Όλγα Μαρκιτάντοβα, Δύο ποιήματα

Μίλα μου Κίεβο,
ακούστε με Σούμι και Μαριούπολη.
Διακόσιους τρόπους μίσους θέλω να βρω
και τετρακόσιους τρόπους ν’ αποδεχτώ τον φόβο.
Απανθρωποποίησέ με, μωρό μου, είμαι ο στρατιώτης σου,
Ο τυφλός σου Κάιν κι ο άφυλος Άβελ.

*

Μάνα γη της Ρωσίας, βούλωσέ μου το στόμα,
σπάσε το χέρι μου, κόψε τα δάχτυλά μου με τροχό
(έχω αλλεργία στη λιδοκαΐνη).
Απότρεψέ με, φύλαξέ με απ’ την επιστράτευση
γιατί θέλω να κρατήσω τον γιο μου.
Φυλακής τοίχους πλύνε ώσπου ν’ ασπρίσουν,
δωσ’ μου να πιω σιδερένιο νερό από άδειες θηλές,
με μολύβδινο πάγο
σκεπάστε μου το σώμα.

*Από την ανθολογία “Ο θάνατος ερχόταν προς το μέρος μου πετώντας – Ποιητές και ποιήτριες από τη Ρωσία και την Ουκρανία κατά του πολέμου”, εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες, Ιούνιος 2022. Ανθολόγηση – μετάφραση: Ξένια Καλαϊτζίδου.

César Vallejo, στίχοι

Ένας άνθρωπος περνάει μ’ ένα ψωμί στον ώμο.
Θα γράψω εγώ μετά για το σωσία μου;

Ένας άλλος κάθεται, ξύνεται, βγάζει μια ψείρα απ’ τη μασχάλη, τη σκοτώνει.
Με τι κουράγιο να μιλήσεις για την ψυχανάλυση;

Ένας άλλος μπήκε στο στήθος μου μ’ ένα ραβδί στο χέρι.
Μετά απ’ αυτό να μιλήσω με το γιατρό για τον Σωκράτη;

Ένας κουτσός περνάει μ’ ένα παιδί αλαμπρατσέτα.
Μετά απ’ αυτό θα διαβάσω Αντρέ Μπρετόν;

Ένας άλλος τρέμει από το κρύο, βήχει, φτύνει αίμα.
Θα τολμήσω και να σκεφτώ το Εγώ εκ βαθέων;

Ένας άλλος ψάχνει στη λάσπη για κόκκαλα, φλούδες.
Πως να γράψεις μετά απ’ αυτό, για το άπειρο;

Ένας εργάτης πέφτει από μια στέγη, πεθαίνει και πια δε γιοματίζει.
Θ’ ανανεώσεις, μετά, τον τρόπο, την αλληγορία;

Ένας έμπορος κλέβει έναν πελάτη στο ζύγι ένα γραμμάρι.
Να μιλήσεις, μετά, για την τέταρτη διάσταση;

Ένας τραπεζίτης πλαστογραφεί τον ισολογισμό του.
Με τι πρόσωπο να κλάψεις στο θέατρο;

Ένας απόκληρος κοιμάται με το πόδι στην πλάτη.
Να μιλήσεις σε οποιονδήποτε, μετά, για τον Πικάσο;

Κάποιος πηγαίνει σε μια κηδεία κλαίγοντας.
Πως μετά να έμπεις στην Ακαδημία;

Κάποιος καθαρίζει ένα τουφέκι στην κουζίνα του.
Με τι κουράγιο να μιλήσεις για το υπερπέραν;

Κάποιος περνάει μετρώντας με τα δάχτυλά του.
Πως να μιλήσεις για το μη-εγώ χωρίς να βγάλεις μια κραυγή;

5 Νοεμβρίου 1937

*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος

Νικόλας Κουτσοδόντης, Νύχτα στην πλατεία Γαρδένιας

Φτερουγίζει το λευκό γύρω στην πλατεία
Πουκάμισα στο Λινκντίν. Τα χαζεύουμε
φυσάει πολύ στο βρομόνερο σαν να πλατσουρίζουν άπειρα
άκαπνα παιδιά
μείγματα μυρωδάτης ζύμης σε αλουμινένιες φόρμες
κι ίσως φύγεις στο εξωτερικό

Φτερουγίζει το λευκό γύρω στην πλατεία
Συμπλήρωσε το
ως βιογραφικό, μια πόλη από ρούχα εργασίας
που τρέμει
της χώρας το λίμνασμα, τα χείλη των αφεντικών
σαν γλυσίνες

