my feet are hungry
by Chris Wallace-Crabbe
Pitt Street Poetry, 2014
Readers of Australian poetry will expect a new collection from Chris Wallace-Crabbe to be a work of erudition and wit. In this they will not be disappointed. Wallace-Crabbe is entirely in command of his craft and possessed of intelligence that does not waste itself in trivialities. The ends of lives and civilisations are often on the edges of these poems, sometimes at their centres. They are, though, consistently playful. For all the seriousness of the literary and philosophical ghosts who haunt this book (Plato and Freud among them) there is nothing ponderous about it.
The book begins with one of these historical revenants in the brief ‘After Bede’: ‘Our lives are built upon unlikelihood, / their poignancy oddly fragile / at the best of times / like snow that falls softly / into a ravaging bushfire.’ The fire and snow appear to come from the most famous passage of Bede’s Ecclesiastical History (II.13), where ‘one of the king’s chief men’, likens human life to the flight of a sparrow through a fire-lit hall, passing ‘from winter to winter’. These basic elements are reworked to an even starker image of impermanence.
of work by people in immigration detention.
Janet Galbraith will present
New works by writers involved in
Writing Through Fences
an online writing group of writers
incarcerated or formerly incarcerated
in immigration detention centres.
Janet will also speak about her recent trip to
Christmas Island
Wesley Hill Bakehouse
97 Duke Street
Castlemaine
Friday 11th July
2pm-4pm
All Welcome
The current poetry/printmaking collaborative exhibition facilitated by Janet Galbraith with poetry by “G”, and artworks by Helen Seligman, can be viewed at the Wesley Hill Bakehouse from now until Friday11th July 7am to 4pm Monday to Friday
The artworks are for sale, all proceeds going to Writing Through Fences.
Στον ήλιο του απογεύματος
με γερμένη την πλάτη μες το πράσινο
σε παγκάκια καθόμαστε.
Τα χέρια μας κρέμονται κάτω,
θλιμμένα ανοιγοκλείνουν τα μάτια μας.
Κι οι άνθρωποι ντυμένοι περνούν
με βήμα τρικλιστό πάνω σε χαλίκια
κάτω απ’ αυτόν τον τεράστιο ουρανό
που απλώνεται μακριά απ’ τους λόφους
ως τους λόφους πέρα μακριά.
*Από το βιβλίο “Η πληγή και η λέξη” εκδ. Σαιξπηρικόν, σε εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια Νίκου Βουτυρόπουλου.
Σκάβε! πρόσταζε η σκαπάνη.
Σφάζε! ξανάλεγε το μαχαίρι.
Και μου ξερίζωναν τη μνήμη
Κι εβασάνιζαν το χάος μου.
Όσοι με είχανε αγαπήσει.
Μετά σιχαθεί, και πιο μετά ξεχάσει,
Έγερναν τώρα και πάλι πάνω μου.
Κάποιοι έκλαιγαν, κάποιοι άλλοι ήσαν ευτυχείς.
Ψυχρή αδελφή μου, του χειμώνα χλόη,
Περπάταγα και σ’ είδα ν’ αβγαταίνεις,
Να ψηλώνεις πιο πολύ από τους εχθρούς μου,
Να πρασινίζεις πιο πολύ από τις αναμνήσεις μου.
*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
*Το ποίημακαι την εικόνα της ανάρτησης τα πήραμε από το Αλωνάκι της Ποίησης στο http://alonakitispoiisis.blogspot.com
Η Μαρία Παπαδήμα είναι η κατεξοχήν μεταφράστρια του Φερνάντο Πεσόα.
Τώρα μεταφράζει και επιμελείται από την αρχή τις μεταφράσεις του Πορτογάλου ποιητή και συγγραφέα για τον εκδοτικό οίκο Gutenberg.
Μια συνομιλία μαζί της ξεκλειδώνει μερικά από τα κλειδιά κατανοήσης του συγγραφέα με τα πολλά προσωπεία.
