Pat Parker, Δεν μπορείς να είσαι σίγουρη για τίποτα στις μέρες μας

Γνωρίζεις έναν -εκπληκτικά- αξιόλογο άντρα
σου λέει,
ότι είναι μόνος του εδώ και χρόνια
σου ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου
σου κουβαλάει τα ψώνια
σε προστατεύει από τους κακούς
θέλει λέει μια έξυπνη, δημιουργική
γυναίκα να είναι η σύντροφός του στη ζωή.

παντρεύεσαι και ανακαλύπτεις

Ο τύπος είναι
πολύ αδύναμος για να μαζέψει ένα πιάτο
πολύ χαζός για να ανάψει το μάτι της κουζίνας
πολύ φοβισμένος για να βάλει πλυντήριο
πολύ αγχωμένος για να σιδερώσει ένα πουκάμισο
και για να βγει από πάνω –
προσπαθεί να καλύψει την ανικανότητά του
λέγοντάς ΣΟΥ –
είναι γυναικείες δουλειές αυτά.

Δεν μπορείς να είσαι σίγουρη για τίποτα στις μέρες μας.

*Από πιο βιβλίο “Πατ Πάρκερ Αγάπη Δικαιοσύνη Ελευθερία Επιλογή ποιημάτων”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2021. Ανθολόγηση – Μετάφραση – Πρόλογος: Νίκη Κωνσταντοπούλου.

Έφη Καλογεροπούλου, Mortgage / Υποθήκη

Have you ever heard
free people sobbing?

Is it the same to forget and to die?

Memory’s crater
an upside down chalice dripping
holy oil
is it of fire or amber?

If you help my memory I’ll help yours
What blazes up takes a mortgage on eternity

Don’t you know that desire always disembarks
in an unguarded crossing?

At the next stop
only time gets off

alone

Έχεις ακούσει ποτέ
λυγμούς ελεύθερων ανθρώπων;

Είναι το ίδιο να ξεχνάς και να πεθαίνεις;

Ο κρατήρας της μνήμης
ανεστραμμένο δισκοπότηρο που στάζει
μύρο αγιασμένο
από κεχριμπάρι είναι ή φωτιά;

Αν βοηθήσεις τη μνήμη μου θα βοηθήσω τη δική σου
Ό,τι αναφλέγεται βάζει υποθήκη αιωνιότητας

Δεν ξέρεις πως η επιθυμία αποβιβάζεται
πάντοτε σε διάβαση αφύλακτη;

Στον επόμενο σταθμό
μόνο ο χρόνος κατεβαίνει

Μόνος

*Από τη συλλογή “Στην εξορία του βλέμματος / Banished look”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2019. Αγγλική μετάφραση: Γιάννης Γκούμας.

ένα έτσι, δύο ποιήματα

Φωτογραφία του ένα έτσι

κλεισμάρα, ντουβαρίλα, πλακοτάβανο
λαο ποδανα, γαμώ την τύχη μου
με το που γλυκαίνει ο καιρός
να σου κι ο χάρος με την βαρκούλα του
μπες, μου λέει, δεν μπαίνω, λέω γω
και τότε είναι που αρχίζει να βρέχει
και τα κορίτσια στριμώχνονται
κάτω από την τέντα του βιβλιοπωλείου
και τα αγόρια τρέχουν να μαζέψουν
το τραπεζάκι με τα έντυπα και τις μπροσούρες
κι εγώ σηκώνομαι και πάω στο μπάνιο
ίσα για να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου
προσποιούμενος πως είμαι εντάξει
πως αυτό αρκεί και για απόψε, καλά ήταν
σε πόση ώρα θα κατάφερνα να κοιμηθώ;

*

κομμένα χέρια
στο ύψος της συναλλαγής
σφιγμένα δόντια
στο βάθος της ανταμοιβής
μπλεγμένα πόδια
στο πουθενά αυτού του χώρου
που κάποτε ονόμαζα καρδιά
πολύ πριν σας γνωρίσω
πολύ πριν αγαπήσω
όλα όσα μαζί καταστρέψαμε
κι όσα είναι ακόμη να χαθούν

*Τα ποιήματα προέρχονται από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/

