βγουν από το μιαρό τους δέρμα,
υμνώντας τον Αρχηγό με την ατσάλινη καρδιά,
κατακρεουργώντας ό,τι προφτάσει.
παριστάνοντας το μπαλέτο πάνω σε κρέατα,
ελπίζοντας εις ανώτερα:
Ω, μεγάλη γιορτή!
Festë të madhe!

*
Η μεγάλη γιορτή II

Η μεγάλη γιορτή συνεχίζεται
με συναρπαστικές κληρώσεις και πλούσια δώρα.
Όσο για τους μη έχοντες προσκλήσεις,
Κακό του κεφαλιού τους
έχουν όμως ποικίλες επιλογές
φρικτού περάσματος στην ανυπαρξία.
Παραδομένοι στη φωτιά μέσα σε τρέιλερ
θα απολαύσουν το άγνωστο δάσος
-την πράσινη ασπίδα που τους προστατεύει-
να γίνεται όλο στάχτη
όπως αρμόζει σε “προστατευμένη περιοχή”
με σπάνια πτηνά.
Άλλοι θα δοκιμάσουν την αυθεντική συνταγή
“αερολίν-τραζοδόνη-λοραζεπάμη-κονιάκ”
και διάφορες παραλλαγές της
To πρόσωπο που βλέπω στις σελίδες
θυμίζει πρόσωπα γνωστά κι ονόματα της δυστοπίας
μα ένα πιο πολύ.
Τα χαρακτηριστικά του κάτω από την πόρτα μου
και πίσω από τα βήματα μου.
Κλειδώνω την ταχυπαλμία δύο φορές.
Εκεί ψηλά μες στον καπνό που σκέπασε τον ήλιο
τα σύννεφα πυκνώνουν
και όσο περιμένω να ξεπλυθεί το όνειδος,
να πιούν τα διψασμένα μάτια.
οι κρουνοί ανοίγουν.

*Από τη συλλογή “Δαιμονισμένες – Κείμενα όλο Triggers”, εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες”, Θεσσαλονίκη 2024.