Γιώργος Ανδριώτης, Το μονοπάτι

1551471_504197499689227_1046375484_n

Η λάμπα δεν μπορεί να κάνει άλλο από το να καίει
Μέσα στο πλήθος κίνηση
Σαν το αίμα στις φλέβες
Σαν το συριχτό τραγούδι του ανέμου κάτω από την άμμο
Κρυφό ποτάμι στα έγκατα της Γής
Βρίσκεις πέρασμα
Ενώ γίνεσαι το πέρασμα
Ορίζεις το δρόμο
Και γίνεσαι ο δρόμος
Η ατομικότητα
Προσεγγίζει την εγγύτητα της μάζας
Αλλά ποτέ δεν γίνεται ένα με αυτήν
Η επαφή αυτή μεταμορφώνει
Τις δύο επικράτειες
Η ανάσα του λαού μέσα στο υποκείμενο
Εμφυσώντας ιδιοσυγκρασία στην συλλογικότητα
Μονοπάτι διακριτό μέσα σε δάσος πυκνό

*Το ποίημα και η εικόνα τη ανάρτησης πρωτοδημοσιεύτηκαν στο ιστολόγιο Επικράτεια του Μηδενός στη διεύθυνση http://epikrateiatoumidenos.blogspot.com.au/2014/02/blog-post_18.html?spref=fb

Kαίτη Βασιλάκου, Νυχτώνει αργά

1010777_470704213052285_815573711_n

Kαίτη Βασιλάκου, Νυχτώνει αργά, Ποιήματα,
Eκδ. «Mανδραγόρας», Αθήνα 2014, σελ. 64
Έργο εξωφύλλου: Σαράντης Καραβούζης

Ιστορίες του κόσμου, του ανθρώπου και της ζωής

Παράξενες μορφές από ασβέστη/ τρέχουν γύρω – γύρω στο ταβάνι/ να εδώ ένας γέρος/ πιο πέρα δυο κορίτσια/ μια γυναίκα παραμορφωμένη/ και μια γριά σκυφτή/ ένας άντρας με καπέλο/ μια παχιά κυρία/ αυτό μπορεί να είναι το φεγγάρι/ και τούτο εδώ ένας κήπος/ και κάτι σπίτια παραπέρα.

Με τη νέα ποιητική συλλογή της Kαίτης Βασιλάκου ΝΥΧΤΩΝΕΙ ΑΡΓΑ που είναι χωρισμένη σε πέντε ενότητες: Του παιδιού, Των μεγάλων, Των ερώτων, Της μοναξιάς, Του χρόνου. Εδώ η Καίτη Βασιλάκου συνεχίζει την εσωτερικευμένη διήγηση με τον εξομολογητικό καθημερινό τόνο που ξεκίνησε στην πρώτη της συλλογή «Αγαπημένε μου ψυχίατρε πες μου…».

Με απλές βατές λέξεις και έννοιες, παρατηρεί τη γέννηση ενός παιδιού, την παράξενη ενηλικίωσή του στον κόσμο της μοναξιάς και του φόβου:

Αυτός ο κόσμος πάντα/ μέσα στα δάκρυα και το φόβο/ θα είναι βουτηγμένος.// Το παιδί υπογράφει/ το μέλλον του.

Στην ίδια ενότητα ξεχωρίζει η σταθερά επανερχόμενη εικόνα του ακίνητου βλέμματος πάνω στο γύψινο περίγραμμα του ταβανιού:

Παράξενες μορφές από ασβέστη/ τρέχουν γύρω-γύρω στο ταβάνι

ή αλλού:

Είμαι εδώ δίπλα σας/ ένα βουβό στοιχείο/ μια ακίνητη μορφή/ μέσα σε πλαίσιο/ το γύψινο σχέδιο στο ταβάνι,

στίχοι που μπορούν να διαβαστούν παράλληλα με το «Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο» του Καρυωτάκη:

Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους./ Mαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε./ H ευτυχία μου, σκέπτομαι, θά ’ναι ζήτημα ύψους.// Α! πρέπει τώρα να φορέσω/ τ’ ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι./ Έτσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,/ πολύ θ’ αρέσω.

Στην επόμενη ενότητα Των μεγάλων η ποιήτρια διεκτραγωδεί τον πάταγο του χρόνου/ που τα σάρωνε όλα για να μείνουν αδειανά τώρα τα χέρια και η μνήμη βαριά.