Μάνια Μεζίτη, Τρία ποιήματα

Τους

Τους άρεσαν οι γυναίκες
με σγουρά μαλλιά
που βίαζαν τα μάτια
σε σκοτεινά δωμάτια
μαλακές ψυχές
ή οι άλλες
που καθρεφτίζονταν
σε τσιμεντένιες ταράτσες
όπως εγώ

*

Το queer φίλοι

Το καταπίεζε μέσα
στην οχλαγωγία
βασικό να το κρύψει
βυθίστηκε βαθιά
ανέτειλε σαν δάσος
πόσο λάθος χτένιζε
συμπλέγματα αιώνων
Άσε το σώμα
να γευτεί όποια χολή
επιθυμεί

*

Κουτσό

Στον Κόζιακα
η αγάπη μου
μακραίνει τα μαλλιά της
τα βράδια του καλοκαιριού
φτεροκοπάει στην Ασπροπόταμο
χίλια γραφτά χίλια γραμμένα
στην όχθη του
η αγάπη μου

*Από την συλλογή “στόμα”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2021.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Δύο ποιήματα

ΕΠΙΣΚΕΨΗ
(Χετζάζ μανές)

Όταν τα βράδια σου ρεμβάζεις
κάποιος θα βρεθεί
να χωθεί στο πηχτό σκοτάδι
Παίρνοντας το σχήμα αυτό που αγαπάς
και που κάποτε θα σε προδώσει
σαν την ξανθιά την τούφα
των μαλλιών του άτυχου Τζον Κιτς
που ονειρικά ανέμιζε στον ήλιο
μα πέθανε από φυματίωση αυτός
Το παθαίνουν μερικοί προπαντός ρομαντικοί
από έρωτα ή βήχα να πονούνε
αυτά τα δύο που κάθονται το ένα πλάι στ’ άλλο στα πλευρά
Όπως κορμιά σικελιανών πολεμιστών που αδρά κι
αρματωμένα
Σε τάφο αρχαίο πρωτάνοιχτο κοιτάς τα ακέραια στην αρχή
κι ως τα κοιτάς σιγά-σιγά βουλιάζουνε χαμένα
Όπως ο ορίζοντας όσο
και αν κρατάς την πόρτα σου κλειστή.

*

ΦΟΥΡΙΑ ΣΤ’ ΑΠΑΤΗΤΑ ΒΟΥΝΑ
(Τα γιούργια)

Με τον καιρό
οι συλλαβές που λένε τα ονόματα
Παλιώνουν
Εν συνεχεία
Γκρεμίζονται
Όπως γκρεμίζονται τα γήινα
Στο νόμο της βαρύτητας
και τέλος
Μόνο η ηχώ ξεφεύγει από τον όλεθρο
Ασίγαστη αυτή πολυλογού επιμένει – Γιούργια
πάνω στη χλόη
Φούρια στ’ απάτητα βουνά
Πετάει σαν γύφτος το σκεπάρνι
Τα κλαρίνα πιάνει

Σήκω καημένε Κωνσταντή-η-η-η
Το τσούζει απόψε η ψύχρα.

*Από τη συλλογή “Συρτός στα τρία”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2023.

Ειρήνη Παραδεισανού, Τρία ποιήματα

ΜΟΝΑΧΑ ΔΕΡΜΑ

Ετούτη η πόλη στέκει ορθάνοιχτο στόμα
στους δρόμους της φυτρώνουν φύκια
πλεγμένα από τα χέρια των παιδιών
κι ένας άνεμος τα κρατά πετρωμένα στο χώμα.

Τα βλέπεις μάτια φυλακή
να στέκουν μαύρα
να ορθώνουν τη ράχη στο πέρασμα του ήλιου
να χάσκουν.

Ορδές ξεκομμένες απ’ τον πόθο
δίχως σφραγίδα στη ματιά
μονάχα δέρμα.

*

ΤΑ ΒΑΜΒΑΚΙ

Στην Βιρτζίνια Γουλφ

Είναι το ποίημα μια σπείρα
στροβιλίζεται αέναα στο στέρνο του βυθού
κι η θάλασσα σεντόνι ασημένιο
σκεπάζει το μέταλλο που λάμπει.

Ο ποιητής απλώνει το χέρι
να σχίσει το βαμβάκι
που χτίζει τα βλέφαρα των ανθρώπων
καθώς υπνοβατούν μπρος στα μάτια του.