Φαρδιά κορμιά φιλόδοξα
κι ο εμετός μου είναι το ασήμι απ’ τα ακριβά
γυαλιά οράσεώς τους

Ίσως φύγεις στο εξωτερικό
όπως σταμάτησε μες στα ντουλάπια το παιδί
να βαρά τις κατσαρόλες με τα ζεστά πλοκάμια του
και τα καπνόχορτα που ξεριζώθηκαν απ’ το χωράφι
για μεροκάματο πέντε ευρώ

Φτερουγίζει γύρω στην πλατεία
το απελπισμένο
λευκό
αύριο

*Από τη συλλογή “Ίσως φύγεις στο εξωτερικό”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.

Γιώργος Βέης, Η κοινή μας θεά

Είσαι ήπειρος αχανής, θα σε εξερευνήσω απ’ άκρη σ’ άκρη
θα ψάχνω στις σπηλιές τοιχογραφίες του Sapiens εαυτού σου
σε περιμένω από τώρα
όποια θέλεις ώρα
Πυγολαμπίδες στο σκοτάδι με πράσινα φτερά
τις χίλιες και μια νύχτες θα ήθελαν εδώ να γράψουν
να πούνε ιστορίες για τα δάχτυλά μου
τότε που σ’ άγγιζαν απαλά
για να σου δείξουν πόση ανάγκη σ’ είχαν
κι εσύ κοιτούσες χαμηλά, γερμένο το κεφάλι μου
να διαβάσω ήθελα τα ποιήματα, 
τα χάδια τα γραμμένα στο μέτωπό σου
στην παλάμη σου σημάδια απ’ το χώμα και μυρωδιά βροχής
στις φλέβες του λαιμού σου ο χάρτης μου
ήπειρος σώμα μου στο σώμα σου αχανής ανάσα, κοίτα 
είσαι παντού η δύναμη και η χάρις μαζί.

Λεωνίδας Καζάσης, Σε αυτή που εφώναξε, λέγοντας το όνομα, Μάϊκα

Εγώ που ρέπω στον φιλοσοφικό αλητισμό, ποιητής αλήτης,
εγώ, της λογοτεχνίας η αλητεία του λόγου δοσμένη σε μιας αλήτικης ηδονής ευγένεια!
Όταν σε σκέφτομαι,
αναπαριστώντας ο νους μου τη μορφή της υπάρξεώς σου,
γίνομαι πλατωνικό ειδυλλίου ακράγγιγμα στο ξάγναντο.
Είσαι το ξάγναντο.

Παύλος Αμπεριάδης, Κακό Ποίημα 

Με το πρώτο κακό ποίημα που έγραψα για σένα,
κατάλαβα ότι άρχισα να σε ξεχνάω.

Το δημοσίευσα μάλιστα, όχι για τον σκοπό
αλλά για να μην στο στείλω.

Για να έχω να το βλέπω πάντα και να
θυμάμαι την αρχή του τέλους μιας
αγάπης που μου στοίχισε τα πάντα.

Και αυτό είναι ένα κακό ποίημα,
βλέπεις τι εννοώ;

Και αυτό δεν πρόκειται να σου το στείλω.

Greekling, του Κόστια Τσολάκης

Greekling, όπως Γραικύλος, εκ του Graeculus: φράση υποτιμητική που χρησιμοποιούνταν από τους Ρωμαίους για συμπολίτες τους που ήθελαν να το παίζουν Έλληνες. Κατά (μειωτική) επέκταση: ο υποταγμένος Έλληνας

Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη*

Κόστια Τσολάκης: Μπορεί άραγε ένα βιβλίο ποίησης να μιλήσει για την «κανονικότητα» της ελληνικής καθημερινότητας;

Δηλαδή ο Έλληνας που ίσως ένιωθε κάποτε ο ίδιος ο Κόστια Τσολάκης, μην ταιριάζοντας στην «κανονικότητα» της ελληνικής καθημερινότητας, μεγαλώνοντας και συνυπάρχοντας δύσκολα με τους γονείς του, έχοντας μια σχέση αγάπης και μίσους με τη γενέθλια πόλη, την Αθήνα, και βιώνοντας για πάρα πολλά χρόνια μια ντροπή που ούτε ο ίδιος είχε καταλάβει ότι αισθανόταν για την ομοφυλοφιλία του.