Η ευτυχία μου έχει μια ποιότητα πόνου/ Ταξιδεύω στην κόψη του ξυραφιού/ και φτάνω κομματιασμένη στον παράδεισο, γράφει στην τρίτη ενότητα η ποιήτρια, για να περάσει στο επόμενο συνδετικό που διατρέχει όλο το βιβλίο της, στο αίσθημα της μοναξιάς –παντού και πάντα κυρίαρχο. Η μοναξιά είναι απαλή/ σαν χάδι αγαπημένου,/ είναι ευγενική διακριτική./ Σε κάθε κάμαρη/ σε υποδέχεται σεμνά/ έτοιμη πάντα/ να υπηρετήσει τις επιθυμίες σου.// Η μοναξιά […] είναι μια σκλάβα υποταχτική. […] Θέλει τόσο πολύ να σε υπακούσει/ να σε κάνει να την ερωτευτείς.

Τέλος στην τελευταία ενότητα Του χρόνου η ποιήτρια εστιάζει στην ώρα του απολογισμού: Προσευχήσου/ να είναι εύκολο/ το Τέλος, -το πέρας του ανέμελου καλοκαιριού, μέσα από την όμορφη αναλογία που εφευρίσκει η ποιήτρια με το σταμάτημα των ήχων απ’ τα τζιτζίκια, το ξεθώριασμα του πολύχρωμου κόσμου, την επίπονη κι επίμονη αναζήτηση των αναμνήσεων.
Και ο καιρός/ λες και αφηνίασε τελευταία,/ τρέχει σαν άλογο ιπποδρόμου/ προς το τέρμα,/ με τίποτα δεν συγκρατείται πια.

Η Καίτη Βασιλάκου σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο
Αθηνών και δίδαξε ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Mέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει πέντε βιβλία της που περιλαμβάνουν ποιήματα, διηγήματα και μια νουβέλα.

*Από τη σελίδα της ποιήτριας Χλόης Κουτσουμπέλη στο facebook.

Μιχάλης Κατσαρός, Τὸ σχῆμα μου

1560757_10202195551423418_523094237_n

Θὰ προσπαθήσω νὰ δώσω τὸ σχῆμα μου
ὅπως συντρίβεται σὲ δυὸ λιθάρια
θὰ σκεφτῶ ὑπόχρεος ἀπέναντί σου
θὰ στήσω τὴ φοβερὴ ὀμπρέλα μου
μὲ τὶς μπαλένες ἀπ᾿ τὸ πρόσωπό μου
μαύρη ὑγρὴ ἀκατανόητη
ἀπ᾿ τὸν καιρὸ ποὺ ἤτανε ἀσπίδα
ποὺ ἦταν ταπεινὸ κυκλάμινο
καὶ μιὰ ρομφαία.

Θέλω νὰ μιλήσω ἁπλὰ γιὰ τὴν ἀγάπη
τῶν ἀνθρώπων
καὶ παρεμβαίνουν οἱ θύελλες
παρεμβαίνει τὸ πλῆθος
τὸ στῆθος μου
τὸ τρομερὸ ἡφαίστειο ποὺ λειτουργεῖ
κάτ᾿ ἀπὸ πέτρες.
Τὰ φριχτὰ ἐρωτήματα παραμένουν ἐπίμονα
μαῦρα ὑγρὰ ἀκατανόητα
παραμένουν ἐπίσημα
σὰν σαρτεβάλια.
Ὅσο ἀπ᾿ τὶς μικρὲς καλύβες νὰ γελοῦν
ὅσοι οἱ χωρικοὶ νὰ μπαίνουν στὰ ἐργοστάσια
ὁ πύργος μας καίγεται
θ᾿ ἀφήσουν ἐποχὴ οἱ ἔνδοξες μέρες
ὅλα τ᾿ ἀπόκρυφα χειρόγραφα θὰ ἐπιστραφοῦν
ἀπὸ σοφοὺς καὶ μάντεις.

Μετὰ τὸ θέμα μας χάθηκε.
Δὲν ἔχομε τίποτα νὰ σᾶς ποῦμε
ἔτσι ποὺ ὅλα προδοθήκανε
ἔτσι ποὺ ὅλα λύσαν τοὺς ἁρμοὺς
ἀπὸ πίστη σὲ πίστη
ἀπὸ ὑπόγειο σὲ ὑπόγειο
ἀπὸ πρόσωπο σὲ πρόσωπο
δὲν ἔχομε τίποτα νὰ σᾶς ποῦμε.

