Wiliams Carlos Williams, Μετρική μορφή

10463001_10204558441256712_7682761032271610666_n

Ένα πουλί μέσα στις λεύκες

Είναι ο ήλιος

Τα φύλλα είναι μικρά κίτρινα ψάρια

Που κολυμπούν μες στο ποτάμι

Το πουλί τα ψαύει

Η μέρα ξυπνά μες στα φτερά του

Ο Φοίνικας!

Αυτός αφήνει μια μεγάλη ανταύγεια

Ανάμεσα στις λεύκες

Το τραγούδι του
Σβήνει τη λάμψη από το θρόισμα

Των φύλλων καθώς κροταλίζουν

Μες στον αγέρα

*Μετάφραση: Τάκης Σινόπουλος.

Octavio Paz, Ζωή μισοειδωμένη

Φωτογραφία: Άγνωστου

Φωτογραφία: Άγνωστου

Αστραπές ή ψάρια

μες στη νύχτα της θάλασσας

και πουλιά , αστραπές

μες στη νύχτα του δάσους.

Τα κόκαλά-μας αστραπές

μες στου κορμιού τη νύχτα

Τα πάντα , κόσμε , είναι νύχτα

κι είναι η ζωή αστραπή .

*Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης.

Γιώργος Σαραντάρης, Ήταν γυναίκα ήταν όνειρο…

Ήταν γυναίκα ήταν όνειρο ήτανε και τα δυο
Ο ύπνος μ’ εμπόδιζε να τη δω στα μάτια
Αλλά της φιλούσα το στόμα την κράταγα
Σαν να ήταν άνεμος και να ήταν σάρκα
Μου ‘λεγε πως μ’ αγαπούσε αλλά δεν το άκουγα καθαρά
Μου ‘λεγε πως πονούσε να μη ζει μαζί μου
Ήταν ωχρή και κάποτε έτρεμα για το χρώμα της
Κάποτε απορούσα νιώθοντας την υγεία της σαν δική μου υγεία
Όταν χωρίζαμε ήτανε πάντοτε νύχτα
Τα’ αηδόνια σκέπαζαν το περπάτημά της
Έφευγε και ξεχνούσαν πάντοτε τον τρόπο της φυγής της
Η καινούργια μέρα άναβε μέσα μου προτού ξημερώσει
Ήταν ήλιος ήταν πρωί όταν τραγουδούσα
Όταν μόνος μου έσκαβα ένα δικό μου χώμα
Και δεν τη σκεφτόμουνα πια εκείνη

Γιώργος Θ. Γιαννόπουλος, Τρία ποιήματα

τζαμι+σπασμενο

Ιοκάστη

Γυναίκες μ’ αρώματα μεθυστικά
φλέβες ρυάκια
δόντια κοράλια
στη σάρκα του μήλου.
Βλέμμα γαλάζιο
ελιγμός
αεροσκάφους.

***

Οδός Δελφών

Μνήμη Ανδρέα Παγουλάτου

Οι νεκροί κρατούν στα χέρια τους
το σπασμένο γυαλί της μνήμης.
Οι νεκροί σηκώνουν
Το βάρος των ανθρώπων.

Οι νεκροί
ένα σχήμα λόγου
που φθέγγεται
που μέλλει.

***

Το μπαλαούρο της ζωής

Μια λέξη μια ελπίδα
ένα λευκό πυρκαγιά
ένας έρωτας θάνατος
ένα ταξίδι πράσινο
ένας στίχος κλάμα νεογνού
μάρμαρο γενέθλιο
φως.

*Από τη συλλογή “Το θέρος των βροτών”, εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2010.

