Την ώρα που αεροκοπανάνε οι άρχοντες
περί δημοκρατικής τάξης, ανάμεσά
μας οι αμίλητοι ζούνε.
Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,
οι ηγεμόνες δυναμώνουν,
ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,
των ανυπόταχτων τα μούτρα
τσαλακώνουν.
Ετούτων των αμίλητων το πετσί, περίεργα θα ’λεγες είναι
φτιαγμένο.
Τους φτύνουνε καταπρόσωπο κι αυτοί σκουπίζουνε σιωπηλά το πρόσωπο το
φτυσμένο.
Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,
και που το παράπονό τους να πούνε;
Απ’ του μισθού τα ψίχουλα, πώς να αποχωριστούνε;
Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,
μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.
‘Ει! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!
Από την κορυφή ως τα νύχια ξεσκεπάστε τους,
άλλο δε μας μένει.
Ποίηση Μάτσης Χατζηλαζάρου
Διαγράφουν περισσότερο από’ να σύμπλεγμα
φανερώνουν ακόμα περισσότερα χρώματα
κι από συμπλέγματα ανάλογα με τη λάμψη
των φτερών τους τόσο λεπτά
όσο και τα χόρτα τσίνορα πλάι στο ρυάκι
ζευγαρώνουν η μια σχηματίζοντας έλικα
κι η άλλη αγκίστρι
οι λιμπελούλες ή ντεμουαζέλες
αρσενικές και θηλυκές
Εσύ που το μάτι σου είναι χείλι
Κομπολόι οι ροδοδάφνες φωτισμένες από τα ερευνητικά αυτοκίνητα
Όλη νύχτα τις μετράνε μία μία το άλλο κομπολόι απλώνεται νω-
Θρά κοίτα τα γριγριά που η θάλασσα του Φαλήρου λικνίζει
Αγαπώ τους καρπούς των χεριών σου κλωνάρια της λεύκας
μακριά έξω στον όρμο τα πολεμικά φωταγωγημένα με λαμπτήρες ως
τα πιο ψηλά κατάρτια διαγράφουν μια τρελή γεωμετρία
τα χάδια σου μυρίζουνε γαρίφαλο
λόγχη της πιο περήφανης αγαύης πάνω σ’ έναν ξερό λόφο της Αττικής
ο μηρός σου έχει το χνούδι του ήλιου
φωνές των κυμάτων μες στη σπηλιά όπου σκαρφαλώνω πάνω σ’ ένα
βράχο αγαλλίαση η δροσερή παλάμη στήριγμα της πλάτης μου
πόσο κάθετος είσαι
τη νύχτα ένας φάρος μακρινός σάρωνε και ξανασάρωνε το κρεβάτι
μας από τότε ανοίγω την αγκαλιά μου στο βλέμμα των φάρων
μ΄έχεις γοργόνα ακρόπλωρη
πέρα απ΄τα γαλάζια λαγκάδια είναι το βουνό ανάμεσα οι βελόνες
των πεύκων μας σκιάζουν με κρόσσια κατά την πνοή της αύρας
χαμογελάς βαθιά στα σωθικά μου
*Αναδημοσίευση από το http://www.poiein.gr/archives/13129
Δημήτρης Τρωαδίτης, από τις “απόπειρες ονείρων”
απόπειρα δέκατη τρίτη
το γκρίζο χάραμα
χωρίς ίχνος ρόδινου
στις ανοιχτές αυλόπορτες
στο παράθυρο της σκέψης
με ευχές και φόβους
γιατί ζεις
κι άλλα δράματα
με πρόσωπα
που δεν γνωρίζεις
απόπειρα δέκατη τέταρτη
το πολύ βαθύ κόκκινο
με τρελαίνει
γιατί είναι το χρώμα
της ανάτασης
φέρνει στο σχεδόν μαύρο