Βαθιὰ στὶς ρίζες τοῦ δέντρου σας
μαζὶ μὲ τοὺς τυφλοπόντικες
μαζί με τοὺς καταποντισμένους πίθηκους
σὲ σκοτεινοὺς ὑποχθόνιους κρότους
ἀσθμαίνοντας μετατοπίζομαι
-ἀνακατωμένοι οἱ βρόγχοι-
βαθιὰ στὰ ξερὰ λιβάδια σας πέφτει καινούργια
ἀθόρυβη βροχὴ
ὅπου συντρίβει
ὅπου ἀνθίζει τὰ χέρια μας ἀπ᾿ τὶς δικές σας
πληγές
ὅπου γεμίζουν τ᾿ ἄδειά μας σταμνιὰ
κερὶ καὶ μέλι.

Κάποτε θ᾿ ἀνεβοῦμε καθὼς προζύμι
ὁ σιδερένιος κλοιὸς θὰ ραγιστεῖ
τὰ ὄρη σας ὅπως πυκνὰ σύννεφα θὰ χωριστοῦν
οἱ κόσμοι θὰ τρίξουν
στὶς ἔντρομες αἴθουσες οἱ ρήτορες θὰ
σωπάσουν
καὶ θ᾿ ἀκουστεῖ ἡ φωνή μου:
«Οἱ νέοι πρίγκιπες μὲ σάλπιγγες καὶ νέες
στολὲς
οἱ νέοι συμβουλάτορες οἱ νέοι παπάδες
οἱ πρόεδροι καὶ τὰ συμβούλια καὶ οἱ ἐπιτροπὲς
ὅλοι οἱ μάγοι προφεσόροι…»

Περιμένετε αὐτὴ τὴ φωνή.
Ἔτσι θ᾿ ἀρχίζει.

*Απὸ τὴ συλλογὴ «Κατὰ Σαδδουκαίων».

Yvan Goll, Γέροι

raindrops falling on my pansy.0

Η γαρουφαλλιά σάρκα σας
Ακόμα τρέφει νηστικά πουλιά
Και γι’ αυτό καίει φωτιά

Τραγουδήστε σιγά-σιγά εσείς γέροι
Στο μεταμορφωμένο άνεμο
Κι άστε τον ήλιο να θρυμματιστεί
Ανάμεσα στα δάχτυλα

Ο γαλάζιος φτερωτός ύπνος
Έχει νεκρικά δόντια
Και τη φωνή του ασβέστη

*Από τη συλλογή “Ονειροχλόη”, εκδ. Στιγμή 2002. Μετάφραση: Δημήτρης Παπαδίτσας.

Aden Rolfe
 Reviews Kevin Brophy’s Walking

brophy

Walking,
by Kevin Brophy

John Leonard Press, 2013

Poetry collections aren’t prone to extensive reprints, so Kevin Brophy’s Walking, – which includes selections from five previous books – is somewhat of a trove for anyone wanting to access his earlier work. It also features a suite of new poems which, in their gentle complexity, are among his most interesting – testimony to a writer who’s carefully honed his craft over a 30-year stretch.

Brophy is a poet who positions the metaphysical in the domestic, who measures philosophical inquiry in pensive everyday moments. Take this stanza from ‘How to Stop’, for instance:

With next year’s diary open
on my desk I am rich with the future.
Later the cat will come to lie beside me
as I work in the garden.
I will be able to say the sunlight fell
exactly on our garden today. (12)

Continue reading →

Antonia Pont
 Reviews Pip Smith’s, Too Close for Comfort

2c4c

Too Close for Comfort
by Pip Smith

Sydney University Press, 2013

It’s funny the effect of sequence. When I picked up Pip Smith’s collection Too Close for Comfort, winner of the 2013 Helen Bell Poetry Award, I wasn’t primed for anything. I had no expectations – neither indulgent, nor prickly. The volume has texture: bundles of thin pages alternating with thick ones, the latter offering various portions of an illustration of the work’s ‘leitmotif’ – the giant squid.

The squid, you see, is the creature who will embrace ‘our prawn pink necks’ when we are all at the bottom of a globally warmed ocean (from the collection’s title poem, p. 27). It was when I reached this poem, almost a third of the way through the collection, that I exhaled gratefully, and started to enjoy the less brassy side of the ride of Smith’s poiesis. I reflected that there might be lots of reasons for a publisher, and for the poet herself, to have chosen to open the collection with a number of strident examples. They are topical, indignant, disdainful, cleary parodic, maybe smart-arse … and can feel a little like being splattered with a scorn-sprinkler. They would certainly avoid any pre-emptive labelling of the collection as ‘girly’, ‘touching’, or ‘sensitive’. But gender-strategies aside, I couldn’t – at least in that initial moment of reading – manage to like the atmosphere very much. Hence the question of whether I could stomach coming back for more.