*

ΚΥΜΑ

Κύμα που απλώνεις δίχτυα τρύπια
στη θάλασσα του ύπνου
σαλεύεις τη μιλιά σου στα χέρια μου
την αλείφεις στις σκάλες του νου που ξέμεινε
υγρό τρεμουλιαστό
φεγγίτης γκρίζου.
Μια γρίλια στρογγυλεύει στο μάτι του καπνού
κι εγώ ολάνθιστη απ’ αστραπές
που παγώνουν το κορμί μου
αυτό το κορμί που δεν όρισα
μια φυλακή
πλεγμένη στα ορυκτά γρανάζια του γκρεμνού
που σχίζει στα δύο
το ασάλευτη βλέμμα.

*Από τη συλλογή “Στη φλέβα της πέτρας”, Εκδόσεις Βακχικόν, Οκτώβριος 2018.

Στο αντίβαρο του κόστους [Φως εκτυφλωτικό στεφανώνει την Ελπίδα σε μία πράξη, Ντίνα Καφίρη]

Αντιγόνη Κατσαδήμα*

Φως εκτυφλωτικό στεφανώνει την Ελπίδα σε μία πράξη, Ντίνα Καφίρη, Εκδόσεις Γκοβόστη
Η ποιητική συλλογή της Ντίνας Καφίρη από τις εκδόσεις Γκοβόστη έρχεται σε μια στιγμή που η κοινωνική κρίση έχει οξυνθεί, τα φαινόμενα βίας έχουν πληθύνει και οι γυναικοκτονίες παγκοσμίως έχουν αποκτήσει ανησυχητική άνοδο. Ο κόσμος είναι σε κρίση, ο πλανήτης επίσης. Κοστίζουμε που ανασαίνουμε.

Στο αντίβαρο του κόστους, η Ντίνα Καφίρη αρχίζει την ποιητική συλλογή της με το ποίημα «Μαρία», για να θυμηθούμε τον Μαγιακόφσκι και εκείνη, τη δική του Μαρία- Αλεξάντροβνα Ντενίσοβα που γνώρισε στην Οδησσό σε ποιητική περιοδεία, στην επανάσταση, η Μαρία πολέμησε στις γραμμές του κόκκινου στρατού, σπούδασε γλυπτική και μετά τον θάνατό του τον απεικόνισε στο έργο της Ποιητής (Σύννεφο με παντελόνια, εισ-μτφρ Γιώργου Μολέσκη, τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη, 1995).

Στον Μαγιακόφσκι, ο ποιητής απευθύνεται στη Μαρία, για να τον σώσει. Γράφει χαρακτηριστικά:

Μαρία!

Αγριεύουν οι δρόμοι.

Τα χέρια του συνωστισμού γρατσουνίζουν το σβέρκο μου.

Άνοιξέ μου!

Πονώ!

Στο ποίημα της Ντίνας Καφίρη, από την άλλη, η Μαρία έχει θέση παρατηρητή, ανθρώπου που συμπάσχει με τον ξένο που υποφέρει. Είναι ό,τι ήταν η θεά Αθηνά για τον Οδυσσέα, κατά κάποιον τρόπο.

Και η Ντίνα Καφίρη γράφει ως Μαρία:

Γεράκο

Τι κάθεσαι ολομόναχος

Αναπολώντας έναν πόλεμο από παλιά

(..)

Καθισμένη απέναντί σου

Παρακολουθώ το δάκρυ σου να κυλά.

Διόλου τυχαία η συλλογή αρχίζει με την προσφώνηση της Μαρίας προς τον γεράκο, καθώς σε όλη τη συλλογή καθίσταται σαφής η ανάγκη και επιθυμία της ποιήτριας να στρέψει το βλέμμα προς τις μεγαλύτερες γενιές και τις ρίζες της καταγωγής. Οι μεγαλύτεροι, οι γηραιότεροι, δεν είναι η εικόνα προς τα έξω τόσο, όσο το βιωμένο παρελθόν εκ των έσω. Είναι αυτό που άντεξαν και συνεχίζουν να μεταφέρουν. Όπως σημειώνει και στη εισαγωγή της χαρακτηριστικά, η Ντίνα:

«Ήταν θλιβερό να παρακολουθεί κανείς ένα έθνος να υπόκειται σε σκληρή κριτική και να καταδικάζεται από τους γείτονες Ευρωπαίους».

