Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κέρματα ΙΙΙ

DSC_0256

Τα σχέδιά μου;
Για μένα τίποτα πια.
Απλά ν’ αντέξω.

***

Άλλοι στο μέλλον
Κι άλλοι ζουν στο παρελθόν.
Στο παρόν κανείς.

***

Σύντομη ζωή.
Διαρκούν μόνο στιγμές.
Κι αυτές στη μνήμη.

***

Καλοκαιράκι,
μα εσύ ακίνητη
και παγωμένη.

***

Πάνω του λάμπει
ο ουρανός. Μέσα του
σκοτάδι βαθύ.

Για τον Άρη Ταστάνη

10312348_1467775260166294_6438245700734694747_n

Πέρασε ένας χρόνος.
Και είναι σαν ήτανε χτες που έφυγε ,
αναπάντεχα, την Παρασκευή 20-9-2013 
για τις γειτονιές των κατατρεγμένων και αλαφροισκιωτων αυτού του κόσμου, που τόσα ποιήματα είχε γράψει
ο Αρης Ταστάνης, ο φίλος μας, ο σύντροφος, ο συναγωνιστής, ο αδερφός μας,
 ένας μεγάλος καταπληκτικός άνθρωπος, 
ένα μεγάλο χαμόγελο, 
μια μεγάλη αγκαλιά.

Ο ποιητής Αρης Ταστάνης ,ίσως ο σπουδαιότερος ποιητής με αναπηρία στην Ελλάδα. 
Τυχεροί όσοι τον γνώρισαν, όσοι έζησαν μαζί του, όσοι μοιράστηκαν μαζί του 
χαρές, λύπες, γέλια ,τραγούδια, γλέντια, χορούς, ταξίδια, ξενύχτια, ντουμάνια και γεμάτα τασάκια με αποτσίγαρα, άδεια μπουκάλια με αλκόλ και σπασμένα ποτήρια, όσοι ήπιαν καφέ και έπαιξαν μαζί του τάβλι κάτω από την κληματαριά στην φιλόξενη αυλή στη Τερψιθέα, όσοι μαζί του είδαν την ανατολή στο καράβι που τον πήγαινε στην αγαπημένη του Μυτιλήνη, φίλοι που έφυγαν νωρίς, ανεκπλήρωτοι και προδομένοι έρωτες, δάκρυα, όνειρα, ελπίδες, ,ατελείωτες συζητήσεις, συγκρούσεις, διαδηλώσεις, υποσχέσεις για το αύριο, υποσχέσεις για έναν καλύτερο κόσμο. 

Ο Αρης δεν ζήτησε ποτέ τίποτα, 
μόνο έδινε
, έσκαβε 
απλόχερα, το παράδειγμα 
ότι μόνο με αγώνα θα αλλάξουν τα πράγματα ότι μόνο με μάχες θα έρθουν καλύτερες μέρες. 
Ο Αρης έφυγε ξαφνικά, 
κοινώς μας την έκανε,
 μας τσάντισε, μας θύμωσε,
 λες και πήγε μια βόλτα να πιει ένα καφέ και όπου να ναι θα ξανάρθει. 
Άφησε πίσω του ένα μεγάλο πολύ βαρυ σημαντικό ποιητικό έργο, ανήκει σε όλους τους αγαπημένους του συνταξιδιωτες στο όνειρο.

…

Απο τις πρωτες κριτικες της δουλειάς του απ΄π τον μεγαλο ποιητή Τάσο Λειβαδιτη.

Εφ. ΑΥΓΗ: (Κυρ. 13 Απρ. 1980)

{…μεστός και ανανεωμένος παρουσιάζεται ο Α.Τ. με το τέταρτο βιβλίο του…
Φυσικά την πορεία του την είχε χαράξει από την πρώτη κι όλας συλλογή του με πυξίδα που να δείχνει πάντα τη μεγάλη και σκληρή εποχή μας.
Τους μακρόχρονους αγώνες του λαού μας για ελευθερία, το μόχθο των ταπεινών, τα δάκρια των καταφρονεμένων, αλλά συγχρόνως και την ελπίδα στη ζωή και το μέλλον, που σ’ αυτό το βιβλίο του παίρνουν πλατύτερες διαστάσεις:


<>.

<>.

<>.