Μπορεί άραγε ένα βιβλίο ποίησης να μιλήσει για όλα αυτά; Η σωστή απάντηση είναι: αν δεν μπορεί η ποίηση, ποιος μπορεί;

Πάρτε για παράδειγμα το ποίημα «Tribute of Children», που γράφει για το παιδομάζωμα [«το παιδομάζωμα;!» σας ακούω να λέτε, αλλά μισό λεπτό]. Είναι εμπνευσμένο από την πραγματική περίπτωση του Μεχμέτ Πασά Σοκόλοβιτς, Μεγάλου Βεζίρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και προϊόντος αρπαγής το 1519 απ’ τη Σερβία. Ο Κόστια Τσολάκης παραλληλίζει την ιστορία του Σοκόλοβιτς με τη δική του πολύπλοκη σχέση με τους γονείς, τη γεμάτη πικρία απόδραση ενός παιδιού από την οικογένειά του που βρήκε καταφύγιο στη μαμά Αγγλία, η οποία του χάρισε την ευκαιρία να μορφωθεί, ν’ ανοίξει τα φτερά του, να γίνει βραβευμένος ποιητής.

Και, όπως στην ιστορία που έχει διηγηθεί και ο Ίβο Άντριτς στο ομώνυμο μυθιστόρημά του, ο Σέρβος βεζίρης δεν ξέχασε ποτέ τον τόπο καταγωγής του κι επέστρεψε για να χτίσει το περίφημο γεφύρι του Δρίνου –και παρ’ όλα αυτά η μάνα του τον αρνήθηκε γιατί «τούρκεψε»– έτσι και οι γονείς του ποιητή (σαν να μας λέει ο ίδιος) αρνήθηκαν το παιδί τους όταν εκείνο έφυγε για την Αγγλία κι όταν αργότερα τους αποκάλυψε ότι ήταν γκέι, παρ’ όλο που εκεί και διέπρεψε κι ευτυχισμένος ένιωσε.

Σας ακούγεται καβαφικό όλο αυτό το συνεχές μπρος πίσω με την ιστορία; Πέρα για πέρα, ναι. Και είναι και καθόλα άξιο να σταθεί δίπλα στα νεανικά ποιήματα του Αλεξανδρινού, ο οποίος έχει παίξει εξάλλου τεράστιο ρόλο στην αναγνώριση της ομοφυλόφιλης ταυτότητας του ποιητή, δίνοντάς του την ευκαιρία να πρωτοδεί πώς μπορεί ν’ αποτυπωθεί στο χαρτί η κοινή τους επιθυμία: εμπειρίες και συναντήσεις με αγόρια, μνήμες αυτών, τρυφερές γνωριμίες με πλάσματα που τα ονόματά τους έχουν ξεχαστεί, αλλά η αίσθησή τους παραμένει τυπωμένη for eternity.

«Για μένα αυτό το βιβλίο είναι το γεφύρι του Δρίνου μου» μου είπε ο Κόστια Τσολάκης όταν μιλήσαμε – κι εννοούσε ότι είναι μια ένδειξη αγάπης και πόνου για τον γλυκό και τραυματικό συνάμα γενέθλιο τόπο, μια σύνθεση γεμάτη αθηναϊκές εικόνες από τον Κηφισό μέχρι τη λεωφόρο Βουλιαγμένης, από το μετρό στο Σύνταγμα ως τον Λυκαβηττό, διαμέσω του λιντσαρίσματος του Ζακ Κωστόπουλου και της αυτοκτονίας του Βαγγέλη Γιακουμάκη. Ένα μανιφέστο για μνήμες για τις οποίες δεν νιώθει πια καμία ντροπή· μια απόρριψη της βίας της ντροπής και μια έκφραση αγάπης για τους προηγούμενους εαυτούς του που άφησε στην εφηβική Αθήνα και στα πρώιμα χρόνια του chem sex στα κλαμπ της Αγγλίας.

Η ειρωνεία με την οποία χρησιμοποιεί τον τίτλο της συλλογής του ο Κόστια Τσολάκης, γίνεται πια πασιφανής. Αν το αντίθετο του «Ελληνάρας», για τους Ελληνάρες, είναι ο «Γραικύλος», τότε ο Κόστια Τσολάκης είναι ακριβώς αυτό: η περήφανή ντροπή του Έθνους (για να οικειοποιηθώ ένα πετυχημένο σύνθημα του δρόμου). Και τι ωραία και λυρική και δυνατή και γεμάτη λεπτές συναισθηματικές αποχρώσεις η φωνή του! Τι εύηχη και ρέουσα και στρογγυλή στους ήχους, αλλά αιχμηρή στα νοήματα η γραφή του. Κάντε στον εαυτό σας και στ@ φίλ@ σας δώρο αυτό το βιβλίο.