Ποιο είναι το στίγμα του Πεσόα στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία;
Το έργο του Πεσόα εγκαινιάζει, θα έλεγα, «την εποχή της υποψίας» (η έκφραση ανήκει στον Σταντάλ) της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Νομίζω ότι αντιπροσωπεύει όσο κανένας ομότεχνός του την κρίση της ευρωπαϊκής κουλτούρας μπρος στο βάρος της κληρονομιάς της και την αναζήτηση ενός νέου τρόπου έκφρασης. Σύντροφοί του, ανεξαρτήτως χρονικής σύμπτωσης, είναι ο Μαλαρμέ, ο Μούζιλ, ο Μπέκετ, ο Μπλανσό, ο Λερίς, ο Σιοράν, ο Μπροχ, ο Έσσε, ο Μισώ, ο Αρτώ, ο Μπρετόν, ο Μπατάιγ. Και στην παγκόσμια λογοτεχνία, ο Πάουντ και ο Μπόρχες.
Πού μοιάζει και πού ξεχωρίζει με τους συγκαιρινούς του;
Αν μοιάζει ως τον κοσμοπολιτισμό, ο οποίος διατρέχει την ευρωπαϊκή λογοτεχνία πριν τον Πρώτο παγκόσμιο Πόλεμο, με τον κυβισμό, τον φουτουρισμό, τον Σαντράρ, τον Λαρμπώ και τον Μοράν, το κύριο στοιχείο διάκρισης είναι η αποπροσωποποίηση, κεντρικός πυρήνας της ποιητικής του, δηλαδή η αποσύνδεση του δημιουργού από το έργο του, η ρήξη αυτού του αδιάσπαστου, αδιαμφισβήτητου και σχεδόν ιερού δεσμού που στη λογοτεχνική παράδοση συνδέει ένα άτομο με συγκεκριμένη βιογραφία με ένα έργο με συγκεκριμένη ταυτότητα. Πρόκειται για την κατάργηση και ταυτόχρονα τη μυθοποίηση του ίδιου του υποκειμένου, την αποποίηση ή την απώλεια και ταυτόχρονα τον πολλαπλασιασμό του εγώ.
Όλα ήταν έξοχα χτες βράδι
τόσο που κρυσταλλώθηκε η θάλασσα στους βράχους
κ` έγινε αλάτι
τόσο που κρυσταλλώθηκαν τα σύννεφα ψηλά στον ουρανό
κ` έγιναν αστέρια
τόσο που κρυσταλλώθηκε δω κάτω η σιωπή μας
κ` έγινε φιλί.
Όλα ήταν έξοχα χτες βράδι
μόνο που ήρθαν ίσως με κάποια καθυστέρηση
όπως φτάνει στον πεσόντα
η διαταγή προαγωγής του σε υποδεκανέα.
Συνέντευξη του Δημήτρη Παπανικολάου στον Θοδωρή Αντωνόπουλο
Πόσο γκέι ήταν ο Αλεξανδρινός ποιητής και πόση σημασία έχει η θαρραλέα εκδηλωμένη σεξουαλικότητά του, που τόσο ταμπού αποδείχθηκε για την επίσημη κουλτούρα μας και για πολλούς εγχώριους μελετητές, στην αποτίμηση του έργου του; Είναι τελικά πιο συνειδητοποιημένος, πιο επαναστάτης, πιο μοντέρνος από όσο εκτιμούσαμε; «Αναμφίβολα!», εκτιμά ο συμπατριώτης αναπληρωτής καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης στο εξαίρετο πόνημά του «Σαν κ’ εμένα καμωμένοι» – ο ομοφυλόφιλος Καβάφης και η ποιητική της σεξουαλικότητας (Πατάκης)
Γιατί ο ομοφυλόφιλος, gay, “queer” Καβάφης;
Γιατί καταρχήν ο ίδιος ο ποιητής δεν σχετιζόταν με την εικόνα του μονήρους, εγκλωβισμένου, ενοχικού Καβάφη που μας κληροδοτήθηκε. Βέβαια, η συζήτηση για την ομοφυλοφιλία στον Καβάφη έχει υποτίθεται ήδη διεξαχθεί, έλα όμως που, τουλάχιστον στην Ελλάδα, δεν είχε την ευθύτητα, την αναλυτική ευκρίνεια και την ειλικρίνεια που άρμοζε. Κι όμως ο ίδιος ο ποιητής όχι μόνο επεδίωξε αυτή την κουβέντα αλλά την ξεκίνησε κιόλας ο ίδιος, την προετοίμασε, έθεσε τους όρους διεξαγωγής της. Διαβάζοντας κανείς τα δημοσιευμένα καθώς και τα αδημοσίευτα γραπτά του, το καταλαβαίνει.