«Η λογοτεχνία είναι εκείνη στην οποία στρέφεται ο κόσμος όταν οι κυβερνήσεις είναι απρόθυμες να παράσχουν την αλήθεια».

Η συλλογή αποτελείται και από πεζά και ποιήματα. Στα πεζά έχουμε «Την αφέντρα», την «Νοσταλγία» και το «Ωσάν θεός» για τον Νάνο Βαλαωρίτη. Το ποίημα για τον υπερρεαλιστή Νάνο Βαλαωρίτη είναι ένα ζωντανό πορτρέτο, μια φωτογραφία από φωτογραφίες, στιγμιότυπα αγάπης κι αλήθειας. Διότι μόνο η αγάπη σφίγγει την αλήθεια, όπως τη βιώνει κάποιος σε επαφή πνεύματος και ψυχής, ώστε να μπορεί να γίνει φορέας και μεταφορέας της.

Γενικότερα, στα ποιήματα της Ντίνας Καφίρη διακρίνεται η αναλυτική διάθεση, η επαφή με την σκέψη και την υπόστασή της, η ματιά προς τους γύρω, η μεταναστευτική αύρα, καθώς η ποιήτρια μοιράζει το χρόνο ανάμεσα σε Αγγλία και Αυστραλία, και Ελλάδα, είναι μία κοσμοπολίτισσα που αρπάζει κενά και σιωπές ή θορύβους και υπερβολές, για να τα μετατρέψει όλα σε πρόταση, στίχο, γραφή. Άλλωστε, και ο Νάνος Βαλαωρίτης, στο κείμενό του το 2014, σημειώνει: «Η βελούδινη ματιά συναντά τη Ντίνα… και τη στέλνει μπρος στις ανεξερεύνητες θάλασσες… στον Ειρηνικό ωκεανό που η στάθμη του ανεβαίνει θορυβωδώς…ομφάλιο νησί της Ωγυγίας του Ωκεανού της κρυμμένης νύμφης Καλυψώς… που απελευθερώνει τον Οδυσσέα…

Είχε έναν τρόπο ο Νάνος Βαλαωρίτης να συνοψίζει ένα στίγμα κινδύνου και παγκοσμίου ενδιαφέροντος σε μία θέαση προσωπικού άξονα, δίνοντας προοπτική και συνέχεια στο μύθο αλλά και σε εμάς. Το μυθολογικό στοιχείο ήταν το καθημερινό για τον Νάνο Βαλαωρίτη και το συναντούσαμε στα καφέ, στην πόλη, στις τηλεφωνικές με τις ώρες ομιλίες. Το καθημερινό είναι αυτό που περιγράφει η Ντίνα Καφίρη και στο ποίημά της «Μια άλλη μέρα». Στην ουσία, εδώ, το ποίημα είναι εκ του αντιθέτου του. Ο τελευταίος στίχος δικαιώνει όλα τα προηγούμενα, ότι εν τέλει, αν δεν συμβαίνει και κάτι άλλο, πέρα από το προφανές, η ποίηση, η λογοτεχνία και οι Τέχνες, γενικότερα, τι ρόλο διαδραματίζουν;

Σχετικά με τον τρόπο που τα ποιήματα γίνονται, συμβαίνουν, ας σημειωθεί πως το ποίημα που είναι και τίτλος της συλλογής, Φως εκτυφλωτικό στεφανώνει την Ελπίδα, σε μία πράξη, έχει γραφτεί στην Αυστραλία, στο Νιουτάουν του Σίδνεϋ το 2009. Παρόλα αυτά, η πρώτη εικόνα είναι αυτή της Αθήνας. Η Ελπίδα είναι ηθοποιός στο καμαρίνι, ρόλος συμβολικός και περιεχομενολογικά φορτισμένος, όπως νιώθουμε στη συνέχεια του ποιήματος. Πρόκειται για έναν διάλογο γυναικών επάνω στις εκ νέου δομημένες ιδέες -λιμπερτέ, εγκαλιτέ, φρατερνιτέ- ως Συνάθροιση, Αγάπη, Απελευθέρωση. Η ποιήτρια δεν χάνει την πίστη της στην πατρίδα, στη δύναμη της γυναίκας και των γυναικών.