το χρώμα της ανάδυσης
μ’ αυτό αλλάζεις
πλεύσεις
και σχέδια
σαν τα πλάσματα
της πυρκαγιάς
που παλεύουν ολόρθα
κι εξαγριωμένα
απόπειρα δέκατη πέμπτη
η πραγματικότητα είναι άλλη
η κληρονομιά διαφορετική
οι απόκοσμοι γεννήτορές σου
στα βάθη των αιώνων
δεν συγκρατούνται
σαν κουκίδες πίστης
παρατημένες
στην απόλυτη αδράνεια
σε τόπους
χωρίς οριοθετήσεις
στη μέση των κάμπων
του τίποτα
*Από τη συλλογή “υπολήψεις – απόπειρες”. Για να διαβάσετε ή κατεβάσετε τη συλλογή αυτή πηγαίνετε εδώ: http://www.apostaktirio.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=2738:test&catid=57:e-books&Itemid=66
Μια προτροπή του Louis Scutenaire
Γιάννης Υφαντής, Κάτω από το εικόνισμα των άστρων, Εκδόσεις Ίκαρος 2013
Πριν από λίγο καιρό κυκλοφόρησε η νέα ποιητική συλλογή του Γιάννη Υφαντή “Κάτω απ’ το εικόνισμα των άστρων”, από τις εκδόσεις Ίκαρος. Όπως γράφει, ο ποιητής και κριτικός, Θεοχάρης Παπαδόπουλος, “πρόκειται για ποίηση ανατρεπτική, γραμμένη σε γλώσσα λαϊκή και ανεπιτήδευτη, που χωρίς λεκτικούς ακροβατισμούς μιλάει φιλικά με τον αναγνώστη και αυτή η φιλική διάθεση, που δείχνει ο ποιητής δίνει μια μεγαλύτερη αμεσότητα στα μηνύματα, που θέλει κάθε φορά να περάσει.
Το βιβλίο χωρίζεται σε 4 μέρη: Στο πρώτο μέρος συναντάμε ποιήματα, που είτε χρησιμοποιώντας πολλούς, είτε λίγους στίχους καταφέρνουν να αποδώσουν έξυπνα νοήματα χωρίς να κουράζουν. Για μεγαλύτερη κατανόηση παραθέτουμε ένα σύντομο ποίημα: «Πήγαινε, όλο πήγαινε, προσεχτικά, όλα τα πρόσεχε, κρατώντας τον μεγάλο του καθρέφτη. / Προσεχτικά πολύ προσεχτικά. / Να μην του πέσει ο καθρέφτης έλεγε / και σπάσει ο κόσμος». Επίσης, ένα χαρακτηριστικό, που συναντάμε είναι η περιγραφή συνηθειών ορισμένων ζώων, όπως γάτες, κίσσες κλπ. με εύστοχους παραλληλισμούς.
Christian Tito, Εγώ θάθελα
Υποχρεωμένος να ψάξω την ομορφιά
μες τις πιο σκοτεινές κοιλότητες
να την ευχαριστήσω πως ακόμα ζω
ζωντανός άνθρωπος που κρυμμένα μυστικά κυνηγά
το πιο ωραίο παιχνίδι είναι να τα βρεις όλα
και βήμα-βήμα να τα χάσεις
θάθελα να σας κάνω ν’ ακούσετε τη φωνή της γάτας
να σας κάνω να δείτε τα πράγματα αυτού του κόσμου
να φέρω σπίτι σας έναν απροσδόκητο φιλοξενούμενο
θάθελα να σας πω για την φίλη μου την Αγγέλα
άγγελος που πέταξε κι έφυγε
για τον αδελφό μου τον γκέι
και όταν μου το είπε
ήταν πιο κόκκινος απ’ την φωτιά
“ησύχασε ρε φίλε:
εσύ είσαι γκέι
κι εγώ είμαι ποιητής
τέτοια σε κάποια περιβάλλοντα καλύτερα να μην τα λέμε
και σίγουρα
ανάμεσα στα δυο
το πιο επικίνδυνο πράγμα είναι η ποίηση”.