Ήταν άραγε «σταδιακή» η απελευθέρωση του ποιητή, όπως ισχυρίζονται κάποιοι μελετητές;
Τι σημαίνει «σταδιακή απελευθέρωση»; Φτάνει ποτέ κανείς στο σημείο να είναι πλήρως απελευθερωμένος; Δεν μπαίνω σ’ αυτή τη λογική, κυρίως γιατί απεχθάνομαι τις βιογραφίστικες, τις παθολογικίστικες ερμηνείες και τα λοιπά κόμπλεξ που πιθανόν κρύβουν πίσω τους τέτοιες αναγνώσεις (υπονοώντας, για παράδειγμα, ότι ο Καβάφης δήθεν περίμενε να πεθάνει η μητέρα του για να απενοχοποιηθεί ή ότι αυτό συνέβη σε μια μεγάλη πλέον ηλικία, όταν πια «όλα ήταν στο παρελθόν»). Τη ζωή του Καβάφη εγώ τη βλέπω σαν μια διαρκή προσπάθεια κατάκτησης της παρρησίας να μιλά κανείς για τις ερωτικές του επιλογές. Θες να το πεις «σταδιακή» απελευθέρωση αυτό, μπορείς. Προσωπικά, θεωρώ ότι ως αναγνώστες του Καβάφη καλούμαστε να παρακολουθήσουμε ένα ποιητικό σχέδιο που αγγίζει ταυτόχρονα τη ζωή και το καλλιτεχνικό έργο. Βλέπουμε μια συνεχή διαδικασία διεκδίκησης ενός λόγου, μια προσπάθεια να κατακτήσει κανείς το δικαίωμά του στην ισότιμη κοινωνική συμμετοχή αλλά και στη δημόσια διατύπωση της διαφοράς. Ας μην ξεχνάμε ότι την ομοφυλόφιλη συνειδητότητα που βλέπουμε να χαρακτηρίζει τους ήρωες ή/και την ποιητική φωνή σε πολλά ποιήματά του, ο Καβάφης την κατέκτησε• ούτε δεδομένη ούτε επιτρεπτή ήταν πιο πριν.
Αυτές οι αργές λέξεις κάτι έχουν
από αργό ήλιο που τα απογεύματα τα τελευταία
του σεπτέμβρη διαλύεται στο ασήμι.
Είναι το πορφυρό μυστήριο του οίνου
που σαν ένα παιδί ξαναγεννιέται στο πατητήρι
με θορυβώδη φωνή και μάτια ηλικιωμένου.
Αυτές οι λέξεις έρχονται στα χείλη
όπως στην άκρη μιας πισίνας η σελήνη
συναισθηματική, αρχαία, αυστηρή και ευγενής.
Είναι η βρεγμένη γη, ο αγνός άνεμος
που πλέκει μάγια ανάμεσα στα πουρνάρια˙
ο χάλυβας μετριασμένος από θάρρος˙
ο βασιλιάς και ο επαίτης, που, στη μεγάλη ώρα,
ξέρουν να βλέπουν μέσα τους σαν ένας καθρέφτης
του αιώνιου ανθρώπου που στη σιωπή πεθαίνει.
Και είναι η ακρόπολη, και είναι το μάρμαρο
που διατηρεί μάχες και καταδίκες,
απ’ τη φαυλότητα των ημερών πάντα ασφαλείς.