*Από εδώ: https://www.athensvoice.gr/politismos/vivlio/856662/kostia-tsolakis-to-kouir-vivlio-tis-evdomadas-greekling/?fbclid=IwY2xjawDviX1leHRuA2FlbQIxMQABHU8zYu1N5kqu8Ue7mFPHufdsja6E4ITypK4V6UkFpRiEVlTYgY0RYHAUYQ_aem_nHzNpvjxYgcshphWxPTNAQ

Γιώργος Κοζίας, Σκοπεύσατε στον κρόταφο…

Σκοπεύσατε στον κρόταφο
την μοναχική αγριόπαπια,
έναν ασημένιο γλάρο,
τη μάινα, θλιμμένη κορασίδα Αλβιώνος.

Σκοπεύσατε με σώας τας φρένας
τον περιπλανώμενο Ιουδαίο,
πατήρ, υιό και Άγιο Πνεύμα
ή εκπυρσοκροτείτε στον αέρα
να αστράφτει των ουρανών η Πλατυτέρα.

Σκοπεύσατε την δίψα, την πείνα,
την μανία του όντος
και αγαπάτε αλλήλους
Λίβιους, Οράτιους, Καταλίνες
για την τιμή των όπλων.

Σκοπεύσατε το Κύκνειο άσμα
και μην σας μέλλει,
μετανοώντας επιστρέφει.
Κυριλλικά σας γνέφει: «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ!».

Στο γκέτο των σούπερ Χριστιανών στοιχηθείτε,
κι ας λιποταχτεί η φύσις…

Σκοπεύσατε με πάθος καθώς ψυχορραγείτε.
Αυτό το ωραίο ρεβόλβερ είναι δικό σας
δεν μπορεί κανείς να σας το πάρει.

*Από τη συλλογή “ΠΟΛΕΜΩΝΤΑΣ ΥΠΟ ΣΚΙΑΝ… Ελεγεία και σάτιρες, εκδόσεις Περισπωμένη, 2017.

Γιώργος Μάκρης, Στις πνιγμένες προπολεμικώς

Έτσι γυμνή απ’ όνειρα
Και με βρεγμένα τα σφυρά
Μ’ επιδερμίδα κίτρινη
Πλέει η πνιγμένη Μόνα
Την σέρνουν τα νερά γλυφά
Πολύ μακριά απ’ τα σύννεφα
Μακρύτερ’ απ’ τις εποχές
Με δυό χελιδονόψαρα
Στα βλέφαρά της τα κλειστά.

Έχασε τα σαντάλια της
Τα σκοίνινα της εκδρομής
Έχασε και την αίσθηση
Του χρόνου, ούτε χρώματα
Ούτε χαμόγελα Θεών
Πικρά σαν τα’ άγια χώματα
Ούτε γλυκοφιλήματα
Στον κήπο με τα κλήματα
Στα βλέφαρά της τα κλειστά

Έχασε και το σχήμα της
Η Μόνα, την ομπρέλα της
Την άφησε των αστεριών
Όταν με μύρια ψέματα
Έφυγε με τα κύματα
Με τις βαρκούλες των παιδιών
Με αμαρτία στα χείλια της
Με μυστικό στα βλέμματα
Στα βλέφαρά της τα κλειστά.

Και έφυγε η Μόνικα
Σαν τα πουλιά τα μυθικά
Βυθίστηκε ένα απόγιομα
Λησμόνησε τον ουρανό
Κι έμειναν τα φορέματα
Τα μαύρα τα μεταξωτά
Κι όλοι θυμούνται κλαίγοντας
Τις σκάλες ανεβαίνοντας
Τα βλέφαρά της τα κλειστά.

Βικτωρία Θεοδώρου, Και χωρίς εμάς

Ας έχουμε επίγνωση της ανεπάρκειάς μας
Ας μην ταυτίζουμε το γήρας μας μ’ αυτό
του Κόσμου
Μην όλα τα μετράμε με τα μέτρα μας

Γεγονός πως φεύγουμε αδικαίωτοι
Όμως οι δρόμοι καθόλου δεν τελειώνουν
Τα οράματα θα συνεχίσουν την τροχιά τους
κι οι εξεγέρσεις αλλεπάλληλες
σαν τις εκρήξεις του άστρου της ημέρας
αέναα θα ξεσπούν

Όλα θα οικοδομούνται και χωρίς εμάς
Όλα θα βαίνουν στην αρχή τους και
στο τέλος τους
Χωρίς εμάς

*Από τη συλλογή “Μειλίγματα”, εκδ. Διάττων, 1990.