Τέος Σαλαπασίδης (1924-1983), Remember Elena

10613003_376358509189069_2219867918845028946_n

Περιμένω να μου φέρουν τις πεντακόσιες δραχμές
αυτός που χρωστά προσποιείται τον φυματικό
άλλοι λόγω θέσεως προσποιούνται τους δυνατούς
η λύση διαφαίνεται
η εκφώνηση ξεχάστηκε
ακούμε δίσκους προκλασικής μουσικής
ζητάμε δανεικά
αν όχι
ξεγελάμε τα κορίτσια στο Λιτόχωρο και παίρνουμε λίρες
εγώ επιμένω στην πρώτη επαφή
έστω και χωρίς χρήματα επιμένω. Εδώ
δεν μπορούν να σερβίρουν ούτ’ ένα θάνατο σωστό
κάπου ο δίσκος θα κτυπήσει
και θα χυθούν κάτω στο παρκέ λίγα δάκρυα
Από μικρός ξεφώνιζα πως οι υπηρέτριες πρέπει να περνούν
από ειδικές σχολές αναρχικών
οι επαναστάτες από σχολές ορθοφωνίας
Κανείς δεν θυμάται σήμερα τους Δεκεμβριστές
την ομίχλη του Πετροπαβλόφσκ
τα χείλη της θείας Γκρέτα
Ανοίγω βιομηχανία αεριούχων αναψυκτικών
τίτλος: ο Λαϊκός Επίτροπος
Λαέ: πίνε λεμονάδες, οι Δικηγόροι εσίγησαν
Λαέ: στις δύσκολες στιγμές πίνε πορτοκαλάδες!
Η βίβλος διαβάστηκε – του καλού Σαμαρείτη δώσατε διαβατήριο προς Μόσχαν
οι πουτάνες ακούν Μπελαφόντε
όποιος δεν έχει σαράντα φράγκα δεν ακούει Μπελαφόντε
οι μετοχές του Μπελαφόντε ανεβαίνουν
ο Μπελαφόντε ανεκαλύφθη
στο Κρεμλίνο πανικός -η Ουάσιγκτον ολοφύρεται-
οι μετοχές του Μπελαφόντε στο απώγειο!
Εδώ είστε και δω είμαι
τον Μπελαφόντε θα τον χρησιμοποιήσουν ή θα τον κάψουν
-σε περίπτωση που τον χρησιμοποιήσουν θα τον κάψουν αργότερα-
τώρα ανοίξτε διάπλατα τις πόρτες στον γιο του γιατρού που σπουδάζει ιατρική
στον γιο του λεμβούχου που εξηνθρωπίσθη
ανοίξτε τις πόρτες στους τζόκεϊ στους σοσιαλιστές στους παλαιοημερολογίτες
στους πυροβάτες
σ’ εκείνον που δήθεν υπεσχέθη να γίνει διαρρήκτης και τώρα υπάλληλος
μετράει χρήματα σεμνός σε κάποια τράπεζα
ξοδεύοντας το μισθό του σε πράκτορες που παρακολουθούν τη γυναίκα του
κλείστε τις πόρτες -τα χέρια τους ιδρώνουν- ανάψτε τα εντομοκτόνα βεγγαλικά
η γιορτή πλησιάζει στο τέρμα της
χωρίς την Κατίνα. Χωρίς την Ελένη.
(Η μικρή Ελένη κάθεται και κλαίει επειδή δεν την παίζουν οι λευκές φιλενάδες της)
Η μικρή Ελένη
τώρα κάθεται και κλαίει
που δεν την παίζουν
ούτε οι μαύρες στο Χάρλεμ

Στέλλα Δούμου, Μωβ

catatumbo-lightning2-550x377

Ασφαλώς και κοιμήθηκες
μέσα σε μωβ αστραπές
με χείλη σφιγμένα πάντα
στο κλειδί της άρνησης.
Ασφαλώς και κρεμάστηκες
με ομπρέλα μωβ
επάνω στα ιερατεία των οπαδών.
Ασφαλώς μάσησες
σουσάμια αστεριών
πριν καν αντικρίσεις τις νύχτες και
ψιθυριστά μάζευες ιππόκαμπους
με υπομονή θανάτου
κάτω απ’ το βλέφαρο που σκούριαζε.
Κι ασφαλώς
από φαγωμένο παράθυρο κοίταξες
που σε απιθώσαμε
σ’ ένα μικρό σύννεφο από ίριδα
και σε αποχαιρετήσαμε
με μωβ δήγματα φιλιών
που τόσο σου άρεσαν.

Τα πένθη της φωνής σου σε όλες τις πτώσεις.
Έιμυ.

Ασφαλώς.

*Από τη συλλογή “Χαμηλές οκτάβες”, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2013.

Θωμάς Χαραλαμπίδης, Δύο ποιήματα

broken

Μετακόμιση

Φεύγεις τώρα.
ξαναμαζεύεις τα πράγματα
οι εφημερίδες μπήκαν στα κουτιά
τι να ‘γινε τόσα χρόνια…
Φεύγεις τώρα
εδώ, εκεί
πάντα κάπου αλλού
από καλά καλύτερα;
Φεύγεις τώρα
οι χάρτες ξαναξεδιπλώθηκαν
ο κόσμος όλος μια σταλιά
να ξεχειλίσει μια ψυχή ξεπαγιασμένη.
Γεια σου χαρά σου Santa Vangela
μ΄ αγάπησες, σ’ αγάπησα
όλα τα ωραία πράγματα τελειώνουνε…

***

Οίκοθεν

Καλησπέρα ραγισμένο μου απόγευμα.
Οι φίλοι μου δεν ήρθανε απόψε.
Στείλανε μόνο κάτι κάρτες
άλλος εδώ, άλλος εκεί
περνάν ωραία, λένε.
Κι εγώ στις ίδιες πάντα ιστορίες
στις ίδιες γειτονιές
στις ίδιες ψευδαισθήσεις.

*Από τη συλλογή “Μούργκα”, εκδόσεις Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη 2008.

Sylvia Plath, Last words

603151_1425246657704036_1466155251_n

I do not want a plain box, I want a sarcophagus
With tigery stripes, and a face on it
Round as the moon, to stare up.
I want to be looking at them when they come
Picking among the dumb minerals, the roots.
I see them already — the pale, star-distance faces.
Now they are nothing, they are not even babies.
I imagine them without fathers or mothers, like the first gods.
They will wonder if I was important.
I should sugar and preserve my days like fruit!
My mirror is clouding over —
A few more breaths, and it will reflect nothing at all.
The flowers and the faces whiten to a sheet.