Io vorrei
Costretto a cercare la bellezza
nei più oscuri anfratti
ringraziare di essere vivo
uomo in vita a caccia di tutti i segreti nascosti
il più bello dei giochi
è scovarli tutti e perderli un passo dopo
io vorrei farvi ascoltare la voce del gatto
farvi vedere le cose di questo mondo
mettervi in casa un ospite inatteso
vorrei dirvi della mia amica Angela
angelo volato via
del mio fratello gay
che quando mi ha detto di esserlo
era più rosso del fuoco
“tranquillo amico mio:
tu sei gay
e io sono poeta certe
cose in certi ambienti è meglio tacerle
e di certo
tra le due
la più scandalosa è la poesia.
*Ελληνική μετάφραση: Massimiliano Damaggio
Idea Vilarino, Σαν χείλη απαλά, χείλη κοιμώμενα φιλήσουν…
Σαν χείλη απαλά, χείλη κοιμώμενα φιλήσουν
ωσάν πεθαίνοντας τότε,
κάποτε, πιο πέρα κι απ’ τα χείλη φτάνοντας
και καθώς τα βλέφαρα από τον πόθο ξεχειλίζουνε και πέφτουν,
τόσο αθόρυβα όσο ο αέρας το επιτρέπει,
η σάρκα, με τη μεταξένια θέρμη της, νύχτες ζητάει∙
και τα κοιμώμενα χείλη
μες στην ανείπωτη ηδονή τους, εξίσου, νύχτες ζητούν.
Νύχτες, νύχτες σιωπηλές, με σκοτεινά βελούδινα φεγγάρια,
νύχτες ατέλειωτες, φιλήδονες νύχτες, από φτερουγίσματα διάτρητες,
μες στον αέρα που γίνεται χέρια, έρωτας, στοργή,
νύχτες ωσάν από πανιά κι από κατάρτια…
Τότε είναι, στο ύψιστο πάθος, όπου αυτός που φιλά
ξέρει -και πώς ξέρει!- τα πάντα, ακατάπαυστα, και βλέπει πώς τώρα
ο κόσμος με θαύμα μοιάζει μακρινό,
πώς τα χείλη ανοίγουν πιο βαθύ ακόμη το θέρος,
πώς ο νους παραλύει,
και πώς φτάνει κι αυτός ο ίδιος να ξεχνιέται μες στο φιλί
ενώ άνεμος παθιασμένος τους κροτάφους του γυμνώνει∙
τότε είναι, στο φιλί απάνω, που τα βλέφαρα αργοπέφτουν
κι ο αέρας φτερουγίζει με μια ανάσα ζωής,
και περισσότερο αναριγά
αυτό που δεν είναι αέρας: η φλεγόμενη δέσμη των μαλλιών,
η φωνή που γίνεται βελούδο και, άλλοτε,
οι οπτασίες νεκρών που αιωρούνται.
*Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη.
Δημήτρης Ψαλλίδας, Σπάζοντας την κλειδαριά στου μυαλού τη φυλακή
V
Σαν είσαι φυλακή,
ακούς τα βήματα του φύλακα
και πάει ο νους σου στο κακό.
Αυτόματα το σώμα,
παύει να υπακούει,
και παίρνει στάση άμυνας.
Η κοιλιά σου σφίγγει
και χώνεις το πρόσωπο στα μπράτσα σου.
Φοβόμουν στην αρχή,
φοβόμουν το μαρτύριο
και τις κραυγές.
Τις ψιλές κοφτές νότες
που ξεχύνονται απ’ το στόμα
μονάχα για να χωθούν στ’ αυτιά
και νέες μαχαιριές
να δώσουν στην καδιά μου.
Μα πιο πολύ,
με τρόμαζε το μικρό κομμάτι ουρανού,
που είχα σαν κρεμασμένο πίνακα,
στον τοίχο.
Αυτό το μπλε,
όμοιο μ’ απύθμενο πηγάδι
ρουφούσε τη ψυχή μου,
κραυγάζοντας πως το μαρτύριο,
δεν είναι γεγονός καθολικό.
Φωνάζοντας,
πως είμαι μονάχος,
καταδικασμένος μια ζωή,
να τρέμω,
να κρυώνω,
να φοβάμαι,
να θρηνώ.