Continue reading →

Γιάννης Γιαννουλέας, Αιφνίδιο σατόρι

hopper

Μεροκάματα σεληνόφωτος
καταργώ
με το ’να μου χέρι
 
αγνοώ τα εμβατήρια
της νεκρής γλώσσας
κατατάσσομαι εθελοντής
στη στρατιά των
αγέννητων.
 
Αποζητώ
το όν
που δεν μπορεί
να μιλήσει.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τον λαθρομετανάστη στη διεύθυνση http://lathrometanastis.wordpress.com/

Γιώργος Βέης, Χαρτούμ

DSC09679


Στον Γεράσιμο Δενδρινό

Η άμμος σηκώνεται πάλι,
όπως το χέρι να κρύψει το πρόσωπο,
αργά στην αρχή
-η συντριβή διστάζει –
με δύναμη μετά και φούρια
να γίνει το πυκνό σεντόνι του πανικού
αδιαπέραστο από το νικημένο βλέμμα.
Σημάδι αλλαξοκαιριάς ή νέμεση του Νείλου;
Ναι, στο δρόμο του ο βήχας ό, τι κι αν βρει θα πνίξει.
Σκόνη καθεστώς.

Έπεται, σχεδόν πάντα, η έξαψη
η επιβίωσή μας μέσα στην ορμή μιας φύσης
ανώτερης του θανάτου.
Βλέπουμε πάλι τον κόσμο.
Επέτειος εικόνων που άντεξαν.
Ένα ποτήρι καθαρό νερό
η ανανέωση των προσδοκιών
για ένα μεγαλύτερο κι ευκολότερο
κέρδος.

Louis Adeane, In Memory of M.L.B. / Στη μνήμη της M.L.B.

dossier14maria-luisa

Into the silence of the sun
Risen in dust the rose is gone,
The blood that burned along the briar
Branches invisibly on the air.
Flame into flame’s petal
Her grief extends our grief,
Over the ashy heat-ways
A green glance from a leaf
Shivers the settled trees.
A child walks in her grace
The light glows on his face,
Where the great rose has burned away
Within the terrible silence of the day.

—

Στη μνήμη της M.L.B.

Μέσα στη σιωπή του ήλιου
Το τριαντάφυλλο που μεγάλωσε μέσ’ τη σκόνη έχει φύγει,
Το αίμα που φλεγόταν στα ρείκια
Κλαδιά αόρατα στον αέρα.
Φλόγα μέσα στο πέταλο της φλόγας
Η θλίψη της επεκτείνει τη δική μας,
Πάνω από τις θερμές διόδους της στάχτης
Μια πράσινη ματιά από ένα φύλλο
Κάνει να ριγούν τα βουλιαγμένα δέντρα.
Ένα παιδί περπατάει στη χάρη της,
Το φως λάμπει στο πρόσωπό του,
Όπου το μεγάλο ρόδο έχει καεί
Στην τρομερή σιωπή της ημέρας.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

**Το ποίημα αυτό είναι αφιερωμένο στην αναρχική Marie Louise Berneri (1918-1949) – εξ ου και M.L.B. στον τίτλο του ποιήματος. Η Marie Louise Berneri ήταν κόρη του ονομαστού Ιταλού αναρχικού Camillo Berneri, ο οποίος δολοφονήθηκε από τους σταλινικούς στη Βαρκελώνη στα γεγονότα του Μάη του 1937. Το 1926 εξαιτίας της ανόδου του φασιστικού καθεστώτος Μουσολίνι και της τρομοκρατίας, η οικογένεια Berneri εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Από το 1937 η Marie Louise έζησε στο Λονδίνο. Έγραψε πολλά κείμενα και βιβλία για την Ισπανική και τη Ρωσική Επανάσταση, το Β’ Παγκόσμιο Πολεμο και γενικά για την κοινωνική επανάσταση, όλα με βάση την αναρχική κοσμοθεώρηση. Ωστόσο, το έργο με το οποίο είναι γνωστή ακόμα και μέχρι σήμερα είναι το ογκώδες και πολύ αξιόλογο “Περιήγηση στην Ουτοπία” (ελληνική έκδοση “Νησίδες” 1999, σε μετάφραση Βασίλη Τομανά).