Ο «ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΣ» του Ταστάνη, δεν είναι μόνον οι απόμερες γωνιές της Αθήνας, αλλά όλου του κόσμου. 
Κι οι άνθρωποι, στην πιο ακραία τους καθημερινότητα, αλλά και στο πιο λαμπρό μεγαλείο τους συνωστίζονται μες στις σελίδες του: εργάτες, λαϊκοί αγωνιστές, άτομα δυστυχισμένα, αποκλεισμένα, όμως με αξιοπρέπεια και περηφάνια παλεύουν για το δικό τους αύριο!

<>.

Ο «ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΣ» του ποιητή διαθέτει ό,τι καλύτερο έχει το ανθρώπινο στοιχείο: ειλικρίνεια, ευψυχία, δύναμη, ευαισθησία, ιδανικά.
Όλα αυτά που συναντάει κανείς λίγο μακρύτερα απ’ τις ολόφωτες και άψυχες βιτρίνες των μεγαλουπόλεων.
Ακόμα κι ο πόνος είναι γεμάτος καρτερία:

<>.

Ακριβώς όμως επειδή ο νεαρός ποιητής παρουσιάζει μια τέτοια αναμφισβήτητη εξέλιξη , πρέπει και η κριτική να επισημάνει κάποιες αδυναμίες του, όπως η περιττολογία κι η εύκολη αισθηματικότητα καμιά φορά.
Αν ο Ταστάνης πυκνώσει το λόγο του και του αφαιρέσει κάθε περιττό, είναι βέβαιο ότι θα δώσει ποίηση υψηλής στάθμης.
Γιατί κι εδώ , όπου κατορθώνει ν’ αποδεσμεύεται απ’ το περιττό, μας χαρίζει μικρά κείμενα υποδειγματικά:

<>.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ (Ποιητής)


…

Η ΑΥΓΗ 20-9-2014
Για τον ΑΡΗ ΤΑΣΤΑΝΗ.
΄Εφερε το αποτύπωμα των αξιών της Αριστεράς
Καθώς τις μέρες αυτές κλείνει ένας χρόνος από τον ξαφνικό θάνατο του Άρη Ταστάνη, σκέφτομαι ότι υπάρχουν αρκετοί λόγοι για να θυμόμαστε συχνά τον Άρη.
Ένας προφανής λόγος είναι το πείσμα του. Χτυπημένος από μια σκληρότατη μοίρα, ο Άρης έζησε παρ’όλα αυτά προσηλωμένος με πείσμα στην τέχνη, τη δημιουργία και τον αγώνα. Η τέχνη και η δημιουργία για τον Άρη ήταν ένα ολόκληρο σύμπαν μέσα στο οποίο κινούταν με γνώση και με πάθος. Διαβάσματα, βιβλία, ιστορίες και λεπτομέρειες, και η συνεχής άσκηση της γραφής. Νομίζω ότι ο Άρης – παρ’όλο που είχε πλήρη συνείδηση του άνισου αγώνα που έδινε – είχε αποφασίσει να μην παραιτηθεί, να φτιάξει ένα δικό του κόσμο δημιουργίας και επικοινωνίας. Και τον έφτιαξε. Όχι με την αγωνία της υστεροφημίας, αλλά με την ανάγκη να νοηματοδοτήσει μια ζωή που ήταν αρκετά νωρίς φανερό ότι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη.

Σκέφτομαι επίσης τον Άρη σα σύντροφο. Ο Άρης ήταν ένας από τους συντρόφους (και τις συντρόφισσες, φυσικά) που ήταν πάντα εκεί και που ξέρεις ότι θα είναι πάντα εκεί. Τους συντρόφους που δε στελεχώνουν τις κεντρικές επιτροπές ή τα κομματικά όργανα, που δεν είναι επαγγελματικά στελέχη, αλλά είναι σταθεροί στις επιλογές τους, παρόντες στις καλές και τις κακές στιγμές του κινήματος. Που οι ανάγκες τους ξεπερνούν την τρέχουσα ανάλυση της καθοδήγησης. Που κουράζονται και αδιαφορούν για την ατελείωτη εσωκομματική ίντριγκα. Τους συντρόφους δηλαδή που αποτελούν τη ραχοκοκκαλιά του ιστορικού ρεύματος της ελληνικής Αριστεράς.

