thalia, two concrete poems

Refugees

Refugees

Superstate

thalia superstate

*Thalia born in Katerini, Greece: a ’52 baby. Migrated to Australia in ’54. Grew up, and Worked in, sly grog & gambling cafes – Kafenia, in Melbourne. Also worked as a typist/secretary. Started writing lexikon and visual poetry in ’72. Publications: Has been published in various magazines and anthologies within Australia, and overseas.
Has read in: Prisons. Pubs. Libraries. Schools. Concerts. Strikes. Gatherings. ABC & community radio stations. Folk clubs & festivals in cities and towns. A co-editor of 9.2.5 – a mag of poetry for the workers by the workers, about the workers’ work. A founding member of the Poets’ Union of Australia.
Has published: New & Selected Poems printed by Collective Effort Press. 1998. Interplay a CD recording of Poetry, Songs & Music, with musician/composer Alan Musgrove. 1996. Night Flowers – A6 Books, No. 3. printed by Collective Effort Press. 1988.

Alejandra Pizarnik, Δύο ποιήματα

pisarnik

ΑΟΡΑΤΕΣ ΤΕΧΝΕΣ

Εσύ που τραγουδάς όλους μου τους θανάτους.
Εσύ που τραγουδάς αυτό που δεν εμπιστεύεσαι
στο όνειρο του χρόνου,
περιέγραψέ μου την πηγή της αδειοσύνης,
μίλα μου λέξεις ντυμένες φέρετρα
που κατοικούν στην αθωότητά μου.

Μ’ όλους μου τους θανάτους
δίνομαι στον θάνατό μου,
με παιδικές χουφτίτσες,
με μέθυσους πόθους
που δεν περπάτησαν κάτω από τον ήλιο,
και δεν υπάρχει μια πρωινή λέξη
που να δίνει δίκιο στο θάνατο
και δεν υπάρχει ένας θεός, ανέκφραστος να πεθάνεις.

Η ΝΥΧΤΑ
(απόσπασμα)

Ίσως η νύχτα να ’ναι ζωή και θάνατος ο ήλιος.
Ίσως η νύχτα τίποτα να μην είναι
και οι εικασίες για εκείνη να μην είναι τίποτα
και τα όντα που την ζούνε τίποτα.
Ίσως οι λέξεις να είναι το μόνο που υπάρχει
στο γιγαντώδες των αιώνων χάσμα
που μας σέρνει η αυγή με τις αναμνήσεις της.

*Από τη συλλογή “Οι χαμένες περιπέτειες” (1958).

**Περιέχοται στο βιβλίο «ΑΛΕΧΑΝΤΡΑ ΠΙΣΑΡΝΙΚ – ΠΟΙΗΜΑΤΑ» της σειράς ΑΡΓΕΝΤΙΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ, των εκδόσεων «θράκα», Φεβρουάριος 2014. Εισαγωγή: Κάρλος Λουίς Τόρες Γκουτιέρες. Μετάφραση: Στάθης Ιντζές.

*** Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Ποιητικός Πυρήνας στη διεύθυνση http://ppirinas.blogspot.com

Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης «Γυναικεία Κραυγή»

16iPzWN2F04mKy6O_hh5rV2sLF5OvFcqyXd53qr6hWcmerEUvZe_kqpyNLkp6EQJcF4c6aKXXdYj4uX9tKhstH4kZ6XQAfIfaKI6NxtlUnJTniPjNo1YfUA=s0-d-e1-ft

Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης «Γυναικεία Κραυγή»
Πέμπτη 13 Μαρτίου, ώρα 19.00 μ.μ.,
αμφιθέατρο Ινστιτούτου Θερβάντες, Μητροπόλεως 23

Με την ευγενική υποστήριξη
της Διεθνούς Αμνηστίας
και της Εταιρείας Συγγραφέων
http://www.poeticanet.gr

Η βία κατά των γυναικών συνιστά θλιβερό φαινόμενο και διόλου εκλείπει από τις σημερινές κοινωνίες, είτε ως ιστορικά παγιωμένη πρακτική είτε ως πρόσκαιρο φαινόμενο κοινονικο-οικονομικό, όπως στην Ελλάδα της κρίσης, όπου σύμφωνα με τη Γενική Γραμματεία Ισότητας μία στις τρεις γυναίκες το 2013 έχει καταγραφεί ως θύμα βίας. Δυστυχώς, λίγες είναι οι φορές που περιπτώσεις άσκησης βίας, είτε σε ατομικό επίπεδο είτε σε συλλογικό –όπως οι μαζικές εξαφανίσεις γυναικών και οι γυναικοκτονίες στο Μεξικό– φτάνουν στα αυτιά της παγκόσμιας κοινότητας, ώστε να ξεσηκώσουν την κατακραυγή που τους πρέπει.

