Επειδής ήταν πόλεμος και η ώρα αργά
είπα να γυρίσουμε σπίτι μη και μας βρει η περίπολος
κι η συμφορά. Εκείνος σαν να γέλασε,
κάτι σαν μαρμαρωμένος λυγμός στην παγωνιά
του μισοφέγγαρου. “Σιγά, μή βιάζεσαι αδελφέ,
ξεχνάς πως έχω χρόνια ν’ ανεβώ αυτές τις σκάλες.
Κι έπειτα, δεν είναι αυτός ο δρόμος που θυμάμαι.
Πού είναι εκείνες οι αυλές, οι βαμμένοι τενεκέδες
με τα γεράνια, τα μπαλκόνια με τις μοσκοκαρφιές;
Και για ποια περίπολο μιλάς; Ξέρεις πως χρόνια τώρα
με σέρνουν κρύα ρέματα και βολοδέρνω
μέσα στου νου σου τις ερημιές.” Κι ήτανε τότες
που ξαφνικός αγέρας σίφουνας έσπρωξε το φεγγάρι
πέρα απ’ τον ουρανό, αφήνοντας το καντήλι να τσιρίζει
στο μισοσκόταδο, μπροστά στο εικονοστάσι.
Γεωργία Τρούλη, Ο επίδεσμος έρωτας
Όταν σου έλεγα κάποτε πως η πολλή μόρφωση
Λειτουργεί παραμορφωτικά στο βλέμμα
Έκανες εφησυχασμούς
Στο νύχι που κόβει τον παράμεσο
Κι έλεγες
Τώρα που καίω δέρμα-δέρμα την πλαστική
Αναπόδραστη ανάμνηση
γιατί θες να μάθεις
Για τον επίδεσμο έρωτα
Για τον επίφοβο αφανισμό μου
Κάνε αναδεύσεις
Και μην ξεχνάς
Να ξεμυτίζει η μύτη σου
Στο πάνω άκρο της σελίδας
Λέγεται ανύψωση πνεύματος;
Λέγεται κατακραυγη;
Αυτό είναι μόρφωμα
Επικηδειο μοίρασμα
Αγαπητή μικρή
και λίγοι
Σώθηκαν
από το σάρκωμα
Της γνώσης
Της μορφής
Και του έρωτα
Το υδροκέφαλο μωρό κοιμάται
Ανάμεσα
Στα πόδια μας
Το παίζουμε άνετοι
Προσποιούμαστε
δέσμευση
Άννα Νιαράκη, Οι φίλοι μου
Οι φίλοι μου φυλή που αποδεκατίστηκε
σπάνια πουλιά που τα κυνήγησαν για τα φτερά τους
μαράζωσαν σε αστικά κλουβιά και την έκαναν μια νύχτα
με πανσέληνο
Οι φίλοι μου είχαν φτερά στην πλάτη
άγγελοι εκπεσόντες στη ζούγκλα
τους πήρε μια ζωή να βρουν το δρόμο πίσω
Οι φίλοι μου με περιμένουν, στέλνουν σημάδια με
το Σείριο, να ξέρω να μη φοβάμαι
Νίκος Καρούζος, Περίπατος του Γιάννη
Έχοντας ένα σκορπισμένο βλέμμα στο δρόμο
που είν’ έρημος
ωχρός αγγίζει τον άχαρον αποσπερίτη-
μες στη φυλακή της θάλασσας η ποίηση του νερού.
Βρέθηκε σε τρόμους με δηλητήρια στα χέρια η μοναξιά σα δαχτυλίδι ζει στο δέρμα του
κ’ η μοίρα είναι μαύρη ως τα αστέρια.
Κακότυχοι έλληνες με τρύπιο μεροκάματο
Χρόνια και χρόνια ραγιάδες
Γύρω κλαίνε μητέρες γύρω κλαίνε κορίτσια
Ο ένας τραγουδά τη λησμονιά ο άλλος την αγάπη.