Για τον Άρη η ένταξη στην Αριστερά ήταν μια βαθιά ανθρωπιστική επιλογή. Η βασική πηγή της έμπνευσής του – τόσο στην ποίηση όσο και στην κοινωνική του δράση – ήταν οι αγώνες των ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Η αγωνία του για το κίνημα της κοινωνικής απελευθέρωσης αποτυπωνόταν στα διαβάσματά του και τη βαθιά γνώση της ιστορίας των κοινωνικών αγώνων όπου γης. 

Ήταν τύχη αγαθή που τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ζώντας στα νότια προάστια, ο Άρης συνδέθηκε με τον αγώνα της υπεράσπισης του Ελληνικού και της πρόσβασης στην παραλία του, ένα υποδειγματικό αγώνα που συμπύκνωνε τις αξίες και τα νοήματα που ενέπνευσαν και τον Άρη σε όλη του ζωή. Οι “ανυπότακτοι γαλάτες” του Ελληνικού αποτέλεσαν για τον Άρη μια νέα πολιτική οικογένεια. Και με πολύ μεγάλη ικανοποίηση συχνά ανέφερε ότι με τον αγώνα αυτό μπορούσε και ο ίδιος πλέον να κάνει μπάνιο στην απελευθερωμένη παραλία χάρη στην ειδική πρόβλεψη που υπήρχε για τους ανθρώπους με αναπηρία. Μια φαινομενικά μικρή, αλλά εξαιρετικά σημαντική (συμβολικά και πραγματικά) νίκη.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο Άρης ήταν ο άνθρωπος μιας άλλης εποχής, που έφερε το αποτύπωμα των αξιών της Αριστεράς των αγώνων της δεκαετίας του ’60, του αντιδικτατορικού αγώνα, του ενθουσιασμού της μεταπολίτευσης. Ελπίζω ότι δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα. Ελπίζω ότι ο Άρης είναι ο άνθρωπος μιας ενδιαφέρουσας εποχής που έρχεται, ένας άνθρωπος της εποχής “των σεισμών που μέλλονται για να’ρθουν”.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ
…

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ του ΑΡΗ ΤΑΣΤΑΝΗ


Ο Άρης Ταστάνης γεννήθηκε στα Παράκοιλα Λέσβου, το 1953.
Η αντιστασιακή δράση του πατέρα του, οι διώξεις στον εμφύλιο, καθώς και οι πρώτες ενδείξεις της σκληρής ασθένειας στο παιδικό του σώμα, υποχρεώνουν την οικογένειά του να εγκαταλείψει το νησί και να μεταναστεύσει στην Αθήνα.
Από το 1966 κατοικούσε στην Τερψιθέα – Γλυφάδας.

Υπήρξε δεσμώτης μιας ανίατης ασθένειας (μυϊκή δυστροφία των άκρων) καθηλωμένος από 20 ετών, σε αναπηρικό καρότσι.

Από παιδί γνώρισε καλά, όλες τις αρνητικές πτυχές του νοσηλευτικού συστήματος και της κοινωνικής επανένταξης.
Μεγάλωσε σ’ εποχές γκρίζες κι άγονες για τ’ άτομα με αναπηρία. Σε δύσκολες συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού. Τότε που ήταν «στίγμα» για το άτομο και την οικογένειά του η «αναπηρία» κι όνειρο η πρόσβαση στην πόλη και τη ζωή, στη μέριμνα της πολιτείας, στη μόρφωση και την αποκατάσταση…
Μέσα σε αυτές οι συνιστώσες, μαζί με το προσωπικό πρόβλημα, και την ανάγκη να δραπετεύσει από τα ψηλά τείχη του αποκλεισμού,
αρχίζει να γράφει ποιήματα και να μελετά λογοτεχνικά κείμενα.

Από τότε θα σημαδέψουν βαθύτατα όλη την ποιητική του διαδρομή, τα πάθη και οι αγώνες των καθημερινών ανθρώπων. Τα όνειρα και οι αγωνίες στις υποβαθμισμένες γειτονιές της μεγαλούπολης. 
Μαζί πάντα ο νόστος και θύμηση της Αιολίδας, (τόπος, χρόνος, ιστορία, άνθρωποι, αγώνες, θυσίες, οράματα).
Υπήρξε μέλος της «ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ» (ΕΕΛ) 1980, της «ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΜΝΗΣΤΙΑΣ», της 
«ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ» 1981.
 Ιδρυτικό μέλος του σωμ. «ΠΑΡΑΠΛΗΓΙΚΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ». 
Μέλος της «ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ».
Το 1983 εκδίδει το λαογραφικό περ. «ΤΑ ΠΑΡΑΚΟΙΛΙΩΤΙΚΑ».