Continue reading →

Jacques Prévert, Alicante

1982114_645403805495605_1648568247_n

Ένα πορτοκάλι στο τραπέζι μου
Το φόρεμά σου πάνω στο χαλί
Και μες στο κρεβάτι μου εσύ
Του παρόντος δώρο γλυκό
Της νύχτας δροσιά
Της ζωής μου ζεστασιά

*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.

Σπύρος Μαρούλης, Ίσως ήμουν για σένα μια ακαταστασία

1185970_650833094973081_1917764384_n

Ίσως ήμουν για σένα μια ακαταστασία,
ίσως ένα αυτόνομο κίνημα των δαχτύλων
που ανησυχούσε τους δημοσκόπους,
και καλούσε τα χέρια
να διασχίσουν τις γραμμές της επιθυμίας
στο ξύπνημά σου,
ίσως να ήμουν η απόλαυση του παρελθόντος σου σε ιστορίες,
ή ίσως το ταξίδι της γλώσσας στην άκρη της νύχτας σου.
Ποτέ, όμως, δεν ήμουν τίποτε παραπάνω
από ένα ακόμα στίγμα
στο Περουβιανό σάλι σου.

Francesco Tomada, Δύο ποιήματα

Η Ιταλία (είναι ρόδι)

Στη ζωή μου αγόρασα και φύτεψα ένα δέντρο μόνο
ένα ρόδι
διάλεξα μια γωνιά του κήπου
από πού βλέπεις τις άκρες των βουνών
από το Άγιο Γαβριήλ μέχρι το Νάνος
εκείνη η κορυφή ήταν Ιταλία και Γιουγκοσλαβία και μετά Σλοβενία
ήταν γη πόνου και μίσους

τα σύνορα θα ‘πρεπε να ‘ναι σαν τους ορίζοντες
όταν κινείσαι κι αυτά κινούνται
εάν σταματάς μαζί σου σταματάνε
και σε κάνουν να νιώθεις στο ακριβές κέντρο του κόσμου

και πατρίδα είναι όπου
ένας άνθρωπος φυτεύει ένα ρόδι
και μπορεί να περιμένει να τρώει τους καρπούς του

——


Το αρνητικό και η εικόνα

Όταν τα παιδιά μας παίζουν πόλεμο
φτάνουν τέσσερα μαξιλάρια στο κρεβάτι να φτιαχτεί μια βάση
όλοι έχουν πιστόλια ή τουφέκια με βαμμένο κόκκινο καπάκι
κάποιοι έχουν και βόμβες από αφρώδες υλικό
τότε αναρωτιέμαι εάν τα παιδιά στη Βηρυττό παίζουν ειρήνη
και πώς τα καταφέρνουν
γιατί δεν υπάρχουν σπίτια κήποι γονείς από πλαστικό
γιατί είναι εύκολο να κάνεις ότι πεθαίνεις
μα είναι αδύνατο να κάνεις ότι ζείς

IMG_0613_COPIA

*Μετάφραση από τα ιταλικά στα ελληνικά: Massimiliano Damagio.

Chris Wallace-Crabbe 
Reviews David Malouf’s Earth Hour

earth-hour

Earth Hour
by David Malouf
UQP, 2014

It is a delight to have, after seven years, a new collection of poems from David Malouf who remains, in his ever-modest way, one of the central figures in Australian writing. As a poet, he glimpses the big currents, but is constantly alert to the tiny epiphanies of dailiness, as when he evokes ‘Shy gifts that come to us from a world that may not/ even know that we are here. Windfalls, scantlings.’

From a world, yes, from a galaxy and many of them, in the midst or even at the edge of which we happen to be: bipedal creatures gifted with language, curiosity, violence, bewilderment and the arts, among them poetry, which notices a great deal but makes very little happen.

Continue reading →

Αντώνης Στασινόπουλος, ποιήματα από το “Εκπέμπουμε στους αναρίθμητους σκλάβους ανά δευτερόλεπτο”

Εκπέμπουμε στους αναρίθμητους σκλάβους

Κρύο, βροχή, αέρας.
Νύχτα, σκιάχτρα στη μέση του χωραφιού
Γλίτσα
Τα πόδια βαριά
Τα πουλιά έφυγαν.
Σκιάχτρα παντού κρύβουν το φως.