I do not trust the spirit. It escapes like steam
In dreams, through mouth-hole or eye-hole. I can’t stop it.
One day it won’t come back. Things aren’t like that.
They stay, their little particular lusters
Warmed by much handling. They almost purr.
When the soles of my feet grow cold,
The blue eye of my turquoise will comfort me.
Let me have my copper cooking pots, let my rouge pots
Bloom about me like night flowers, with a good smell.
They will roll me up in bandages, they will store my heart
Under my feet in a neat parcel.
I shall hardly know myself. It will be dark,
And the shine of these small things sweeter than the face of Ishtar.

Dimitris Troaditis, My places

gtmmmeaeETNsHTZ9LWeQcxnDAQ2KBRyyWyzRWH2iYLs

I
My places
find shelter
in ruined buildings
suffocated atmospheres
in fires growing fast

II
My places
falling prone
to losing eyes
fragmented sights
common persecutions
body maiming

III
my places
bend from despair
in bombed neighborhoods
figures with hollow eyes
of hunger
and sleepless

IV
my places
stopped being preservable
because they completely lost
their past
their seas become ill
their costumes
being distorted

V
my places
nor have violins
neither been fire dancing
only a counterfeiting frisk
of a threepenny leap

VI
my places
memories of iron beds
in ward camps
scratched arms
walls with damp
face same as rocks
worship of motherland

VII
my places
where nobody regrets
cities shattered
from the inside
and stayed mournful
in distant shores

VIII
my places
in a strange calm
in a hibernating season
like throwing their children
in scorched palm trees
pinching the clog
of mutant needs

IX
my places
stay still behind
pill-boxes
and loopholes
behind fire beaten groves
alone in abandoned piers
acid rains
waste piles
stuck travels

X
my places
prehistoric statues
of oblivion and insignificance
in guillotines turned in
bridled clearings
dissolve
ostracize
in heame pieces
on every floor

XI
my places
medieval towers
with battlements and spears
watchtowers and hideouts
where they hang
dissidents unfairly
when speaking with shivering
and passions all over the body

XII
my places
fluent as the candlelight
in glints
on uncertain songs
and stale slogans

XIII
my places
transversed resonances
with outdated codes
in merciless towers
cross mournful waters
and booming
guillotines

XIV
my places
swaying fearful
in front of a few moons
lost in ruins
brimstone of isolation
piles of garbage
where pyrrhic
bloody flags
waving

XV
my places
in a limbo
in a total time
collapse
soaked into
the yellow rain
drowned them
as another shroud
and their inhabitants
left
without memory

*Translation: Dimitris Troaditis. The original in Greek is here: https://tokoskino.wordpress.com/wp-admin/post.php?post=10180&action=edit

**The poem read in both languages in the event of Melbourne Poets Union “Journeys”, Sunday, 26 October 2014, in Immigration Museum of Melbourne.

Γιώργος Ρούσκας, Στις πεδιάδες των γραμμάτων

assets_LARGE_t_11761_2553145

Πού ζουν οι ποιητές παππού;
-Σε πεδιάδες απέραντες που είναι σπαρμένες με κάθε λογής
γράμματα, εκεί θα τους βρεις.
-Δηλαδή;
-Στάσου ένα λεπτό να φέρω το βιβλίο, ν’ ακούσεις από “πρώτο χέρι”.

Ντυμένος με λέξεις χιλιοειπωμένες
κυνηγώ το ανείπωτο.

Με βήματα αθόρυβα στις σελίδες
ιχνηλάτης του νοήματος γίνομαι.

Κολυμπώντας στη λίμνη των φωνηέντων
αγναντεύω τα σύμφωνα
που λιάζονται στη στεριά.

Στις πεδιάδες των γραμμάτων
αναζητώ την ιδέα,
λατρεύω την εκδοχή.

Το θέμα πασχίζω να κατακτήσω
συνταιριάζοντας του λόγου τη ροή.

Ψηλαφώ με τα χέρια, τολμώ,
με ερεθίζει η μυρωδιά
στα σκέλια των παραγράφων.

Τα ώριμα νιάτα μου χαίρομαι
ανάμεσα στις καμπύλες
των ζωηρών δεκαεξασέλιδων.

Γεύομαι την πίκρα,
ακούω τη χαρά
βλέπω κρυμμένα μυστικά,
λεπτομερείς εικόνες.

Όταν κουράζομαι,
στο κόμμα ξαποσταίνω
ξέροντας πως στο τέλος
η τελεία βρίσκεται.

Τη ράχη του βιβλίου τα δάχτυλα χαϊδεύουν
ψαχουλεύοντας αγιάτρευτες παλιές πληγές.

Ονειροπόλος εξερευνητής
σε χάρτινα δάση
πιστός παραμένω εραστής
του ανεκπλήρωτου.

*Από την ποιητική συλλογή “Άυλο Πύαρ”, εκδόσεις Χίλων 2013.