41F-FWMMcfL

***Ο Louis Adeane (το πραγματικό όνομα του οποίου ήταν Donald Potter – αδελφός του αναρχικού ποιητή και σχεδιαστή, Norman Potter) ήταν Άγγλος ποιητής και συγγραφέας, ο οποίος συμμετείχε σε ομάδες και κινήσεις αναρχικών και ειρηνιστών συγγραφέων. Τα ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε πάμπολλες ανθολογίες της Νέας Βρετανικής Ποίησης. Έγραψε, επίσης, άρθρα για τον αναρχισμό και τον Herbert Read. Το 1946 δημοσίευσε την ποιητική συλλογή “The Night Loves Us” (“Η Νύχτα Μας Αγαπάει”).

Ο πνευματικός κόσμος υπερασπίζεται το βιβλίο

enelvi_logo
 
Οι πιο κάτω που υπογράφουμε, θέλουμε να εκφράσουμε την απερίφραστη αντίθεσή μας στην πρόθεση της κυβέρνησης να καταργήσει την ενιαία τιμή του βιβλίου.

Ο νόμος περί ενιαίας τιμής είναι μία ρυθμιστική παράμετρος στην ελληνική αγορά του βιβλίου. Επέτρεψε τη λειτουργία του υγιούς ανταγωνισμού στο μοναδικό πολιτιστικό προϊόν που παράγεται χωρίς καμία απολύτως κρατική βοήθεια ή επιδότηση. 

Ο συγγραφέας, ο εκδότης και ο βιβλιοπώλης ζουν αποκλειστικά από το κοινό των αναγνωστών, περιορισμένο αριθμητικά αλλά δυναμικό στη χώρα μας. Είναι ακριβώς αυτός ο δυναμισμός που κάνει ακόμη και το μικρό συνοικιακό ή επαρχιακό βιβλιοπωλείο εξίσου απαραίτητα με τις μεγάλες επιφάνειες και τις αλυσίδες. Αυτός επιτρέπει να διακινούνται δοκίμια με μικρή αναγνωσιμότητα, απαιτητικά λογοτεχνικά έργα ή ποιητικές συλλογές που η ύπαρξή τους δεν μπορεί να υπαχθεί στον ανταγωνισμό των τιμών, όπως στα υπόλοιπα προϊόντα. Η ενιαία τιμή του βιβλίου επέτρεψε ο ανταγωνισμός να γίνεται με όρους ποιότητας και όχι ποσότητας.
Η ενιαία τιμή του βιβλίου εφαρμόζεται ήδη με μεγάλη επιτυχία στις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης, αγορές πολύ μεγαλύτερες από την ελληνική. Εκεί επέτρεψε την ύπαρξη ανεξάρτητων βιβλιοπωλείων, όπως και εκδοτών που συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν το έργο τους ως πολιτισμική προσφορά. Σε καιρούς κρίσης, όταν η αγορά παλεύει να αντέξει στους κραδασμούς μιας κατεστραμμένης οικονομίας, θεωρούμε εντελώς παράλογη και επιπόλαια την κατάργηση της ενιαίας τιμής.

Το ελληνικό βιβλίο είναι η κιβωτός της ελληνικής γλώσσας. Μιας γλώσσας με μεγάλη ιστορία που όμως στον σημερινό κόσμο παραμένει περιορισμένη στα σύνορά της. Χρειάζεται τον κάθε αναγνώστη, όπως χρειάζεται και τον κάθε συγγραφέα, εκδότη ή βιβλιοπώλη. Το βιβλίο είναι ο κεντρικός πυρήνας της πνευματικής και πολιτισμικής ζωής. Εάν καταργηθεί η ενιαία τιμή, το ελληνικό βιβλίο θα αφεθεί στο έλεος ενός ολιγοπωλιακού ανταγωνισμού που θα αδιαφορεί για την ποιότητα του προϊόντος. Η κατάσταση δεν θα είναι αναστρέψιμη.

Ζητούμε την συμπαράσταση του πνευματικού κόσμου της χώρας, των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, των θεσμών, όπως η Ακαδημία Αθηνών, για μια υπόθεση που αφορά την ίδια την τύχη της ελληνικής γλώσσας.
 
Το παραπάνω κείμενο υπογράφουν 571 άνθρωποι του πνεύματος και συγγραφείς.