—

Σε αφηνιασμένα κύμματα ναυαγοί
Σχεδίες τσακισμένες των γονιών
Οι προσδοκίες
Εει εσείς είδατε
Τα κομμένα λαρύγγια σωσίβια
Των γονιών;

—

Κορίτσι, βγάλε το κεφάλι σου
από την κατσαρόλα της μητέρας
Η καταιγίδα έρχεται κορίτσι
τραβάω για την κοιλάδα
Κορίτσι πάμε
Βγάλε το κεφάλι σου και έλα
στην Κοιλάδα
να αγαπηθούμε στο τραγούδι της βροχής
Μόνο γι’ απόψε κορίτσι
Βγάλε το κεάλι
Αύριο ίσως είναι αργά
Βγάλε το κεφάλι από την κατσαρόλα
της μητέρας
Ω! Κορίτσι της κατσαρόλας
Ω! Κορίτσι της κατσαρόλας που καταλαβαίνεις
μόνο τον τσελεμεντέ της μητέρας.

—

Τα κύμματα της θάλασσας τρέχουν
Τρέχω να τα προλάβω
Έει κύμματα περιμένετε
Τίποτα. Κάθησα και τα κοίταγα
Λευκές εικόνες γεννιούνται και πεθαίνουν
Ήρθε η ώρα του ύπνου
Δεν κοιμάμαι δεν χρειάζεται ούτε αυτό
όπως δεν υπάρχει ένας στίχος να πω.
Είναι σε μένα η τρέλλα του Βοριά;
Ναι! Όχι! Λέω βοριάς, νοτιάς
Κάτω στο ακρωτήριο, τρέχω να προλάβω
μα προδόθηκα απ’ τα μάτια μου
Σκόνη σηκώθηκε στην άσφαλτο,
Μαύρο πέπλο με σκεπάζει.

—

Όπως το είδα, αν το είδα
Όπως το κατάλαβα αν το κατάλαβα

Στο Πάρκο
Τα παιδιά έπαιζαν σε κάτι, που τα λένε
ειδικά παιχνίδια για παιδιά.
Ένας άνθρωπος σ’ ένα παγκάκι,
Χαμογελάει σ’ αυτό που έχει αγκαλιά
Το σφίγγει επάνω του και χαμογελάει συνέχεια
Στο κασετόφωνό του.
Τα πουλιά πέταξαν στα πιο κοντινά κλαριά,
μ’ ένα φτερούγισμα ανέβηκαν ακόμη πιο ψηλά.
Ο άνθρωπος καθόταν στο παγκάκι,
αυτός και το κασετόφωνο
Του χαμογελούσε, χαμογελούσε
Και εκείνο τραγουδουσε
Στο πάρκο
Σ’ ένα απ’ τα πάρκα αυτής της πόλης
Ρώμη. Αύγουστος.

—

Πέτρινες μορφές.
Κρυστάλλινοι ήχοι.
Η εξουσία λικνίζεται
ερωτοτροπώντας με πτώματα.
Μολυβένια ομοιώματα, Επαναστατών
δείχνουν το δρόμο
Διαφανές τσίρκο, αποκεφαλισμένοι κλόουν
Αόρατη φυγή.

*Από τη συλλογή “Εκπέμπουμε στους αναρίθμητους σκλάβους ανά δευτερόλεπτο”, Ανεξάρτητη έκδοση του ποιητή (δεν αναφέρεται χρόνος έκδοσης, αλλά εκδόθηκε κάποια στιγμή στη δεκαετία του 1980, στην Πάτρα).

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Η φυλή μου

1779701_676507005726115_1049644697_n

Οι φίλοι μου διπλά
τρίδιπλα προδομένοι
ακολουθούν τα φεγγάρια τους.
Ολομόναχοι με την ψυχή στα δάχτυλα
στα χείλη
στα ρουθούνια
τη συντριβή τους λιτανεύουν.
Λάμπει το πριόνι στο μεδούλι τους
θολά ποτάμια καλύπτουν τις κόρες των ματιών τους.
Με πόνο
με πόνο
στη στάχτη ρίχνουν ό,τι ωραίο αγάπησαν
με πόνο θέτουν την αποστροφή και τη ντροπή τους
σε θέα κοινή.
Μιλούν για τη μεγάλη ήττα
για την πνιχτή ήττα που τους ματώνει
κι άλλο μη θέλοντας πάντα
σπίθες μονάχα
άπτερες νίκες
παιδιά να παρελαύνουν στον ορίζοντα
σωπαίνουν
αφουγκράζονται
και δεν ακούνε τίποτα
παρά μονάχα τη σιωπή τους.