Ζωή Καρέλλη, Η Άνθρωπος
8 Μάρτη – Διεθνής Ημέρα της Γυναίκας
Εγώ γυναίκα, η άνθρωπος,
ζητούσα το πρόσωπό Σου πάντοτε,
ήταν ως τώρα του ανδρός
και δεν μπορώ αλλιώς να το γνωρίσω.
Ποιος είναι και πώς
πιο πολύ μονάχος,
παράφορα, απελπισμένα μονάχος,
τώρα, εγώ ή εκείνος;
Πίστεψα πως υπάρχω, θα υπάρχω,
όμως πότε υπήρχα δίχως του
και τώρα,
πώς στέκομαι, σε ποιο φως,
ποιος είναι ο δικός μου ακόμα καημός;
Ω, πόσο διπλά υποφέρω,
χάνομαι διαρκώς,
όταν Εσύ οδηγός μου δεν είσαι.
Πώς θα ιδώ το πρόσωπό μου,
την ψυχή μου πώς θα παραδεχτώ,
όταν τόσο παλεύω
και δεν μπορώ ν’ αρμοστώ.
«Ότι δια σου αρμόζεται
γυνί τω ανδρί.»
Δεν φαίνεται ακόμα το τραγικό
του απρόσωπου, ούτε κι εγώ
δεν μπορώ να το φανταστώ ακόμα, ακόμα.
Τι θα γίνει που τόσο καλά,
τόσο πολλά ξέρω και γνωρίζω καλλίτερα,
πως απ’ το πλευρό του δεν μ’ έβγαλες.
Και λέω πως είμαι ακέριος άνθρωπος
και μόνος. Δίχως του δεν εγινόμουν
και τώρα είμαι και μπορώ
κι είμαστε ζεύγος χωρισμένο, εκείνος
κι εγώ, έχω το δικό μου φως,
εγώ ποτε, σελήνη,
είπα πως δεν θα βαστώ απ’ τον ήλιο
κι έχω τόσην υπερηφάνεια
που πάω τη δική του να φτάσω
και να ξεπεραστώ, εγώ,
που τώρα μαθαίνομαι και πλήρως
μαθαίνω πως θέλω σ’ εκείνον ν’ αντισταθώ
και δεν θέλω από κείνον τίποτα
να δεχτώ και δεν θέλω να περιμένω.
Δεν κλαίω, ούτε τραγούδι ψάλλω.
Μα γίνεται πιο οδυνηρό το δικό μου
ξέσκισμα που ’τοιμάζω,
για να γνωρίσω τον κόσμο δι’ εμού,
για να πω το λόγο δικό μου,
εγώ που ως τώρα υπήρξα
για να θαυμάζω, να σέβομαι και ν’ αγαπώ,
εγώ πια δεν του ανήκω
και πρέπει μονάχη να είμαι,
εγώ, η άνθρωπος.
*Από τη συλλογή Αντιθέσεις (1957).
**Αναδημοσίευση από το Φρέαρ στη διεύθυνση http://frear.gr/?p=4561
Γυναίκες… (για την τιμή και τη μνήμη)
8 Μάρτη – Διεθνής Ημέρα της Γυναίκας
Για τη Λευκή Μολφέση
Υπάρχουν γυναίκες που φοράνε
την ομορφιά τους σαν πένθος,
γυναίκες φωτεινές και σκιασμένες,
διπλά δρεπάνια της αψίδας,
με το παιδί ασάλευτο στα
σταυρωμένα χέρια.
Άλλες είναι χάρτινες, στοιχειά νηπιαγωγείων,
άλλες πάλι, ζωγραφιές με κιμωλία,
όρθια τα μαλλιά και μεγάλη μαύρη τσάντα.
Υπάρχουν γυναίκες ακροκέραμα
ανάμεσα στις άλλες,
γυναίκες με το μακρύ λαιμό,
το χείλος της κανάτας,
άλλες που είναι ωδικά πτηνά
κι άλλες που είναι χήνες.