Το 2002 εκδίδει το πολιτιστικό περ. «ΓΛΥΦΑΔΑ – ΑΝΩ ΚΑΤΩ».

Συνεργάζεται και αρθρογραφεί σε περ. και εφημ. στις συνοικίες και στην περιφέρεια
για ποίηση, λογοτεχνία, άρθρα για τον κοινωνικό αποκλεισμό, ιστορία – λαογραφία Λέσβου, κοινωνικά θέματα.
Στην καθημερινή εφ. της Μυτιλήνης «ΕΜΠΡΟΣ» γράφει τη στήλη: «Της Καθημερινής Ζωής μας».
Το πρώτο ποίημα του που εκδόθηκε: «ΜΠΟΡΕΙΣ», (αφιερωμένο στους ζωγράφους με το στόμα και το πόδι) θα κυκλοφορήσει μεταφρασμένο σε 14 γλώσσες στο ημερο-λόγιο της «Διεθνούς Ένωσης Αναπήρων Καλλιτεχνών» (1976).
Το 1981 από την TV: ΕΡΤ 2 η δημοσιογράφος Άννα Παναγιωταρέα, παρουσιάζει ημίωρο ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το έργο του. Μιλάνε για τον Α.Τ. οι συγγραφείς Ασημάκης Πανσέληνος και Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ.
Το 1981 λαμβάνει μέρος στην εκπομπή της ΕΡΤ 1 του Ν. Δήμου «ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ – ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ» με θέμα : ‘’Αναπηρία και Κοινωνικός Ρατσισμός’’ είναι η πρώτη
απόπειρα που γίνεται από τα Μ.Μ.Ε. να δείξουν το πρόβλημα ρεαλιστικά…
Το 1983 α΄ έτος παγκόσμια αφιερωμένο από τον ΟΗΕ για τ’ Α.Μ.Ε.Α. επιμελείται και παρουσιάζει μια σειρά από 15 εβδομαδιαίες εκπομπές στο ραδιόφωνο ΕΡΤ 2, με θέμα: ‘’Ανάπηρος πολίτης και Κοινωνία’’.
1983 – 84 από τον ραδιοφωνικό σταθμό «GERONIMO GRUVI» επιμελείται και παρουσιάζει την εκπομπή: ‘’Νυχτερινές Στάσεις στην Ποίηση και τη Μουσική’’.
Τα βιβλία του:

1. ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΓΥΑΛΙΝΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ, ΑΘΗΝΑ 1976

2. ΑΙΟΛΙΚΑ, Εκδ. ΙΩΛΚΟΣ 1977

3. 14 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΩΤΗ ΑΓΓΟΥΛΕ, Εκδ. ΔΙΟΓΕΝΗΣ 1979

4. ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΣ, Εκδ. ΔΙΟΓΕΝΗΣ 1979 

5. ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ, Εκδ. ΚΕΔΡΟΣ 1982 (σχ.εξ. Β. Κατράκη)

6. ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ, Εκδ.ΔΙΟΓΕΝΗΣ 1985 (σχ. εξ. Β. Κατράκη.)

7. ΑΙΟΛΙΚΑ ΙΙ, Εκδ. ΚΑΛΑΜΑΣ 1992

8. ΚΑΙ ΑΚΟΥΓΕ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ, Εκδ. ΚΑΛΑΜΑΣ 1992 (σχ.εξ. Β. Κατράκη)

9. ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΟΔΟΙΠΟΡΩΝ, Εκδ. ΗΡΑ 1999 (σχ.εξ.Τζέλη Χατζηδημητρίου)

10. ΤΟ ΕΓΩ ΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ, Εκδ. ΗΡΑ 2003
11. TAΞΙΔΙΑ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΑΛΙΣΑΧΝΗΣ, Εκδ. ΑΣΤΕΡΙΑΣ 2005 

12. ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΝΤΑΖΗΣ, Εκδ. Κ.Ψ.Μ 2007
13. ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΜΟΥ, Εκδ.ΚΨΜ 2011