Επιπρόσθετα, από άποψη δομής, το ποίημα «Έφυγες αφήνοντας» είναι ενδιαφέρον μέσα από τις παρενθέσεις του, τα ίχνη είναι αυτά που μένουν έστω και ως κρυπτογραφίες που διαβάζουν μερικοί και όχι όλοι, οι παρενθέσεις είναι επεξηγήσεις των αισθήσεων. Ενώ το ποίημα «Να δίνεις» μιλά για την απλότητα που είναι η ευτυχία, αντί να χάνεται πολύτιμος χρόνος σε ισμούς και ενικούς αριθμούς. Μιλά για τα θέλω, πώς ζει ο άνθρωπος σύμφωνα με όσα έχει, με τις επιλογές του αλλά και σε σχέση με τους άλλους που μπορούν να τον βοηθούν ή όχι. Να βοηθάς είναι επιλογή. Είναι απόφαση.

Όταν, λοιπόν, μένει η μνήμη – εμπειρία της φιλίας, χωρίς να το έχουμε συνειδητοποιήσει πλήρως, έχουμε γίνει κοινωνοί της φιλίας και της συνέχειάς της. Αυτό είναι και βοήθεια. Είναι και τρόπος σκέψης απέναντι στους ευρύτερους άλλους, αν δεχτούμε ότι οι φίλοι είναι οι σχεσιακοί άλλοι, αυτοί που γνωρίζουμε και έχουμε συνενώσει δυνάμεις.

*Δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.literature.gr/fos-ektyflotiko-stefanonei-tin-elpida-se-mia-praxi-ntina-kafiri-ekdoseis-gkovosti/

Μάρκος Μέσκος, Πρωινή αγορά

Όταν πάνω του κλείσουν οι ουρανοί για πάντα
απώθησε ελαφρά τα σύννεφα σκούπισε τα δάκρυα της Πούλιας
-κάθε πλάσμα επιθυμεί να γείρει στο άλλο
άρκτος αγαπημένη τρυφερέ μου λύκε, νυφίτσα πελαργέ
χελιδόνι εαρινό και στρουθί στον αέρα – αντίο!

Του αθώου αλυσοδεμένου στην αγορά
από ποιο θηρίο η φωνή κλεμμένη;

Νόα Τίνσελ, [Middle-class drag]

Νόα Τίνσελ, [Middle-class drag]

Ι.
Πόλη χωρίς βραδινά αστικά
Κοινοτικό κολλέγιο και βρέχει
Χρησιμοποιείς τη λέξη φτωχός και στη διορθώνουν
Κι εσύ εξακολουθείς να την ψάχνεις στα συνέδρια
Από όπου σε περιμένουν οι δικοί σου να γυρίσεις
Για να σε πουν προδότη
Ή να γελάσουν με τους νέους τρόπους σου

ΙΙ.
Όπως όταν σε ρωτούσαν οι συμφοιτητές στη δημιουργική γραφή
Αν απέδωσαν σωστά τη φτώχεια
Ή όταν περνούσες
Ιδρωμένη από τη δουλειά
Μέσα στα αρωματισμένα σώματά τους
Που δεν ήξεραν τι να κάνουν μαζί σου
Και σπρώχνονταν
Και η καθηγήτρια σε επαινούσε που υπήρχες

ΙΙΙ.
Μόλις τελειώνει με τους στίχους μου
Με καλεί και κλαίει
Στον διάδρομο της ογκολογικής
Σκέφτομαι: το μωρό μου
Πονάει παραπάνω και από μένα
Μου λέει: εσύ γράφεις για σπουδαία
Ενώ τα δικά μου είναι
-ξέρεις-
Αλλά εσύ είσαι τυχερή
Ο αδερφός σου θα πεθάνει
Ο μπαμπάς σου έχει εξαφανιστεί
-ακριβώς όπως σε ταινία-
Θα χάσεις το σπίτι σου από δάνεια
Είσαι άνεργη
Πίνεις
Έχεις περάσει ανορεξία
Ε, και καταλαβαίνεις πώς το λέω

Είναι άδικο

ΙV.
Μου κόβουν το ρεύμα
Και θα χάσω το ΚΕΑ
Γράφει- δίπλα μου εσύ
Με το μιλκσέηκ
Θέλεις να φιληθούμε τρυφερά
Χαμογελάω στις φίλες σου
Σκέφτομαι τις δικές μου
Μου λείπουν τρομερά
Σε βγάζω ασπροπρόσωπη
Περνάω κι απόψε ως μία της τάξης σας