Υπάρχουν γυναίκες που τις
φωνάζει ο φονιάς
να βγάλουν τον θάνατο περίπατο
μες στ’ αραιό το δάσος.
Υπάρχουν γυναίκες που τις
φωνάζει το παιδί Μαμά
και αυτές δεν απαντάνε…
Υπάρχουν γυναίκες που κάθε
τρίχα της κεφαλής τους
είναι κι ένας όρκος.
Είναι εκείνες που σέβονται το όνομα τους.
Κι οι άλλες που το εξευτελίζουν,
εκείνες που με τα χρόνια βαραίνουν,
κι οι άλλες που ξεφτίζουν,
εκείνες που στέκουν στο κήπο
ρόδινες σαν τη μυγδαλιά,
εκείνες που άγρια χόρτα γεμίζουν,
εκείνες που χάνουν το φως τους,
εκείνες που απ’ τον καημό λυγίζουν,
εκείνες που κλωτσάει ο θάνατος
από μικρά παιδιά.
Εκείνες που κλείνουν μια
τελευταία φορά το παράθυρο
και καθαρίζουν μια τελευταία φορά το σπίτι
και ταΐζουν τον σκύλο μια τελευταία φορά
και μας αφήνουν δίχως να πούνε λέξη,
έτσι σκληρά και μαγικά,
σαν το κερί που κρατάς στο χέρι
και σου σβήνει.
*Ποίημα από την ανθολόγηση Ερωτικό Λεξικό της Ελλάδας του Ζ. Λακαριέρ.
*Η Λευκή Μολφέση (1953-2005) γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Παρίσι. Πέρασε αρκετά χρόνια στις Βρυξέλλες και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, όπου μοίραζε τη ζωή της ανάμεσα στην πόλη και την Αίγινα.
Κόρη του γλύπτη Ιάσονα Μολφέση και ανιψιά του πολιτικού Λεωνίδα Κύρκου, ήταν ιδιαίτερα αγαπητή στους λογοτεχνικούς κύκλους,
Ο Ζακ Λακαριέρ αφιέρωσε ειδικό λήμμα σ’ αυτή, στο “Ερωτικό λεξικό της Ελλάδας”, γράφοντας ότι “τα πεζά της έχουν ένα ιδιαίτερο, εντελώς προσωπικό αφηγηματικό σχήμα, απείθαρχο στους συνήθεις κανόνες του είδους”.
Έγραψε ποίηση και πρόζα. Βιβλία της εκδόθηκαν στα γαλλικά και τα ελληνικά. Στα γράμματα εμφανίστηκε με την ποιητική συλλογή “Croisiere sur le Styx” (Άγρα 1987), ενώ στο ελληνικό κοινό έγινε γνωστή με το αφήγημα “Γυάλινα σύνορα” (Εξάντας 1996), μια ανάπλαση του μύθου της Ελλάδας με “ξεναγό” την Καλή Κύρκου.
Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει, επίσης, άλλα δύο βιβλία της: το παιδικό “Ο Αγγελύκος και οι δύο του αδελφές” (Περίπλους, 2002) και η συλλογή διηγημάτων “H μέρα που λέγεται σήμερα” (Μελάνι, 2003), βιβλίο που μπήκε στον τελικό κατάλογο (short list) υποψηφιότητας για τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2004.
Μετέφρασε προς τα γαλλικά αρκετά ελληνικά κείμενα, ανάμεσά τους τα “Φτερά μπεκάτσας” του Θανάση Βαλτινού, ποιήματα του Γιώργου Βέλτσου, κ.ά.”Έφυγε” αναπάντεχα σε τροχαίο δυστύχημα, τέτοιες μέρες το 2005,
Σημ: ένα χρόνο πριν είχε αναρτηθεί και πάλι το ποίημα αυτό. Φέτος συνοδεύεται από ένα μικρό βιογραφικό της Λευκής Μολφέση, μιας και τέτοιες μέρες ήταν που έφυγε από κοντά μας.
*Αναδημοσίευση από το http://dikaex.blogspot.gr/2014/03/blog-post_8.html