Alejandra Pizarnik, Ποίημα για το χαρτί μου

alexandra1

διαβάζοντας δικά μου ποιήματα
βάσανα τυπωμένα καθημερινές υπερβάσεις
χαμόγελο περηφάνιας σφάλμα συγχωρημένο
είναι δικό μου είναι δικό μου είναι δικό μου!!
διαβάζοντας πλάγια γράμματα
χαρούμενος εσωτερικός παλμός
να νιώθω πως η τύχη θρομβώνεται
καλώς ή κακώς ή καλώς
έκπληξη από αισθήματα εγγενή
κύπελλο αρμονικό κι αυτόνομο
όριο σε χοντρό δάχτυλο κουρασμένου ποδιού και
μαλλιά λουσμένα σε κατσαρό κεφάλι
δεν πειράζει:
είναι δικό μου είναι δικό μου είναι δικό μου!!\

*Από τη συλλογή «Η πιο ξένη γη», 1955. Μετάφραση: Αμαλία Ρούβαλη.

Kaveh – The Unlikely Poet

 Photograph by Nedal Intagram: @Shotbynedal


Photograph by Nedal Intagram: @Shotbynedal

I didn’t give you away to updated metaphors, 

I only just found my self lost in bigger

complexities needing a voice.

I write to you again, this is yours

for the time you were mad at me for

changing the words to a poem I wrote

when I didn’t know how to write poetry,
when all I did was pour a mess onto paper 

hoping the ineptness of my effort would be concealed by your smile – 

because you liked it.

I write to tell you that,

your butterfly wings carry an eagles soar my beautiful, 

I am forever looking yet unable to

find enough expression to describe your resilience 

you hold so much sorrow

in the palm of those two hands, 

Yet, your wrists don’t bend beneath

the weight of memories.

Instead and in silence 

abuse and violence 

holds your childhood

beneath a staircase

blemishing your cavity

you wash away the stains with tears

you’re stronger than I’ll ever be

cause even thought I chase time 

way past its 24th hour daily

and fill my moments with everyone else’s story -except ours-

you were still prepared to stay with me

I just couldn’t hold you ransom to a maybe

So I had to let you go…

and I know you don’t believe me 

when I say this, but it killed me

know that you are the words inside many blank pages to come, 

more than you have already filled 

you are the exclamation to every pause that will give hearts reason to go on. 

I will forever hold you close,

even when you’re inside the embrace of another man 

cause I don’t need hands to feel your pulse.

So I write to you again

To tell you that I am further away 

from certainty than ever before, 

I’m sorry I couldn’t promise you more

like a walk down the isle

I couldn’t bring a future to heal your scars 

because I -myself- am still licking wounds 

wondering 

lost, 
like a wolf, bullet grazed in a jungle far away from home

You must know that

I didn’t give your poem away to updated metaphors,

I only just found my self lost in bigger

complexities needing a voice.

So I write to you again…

This is yours

K.


Mirror ©
2014

Photograph by Nedal Intagram: @Shotbynedal

Βάσσος Γεώργας, ξεροσταλιάζει η υπομονή μου

10385469_10202799822572511_9032603037943605179_n

ξεροσταλιάζει
η υπομονή μου φιλάσθενη
πικρή αρετή με κέρατα
όρθια σαν κυπαρίσσι
κι όπως βγάζει φυσαλίδες
το νερό όταν βράζει
βγάζω κι εγώ απ’ το κόρφο μου
κιτρινισμένα ποιήματα
σπάνια λογάκια αγάπης
παράξενα αγγελούδια
καρφωμένα σε σταυρό
με πρόκες μυτερές
ανακρίβειες του κενού
χρόνου το χάος κρύβω ταυτότητα
και διαβατήριο
και παριστάνω
πως δεν ακούω
το χέρι που ήρεμα
χτυπά τη πόρτα
της καρδιάς μου
έτσι ωραία
που΄ναι αμπαρωμένη
πιο ατζαμής ποιητής
απ΄όλους κι όπως το σκοτάδι
αδελφούλα μου ψυχή
μας απορροφά σαν σφουγγάρι
εσύ κι εγώ άνθρωποι γυμνοί
συνηθισμένοι να ζούμε
προδομένοι απ΄τα ψέμματα
σε μαύρο παραπέτασμα
χάνουμε τη σκιά μας
κάθε μέρα κάθε ώρα
και πελαγώνουμε
χωρίς να παριστάνουμε τίποτα
ούτε καν τους ερωτευμένους