V.
[Υπότροφος]

Στην κατώτατη εισοδηματική κλίμακα
Λαμπρό μυαλό
Επιδεικνύω καινοτομία σκέψης
Συντάσσω κειμενάκια στους σωτήρες μου
Σε κελιά 3.000 χαρακτήρων στριμώχνω τη ζωή μου
Θέλουν να δουν πόσο υπέφερα
Γυαλιστερό δολωματάκι
Ιστορία μεταμόρφωσης
Το δραματικότερο promo ever

*
Φοράω τα καλά μου

Κι ευχαριστώ τους sugar daddies μου
Με την πείνα της πουτάνας όταν της τα σκας

VI.

Είμαι το et.al.
Στο έργο του σπουδαίου ερευνητή
Που καταχειροκροτείται

*Από τη συλλογή “μακάρι να το είχα κάνει νωρίτερα”, εκδόσεις θράκα, 2023.

Ευαγγελία Τάτση, Του παρελθόντος

[Το σπίτι]

Μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι που ήταν δυο σπίτια.
Ένα κατώτερο κι ένα ανώτερο.
Ένα σπίτι που ήταν
κι ένα σπίτι που ήθελε να γίνει.
Η μισή στέγη με κεραμίδια
η άλλη μισή με τσιμεντένια πλάκα.

Η μια είσοδος υπερυψωμένη
με τρία σκαλοπάτια μάρμαρο, μωσαϊκό στη βεράντα.
Η άλλη, παραδομένη στα νερά της βροχής σε κάθε καταιγίδα
έβλεπε την αυλή να χαράζει τα γόνατα.
Οι μισοί τοίχοι ασοβάτιστοι και ασβεστωμένοι
οι άλλοι μισοί σε χρώμα πλαστικό φυστικί
με στάμπες λουλουδάκια.

Σκέφτομαι τώρα πως οι γονείς μου
δεν άντεχαν τους χωρισμούς.
Πως σ’ αυτήν την καινούρια γειτονιά
έχτισαν ένα σπίτι για να ζήσουν
κι ένα για να θυμούνται.

[Οικοδόμοι και άλλα]

Σε δέκα οικογένειες εφτά οικοδόμοι
δύο ιδιωτικοί υπάλληλοι
κι ένας χαφιές
που δεν θυμάμαι τη δουλειά του.

Κανείς δεν μπορεί να χωρίσει
απ’ αυτό που είναι, παρά μόνο
απ’ αυτό που δεν είναι.

Άλλο οικοδόμος, άλλο εργολάβος.
Απ’ όσους το κατάλαβαν
οι μισοί έγιναν κατασκευαστές.
Κάπως έτσι χώρισαν όλα
τα σπίτια, οι γειτονιές, η πατρίδα ξανά.
Σε μας έμειναν τα καρπούζια ολόκληρα
τα καφάσια με τις μπίρες,
οι καρέκλες στα πεζοδρόμια
στα πλατύσκαλα μοιρασμένες
και δίπλα στις εξώπορτες, το ένα κοινόχρηστο τηλέφωνο
η μια μοναδική τηλεόραση.

Καθένας χρεώνεται τα δικά του
έμαθα αργότερα.
Εύκολος τρόπος να ξεχωρίζω
αυτό που δεν είμαι.

[Τα τραγούδια]

Θα πω για τον Στράτο.
Έπαιζαν τα ραδιοφωνάκια στα συνεργεία
στα καφενεία με τ’ απλωμένα χταπόδια
τα τραγούδια του.
Η μάνα μου τ’ άπλωνε στην αυλή
παρέα με την μπουγάδα.
Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς
ο κερδισμένος στα χαρτιά
μας ξεσήκωσε για τη Νεράιδα.
Ο Στράτος ίδιος όπως στα εξώφυλλα.
Γαρδένιες και σπασμένα πιάτα ανάμεσα στα τραγούδια
Και τα τραγούδια έγιναν άλλα.
Τα τραγούδια ήταν δυο.
Όσα αγαπούσα ήταν ρεφενέ
μα στη Νεράιδα
πλήρωνε ο καθένας τα δικά του.

*Από τη συλλογή “Θα γίνουν όλα με τα μάτια ανοιχτά”, Εκδόσεις Βακχικόν, Ιούλιος 2024.