«Όσο βαριά είν’ τα σίδερα
είν’ η καρδιά μου σήμερα»…
*Από τη συλλογή “Η έλαφος των άστρων” (1962)
**Το ποίημα αναδημοσιεύεται από το http://greekpoems.wordpress.com/2014/05/13/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7-%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%B6%CE%BF%CF%82/
Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Fast Food III
Δημήτρης Τρωαδίτης, ο καθρέπτης
Μαρία Θεοφιλάκου, Η επαλήθευση του Κόσμου
Κρεσέντο μιας πλατιάς δημοκρατίας
είναι η φύση
Γιατί ποτέ δε ρώτησε το όνομα
και το ποιόν σου
Κι αν είσαι μόνος,
ο ωκεανός θα ενώνεται με τη στεριά
πέρα στη Mar del Plata κάθε βράδυ
ή θ’ αντηχεί ο αυγερινός τις μυρωδιές της Κίνας
Κι αν έχεις θλίψη,
μπορείς τη χούφτα σου ν’ απλώσεις στο φεγγάρι
στη χρυσαφιά παλάμη σου να λησμονήσεις
ανάμεσα σε αγριόχορτα και βάλτους ξαπλωμένος
τον τελευταίο σου χαμό
Κι αν έχεις χάσει,
υπάρχουν άστρα που τα μάτια σου αγνοούν
μα η καρδιά σου βλέπει
καθώς το πέρασμα των ανθοπώλεων αλαργεύει
πέρα στο Μεξικό, Νοέμβρη
Καθώς ο γύρω κόσμος σου είναι βαθύτερος
από την όποια σου περαστική θαμπάδα,
κοιτάς που ο χρόνος μοιάζει να σμίγει σε γιορτή
με ό,τι δεν αντιστέκεται
Κι αν είσαι μόνος,
τα αστέρια φέγγουν μιαν αλήθεια
μυριάδες χρόνια μακριά,
που ξεπερνά το όποιο βίωμά σου,
τον όποιο πόνο κρύβεις,
κάτω από το σηκωμένο σου γιακά,
στην πρωινή δροσιά
Όταν βραδιάσει ο ουρανός
βραδαίνει η στράτα προς το αύριο
Γιατί δημοκρατεί η φύση
ώστε δεν είσαι δα εσύ ο πιο εκλεκτός
παρά μονάχος σε μια κώχη γής
τριγυρισμένος από θάματα που ανήκουν σε πολλούς
ζωσμένος από ζωή άλλων που τρέχει
ενώ εσύ αργείς το λαβωμένο σου δρασκελισμό
προς την καινούργια μέρα
Κι αν έχεις χάσει,
τα αστέρια φέγγουν μιαν αλήθεια
μυριάδες δρόμους πιο μπροστά
Έτσι που κι αν πλαγιάσεις στο πεύκο δίπλα
και σηκωθείς στου πέλαγου το πρώτο κύμα,
την ευτυχία σου σκάβεις να βρεις
με λερωμένα μέλη στο άσπονδο χώμα
Σε πολιτείες που ‘ναι φρουροί ακοίμητοι
ή άλλες που ποτέ δεν θα ξυπνήσουν,
παραδομένες στο αιώνιο λίκνισμα της θάλασσας,
παντού θωρείς μικρός κι ολίγος
μπροστά στο στρόβιλο ετούτου του πλανήτη
μπρος στην πλημμύρα ανθρώπων που δικαιούνται
Κι αφού πονέσεις
για την λαμπρή την τύχη που δε βρήκες
θα λησμονήσεις πως είχες κάποτε αξιώσεις
Κι αν είσαι μόνος,
μην είν’ παράτερο,
μόνο επαλήθευση του Κόσμου
*Από την ποιητική συλλογή ΑΝ[ΩΝ]ΥΜΑ, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 2010.
Τσέζαρε Παβέζε , Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου
Θα έρθει ο θάνατος και θα έχει τα μάτια σου.
αυτός ο θάνατος που μας συνοδεύει
μέχρι το βράδυ από το πρωί, ξάγρυπνος
αναίσθητος σαν παμπάλαια τύψη
ή παράλογη διαστροφή.
Τα μάτια σου θα είναι μια μάταιη λέξη
μια πνιγμένη κραυγή, μια σιωπή.
Έτσι τον βλέπεις κάθε πρωί, μόνη,
διπλωμένη στα δυο μπροστά
στον καθρέφτη. Ω, αγαπημένη ελπίδα,
εκείνη τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς
πως είσαι το τίποτα πως είσαι η ζωή
Για όλους έχει ένα βλέμμα ο θάνατος.
Ο θάνατος θα έρθει και θα έχει τα μάτια σου.
Θα είναι σαν να σταματάς μια διαστροφή,
σαν να βλέπεις να αναδύεται απ’ τον καθρέφτη
ένα πρόσωπο νεκρό,
σαν να αφουγκράζεσαι ένα στόμα κλειστό.
Βουβοί θα βυθιστούμε στην άβυσσο.
*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου
Νεκταρία Μαραγιάννη, Το ξύπνημα
Ποίηση
είναι να πεθαίνεις πάνω στο ποίημα,
να υπνοβατείς πάνω στους στίχους σου
νυσταγμένα όνειρα και ελπίδες
από έναν απαράμιλλο κόσμο Παραδείσου,
που με μιας απελευθερώθηκαν στο χαρτί
από τη βιαστική ένταση του κύματος,
από ένα χέρι που μιλά μόνο του,
από μια ψυχή
που βαπτίζει Λύτρωση
τον Πόνο που σπέρνουν
οι λέξεις που ουρλιάζουν
και η καρδιά που κλαυθμυρίζει.
Νέττα, 3/6/2011
Nanja Noterdaeme, Οικειότητα / Intimacy
Αυτή είναι η σκοτσέζικη φούστα
Αυτό το κόκκινο και το πράσινο καρό
Αυτά τα πόδια μου
Το κολάν και τα παπούτσια
με το ρελάκι.
Αυτά είναι τα χέρια μου
Βγαίνουν από το μάλλινο “angora”
Αυτή η στάση μου, όρθια με το βλέμμα στο φακό,
κι αυτό είναι όλο.
Κρατάω κόλλες χαρτιού.
Είμαι μικρή,
Ένα κορίτσι μέσ’ τα χέρια της
φύλλα γραμμένα με το χέρι.
Αυτό είναι όλο.
Και η μαμά. Λίγο απόμακρη.
Πίσω αριστερά.
Intimacy
This is the Scottish skirt
And the red and the green squares.
These are my legs
The woolen stockings
And the shoes
With the strap
These are my arms
They come out of the angora jumper.
This is my allure, straight and looking
right into the camera.
And this is all.
I am holding some paper sheets.
I am small,
A small girl holding
handwritten pages in its hands.
This is all.
And mum. A little further back.
On the left.






![ΑΝ[ΩΝ]ΥΜΑ](https://tokoskino.me/wp-content/uploads/2014/05/ceb1cebdcf89cebdcf85cebcceb1.jpg?w=549)