Wallace Stevens, Πρόλογοι στο τι είναι πιθανόν ΙΙ

Ernst Ludwig Kirchner, Love/hate

Ernst Ludwig Kirchner, Love/hate

Η μεταφορά ανακίνησε τον φόβο του. Το αντικείμενο με το οποίο συγκρινόταν
Ήταν αδύνατον να το αναγνωρίσει. Από αυτό ήξερε πως η ομοιότητά του εκτεινόταν
Λίγο μόνον και όχι πιο πέρα, εκτός αν μεταξύ εκείνου
Και πραγμάτων πέρα από ομοιότητα υπήρχε αυτό ή το άλλο με πρόθεση
         αναγνώρισης,
Αυτό ή το άλλο μέσα στις περιφράξεις υποθέσεων
Για τις οποίες άντρες διαλογίζονταν το καλοκαίρι μισοκοιμισμένοι.

Ποιον εαυτό, λόγου χάριν, περιείχε που δεν είχε ακόμη ελευθερωθεί,
Γρυλίζοντας μέσα του να ανακαλυφθεί καθώς επεκτείνονταν οι προσοχές του,
Λες και όλα τα κληρονομημένα φώτα του είχαν ξαφνικά αυξηθεί
Από μια πρόσβαση χρώματος, μια νέα και απαρατήρητη, ελαφρά χρωματική
         αντιπαράθεση,
Την πιο μικρή λάμπα, που πρόσθετε το δυνατό της τίναγμα, στο οποίο έδωσε
Ένα όνομα και προνόμιο πάνω από την κανονικότητα της κοινοτοπίας του –

Ένα τίναγμα που πρόσθετε σε αυτό που ήταν πραγματικό και στο λεξιλόγιο του,
Με τον τρόπο που κάποιο πρώτο πράγμα που έρχεται στα δέντρα του Βορρά
Προσθέτει σε αυτά ολόκληρο το λεξιλόγιο του Νότου,
Με τον τρόπο που το πρώτο μοναδικό φως στον βραδυνό ουρανό, την άνοιξη,
Δημιουργεί ένα καινούργιο σύμπαν από το τίποτε προσθέτοντας τον εαυτό του,
Με τον τρόπο που ένα βλέμμα ή ένα άγγιγμα αποκαλύπτει τα απροσδόκητα 
         μεγέθη του.

*Πηγή: Wallace Stevens, Δεκατρείς τρόποι να κοιτάς ένα κοτσύφι και άλλα ποιήματα. Adagia. Θραύσματα ποιητικής, εισαγ.-μτφ. Χάρης Βλαβιανός, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2007, σ. 61 & 63]
πηγή: http://ebooks.edu.gr/

Ζακ Πρεβέρ, Μπαρμπαρά

10398666_10202328584758977_985053667169785679_n

Θυμήσου Μπαρμπαρά
Έβρεχε χωρίς σταματημό στη Βρέστη εκείνη την ημέρα
Και περπατούσες χαμογελαστή
Χαρούμενη ευτυχισμένη μουσκεμένη
Μέσα στη βροχή
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Έβρεχε χωρίς σταματημό στη Βρέστη
Και σε συνάντησα στην οδό Σιάμ
Χαμογελούσες
Κι εγώ χαμογελούσα
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Εσένα που δεν σε ήξερα
Εσύ που δεν με ήξερες
Θυμήσου
Θυμήσου εκείνη την ημέρα
Μην ξεχνάς
Ένας άντρας προφυλαγόταν κάτω από ένα πρόθυρο
Και φώναξε το όνομά σου Μπαρμπαρά
Κι έτρεξες προς το μέρος του μέσα στη βροχή
Μουσκεμένη ευτυχισμένη χαρούμενη
Και ρίχτηκες στην αγκαλιά του
Θυμήσου τό Μπαρμπαρά
Και μη μου θυμώνεις αν σου μιλάω στον ενικό
Μιλάω στον ενικό σε όλους όσους αγαπώ
Ακόμα κι αν δεν τους έχω δει παρά μια μόνη φορά
Μιλάω στον ενικό σε όλους όσους αγαπιούνται
Ακόμα κι αν δεν τους ξέρω
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Μην ξεχνάς
Αυτήν την ήρεμη κι ευτυχισμένη βροχή
Πάνω στο ευτυχισμένο πρόσωπό σου
Πάνω σ’ αυτήν την ευτυχισμένη πόλη
Αυτήν τη βροχή πάνω στη θάλασσα
Πάνω απ’ τον ναύσταθμο
Πάνω απ’ το πλοίο τ’ Ουεσάν[1]
Ω Μπαρμπαρά
Τι σαχλαμάρα ο πόλεμος
Τι απέγινες τώρα
Μέσα σ’ αυτή τη βροχή σίδερου
Φωτιάς ατσαλιού και αίματος
Κι αυτός που σ’ έσφιγγε στην αγκαλιά του
Ερωτευμένα
Μήπως είναι νεκρός εξαφανισμένος ή ακόμα ακόμα ζωντανός
Ω Μπαρμπαρά
Βρέχει χωρίς σταματημό στη Βρέστη
Όπως έβρεχε πριν
Αλλά δεν είναι το ίδιο κι όλα καταστράφηκαν
Είναι μια πένθιμη βροχή τρομερή και λυπητερή
Δεν είναι πια η καταιγίδα
Φωτιάς ατσαλιού αίματος
Απλών νεφελωμάτων
Που ψοφάνε σαν τα σκυλιά
Σκυλιά που εξαφανίζονται
Στα νερά της Βρέστης
Και πάνε να σαπίσουν μακριά
Μακριά πολύ μακριά απ΄ τη Βρέστη
Που απ’ αυτήν δεν μένει πια τίποτα.