Αυτές οι αργές λέξεις είναι οι γονείς
που μας κληροδότησαν ναούς, παλιά ενδύματα
και μια ιστορία διδαγμένη στις σοφίτες.
Κι είναι τα σύννεφα επίσης χωρίς ιστορία
που οικοδομεί την έρημο μες στην αδυναμία
όπου μονάχα η πίστη κρατά σε αναμονή
το μετάξι, με το βάρος του θανάτου.
Πιο πέρα από τις άγονες γραμματικές,
πιο πέρα από τα ψυχρά ράφια,
πιο πέρα από των χρόνων τα φύλλα,
και πιο πέρα από τη λογοτεχνία,
αυτές οι αργές λέξεις είναι το δικό μου αίμα,
και καίνε σ’ αυτές μέσα πολλές ζωές μαζί,
πολλά μάτια που κοιτάζουν εκ του χρόνου,
άμα τις κάνω απ’ τις αβύσσους τους να γυρίσουν
στο αυτί για να σου μιλήσουν. Αυτές οι λέξεις
είναι το σώμα μου που θρύψαλα απ’ την άμμο έχει γίνει,
η καρδιά μου από την τρικυμία μεταφερμένη,
η ψυχή μου μέσα στο κοχύλι μαζεμένη.
*Από το βιβλίο Άσματα και φυλακές, Isla de Siltolá 2011. Ο Χουάν Μανουέλ Μαθίας [Juan Manuel Macías] (γεν. Καρταγένα, 1970), είναι φιλόλογος, ελληνιστής και μεταφραστής. Συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά που σχετίζονται με τα κλασικά γράμματα, με άρθρα και μεταφράσεις ελληνικής ποίησης. Ποιήματά του και άρθρα του λογοτεχνικής κριτικής έχουν δημοσιευτεί σε αρκετά περιοδικά ποίησης. Έχει εκδώσει 3 ποιητικές συλλογές καθώς επίσης σε μετάφραση ποιήματα της Σαπφούς και την ποιητική συλλογή της Μαρίας Πολυδούρη με τίτλο «Οι τρίλλιες που σβήνουν».
**Το ποίημα αυτό είναι από την Ανθολογία σύγχρονης ισπανικής ποίησης, από τις εκδόσεις Βακχικόν, σε μετάφραση ελληνικά και επιμέλεια Άτης Σολέρτη.
Goad Omen
by Corey Wakeling
Giramondo Publishing, 2013
How do you hear the title to this volume of poems by Corey Wakeling? Goad Omen: two words that really slow you down as a reader, make you dwell on their unnatural pairing. Three dipthongal, molasses-slow syllables. They sound like a slip of the tongue, a conversational mishearing, or typo that should have been Good Omen perhaps. ‘Goad’ is a really old word, ambivalent here as it’s readable as either a noun or a verb, material and abstract at the same time – stick, prod, anku; impel, incite, drive. ‘Omen’ is another kind of referential flip-flop, signifying either a good or bad prognostication, black or white. Nothing in the extruded binary of this title, though, can resolve or clarify these indeterminacies. The meaning they produce is an estranging nimbus of uncomfortableness and unknowable fate.
Turns out this is emblematic of the ontology of words in Goad Omen’s poetic domain, and also of the off- and near-meanings they organise. Wakeling has a remarkably consistent voice, or voices, despite the arpeggio-like range of his shifts and changes. He delights in ironic adaptation/quotation, Malleyesque bathos, shifts between everyday idiom and graphic insistence (‘Pert nark’), alliterative burbling (‘their there-there shenanigan’), mock-seriousness (titles like ‘The Renaissance’), all kinds of surreal jump-cuts, and an Audenesquely arcane vocabulary – sopor, quidam, cryptomeria, bascule deglutition – unapologetically unAustralian, this. His language effortlessly avoids the tried and worn bromides of the poetic – predictable attitudes of the lyric ‘I,’ similes (a few only), deep imagery, rhetorical trajectories that reproduce affective curves – and yet with a mostly steady kind of syntactical plainness as structuring underlay.