[1] Ουεσάν, βραχώδης νήσος βορειοδυτικά της Βρέστης, το δυτικότερο σημείο της Γαλλίας. Εκεί κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε ναύσταθμος, όπου τα γερμανικά στρατεύματα κατασκεύαζαν τα πλοία τους.

Costas Varnalis: The Song of the Thrush

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

.

 

BarnalisKostas-ToKelaidimaTisTsichlas-Eikona-05

.

Costas Varnalis

 

The Song of the Thrush

 

02-TaphHRUSH, they called little Anna at the village. And she lived and died a thrush. She was a tiny little girl. Thin, with long legs, weightless, like a bird. She wasn’t walking – she was hopping around and running.

But what is the village we speak of?

         One of those mountainous ones, perched on the mountain slope and they all look alike. Beautiful, but poor and depressing, abandoned by gods and men all the same.

         A glen downhill with its red oleander and a goats’ path, which leads through the pine tree forest to the top of the mountain. It was such an isolated, forsaken village, that it too had forgotten its name.

         It didn’t need one, as if it was a burden.

         But what these villages lack of culture, care and fill…

View original post 804 more words

Έκτωρ Κακναβάτος, Περί τελείας καύσεως

pagides

Κάποτε το σκαθάρι βαριεστά
σου γυρνά τις πλάτες κι αλαργεύει
ότι δεν του πάει η μεταφυσική
μόνο η κιθάρα του κι ένας σβώλος κοκκινόχωμα
ίσα να κλείσει η εμπατή
να κλειστεί βαθιά εκεί κάτω
να μη μαθαίνει
και μόνο σαν έρθει ο καιρός
απάνω να διαβαίνουν τα νερά
και στην ευλογημένη λάσπη να βουλιάζουνε τα κάρα
ν’ ακούει να θυμάται.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πολιτιστική”, τ. 17, σελ. 34.

Ειρηναίος, Μαράκης Επίκαιρο II – Ένας χρόνος από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα

???????????????

πρωινό στο κρεβάτι
οχτώ ώρες ύπνου κι ακόμα νυστάζεις
μουσική στο ραδιόφωνο, ειδήσεις, δελτία καιρού
έρχονται και χειρότερα
βροχές, σεισμοί, επαναστάσεις
ένας πλανόδιος πουλάει την πραμάτεια του
κρεμάστρες για τα ρούχα, έρωτα, μια καλημέρα
κι η φωνή του μοιάζει με του πρωθυπουργού
έξω, στο κέντρο της πόλης, ο κόσμος χάνεται
δουλειά, φτώχεια, ανεργία
τίποτα το ρομαντικό
και, μην ξεχνάς, ένας χρόνος πέρασε
χωρίς τον Παύλο Φύσσα
κι εγώ στο κρεβάτι μου, μόνος κι ερωτευμένος
σκέφτομαι το χαμόγελό της
υποκατάστατο στο φιλί που δεν θα μου δώσει

*Ο Ειρηναίος Μαράκης διαχειρίζεται το ιστολόγιο Κίβδηλη Αντιόχεια στη διεύθυνση http://kivdilh-antioxeia.blogspot.gr