Manolis Aligizakis, Rapture

It was there, the straight cypress guarding our secret
in its shade and the doe with its jumping little fawn
we always thought we saw. Images of dreamers,
often in their oneiric raptures, undoubtedly an expectation
of a tomorrow better than today’s misery and
we lived in bodies we never loved as if they didn’t
belong to us; perhaps they belonged to our ancestors,
let them be glorified, and the adulthood we accepted
came slowly with light steps like a cripple with
his crutch that pounds the sidewalk composing
its unearthly melody, like the old coat of the beggar
which he never discarded.
I like those who make virtue their goal and fate. This
is the only way one can be alive and dead at the same
time.

*From “Wheat Ears – Selected Poems”
https://www.lulu.com/account/projects/y26q9n https://www.amazon.com/dp/B0BKHW4B4S

Αργύρης Χιόνης, Ακίνητη παρέλαση 

Οι άνθρωποι κρατούσαν Κυριακές στα χέρια τους,
κρατούσανε αγαπημένα ονόματα
και μνήμες από εκδρομές που κάναν κάποτε
στη θάλασσα.
Οι δρόμοι ήταν έρημοι,
η θάλασσα ήταν μακρινή
και τα καράβια
είχαν αναληφθεί στον ουρανό
κι είχανε γίνει σύννεφα.
Οι άνθρωποι κρατούσανε λουλούδια μαραμένα
και κοίταζαν τον ουρανό.
Ένα κακό προαίσθημα βροχής
τους έκανε να μην μπορούν να προχωρήσουν.
Μέναν εκεί ακίνητοι σαν δέντρα
-ή μήπως ήταν ήδη δέντρα;-
Μέναν εκεί ακίνητοι σαν τοίχοι
-ή μήπως ήταν ήδη τοίχοι;-
Ο άνεμος σαν μεθυσμένος ή ανάπηρος
παραπατούσε ανάμεσά τους,
ξήλωνε τις αφίσες που’χανε ντυθεί,
τους γύμνωνε.
Οι άνθρωποι δεν αντιστέκονταν, περίμεναν·
με πέτρινα αγαλμάτινα χαμόγελα
-ίσως και να’ταν ήδη αγάλματα-
καλούσαν τα πουλιά.
Όμως εκείνα είχαν μια κατεύθυνση, ένα σκοπό,
τον ήλιο·
δεν χαμηλώνανε παρά για να πεθάνουν.
Οι άνθρωποι κρατούσανε νεκρά πουλιά στα χέρια,
πουλιά που ήταν κάποτε
χαρμόσυνες αργίες, Κυριακές
και εκδρομές στη θάλασσα.΄΄

*Από τη συλλογή ”Σχήματα απουσίας’’.

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Τρία ποιήματα

Πρωινό λατομείο

Τοπίο λατομείου το πρίνο τυρί
Και από δίπλα ένα ακόμη αλφαβητάρι.
Διαβάζω για δύναμη.
Ο χρόνος είναι θάλασσα
κυκλωμένη από βουνά.
Όταν τα βουνά καταποντιστούν,
θα απλώσει κι άλλο,
και τότε θα ‘ναι ο θάνατος.
Όμως, έχουμε ακόμα χρόνο,
Έχουμε ακόμα βουνά.

(Έχουμε ακόμα θάλασσα)

*

Τα πρωινά λόγια

Τα πρωινά τα λόγια
δείχνουν ευτυχή και ανάλαφρα,
μα άλλη είναι η αλήθεια.
Στις δροσερές αγκύλες τους,
κάτω από τα γιασεμιά και τα τριαντάφυλλα,
κουβαλούν τα εμπύρετα λόγια της νύχτας.
Εγώ μονάχα βλέπω
πώς τρέμουν τα χεράκια τους.

*

Νεκρή φύση

Μεγάλες οι ερημιές των νεκρών,
αχανείς ωχρές στέπες,
γεμάτες πατημένη σκόνη,
που από κάτω την ξεθωριάζει
το χυμένο φως
Μια ελπίδα γελάει σαν πόρνη.
Κάποιοι ξεθάβουν τους νεκρούς τους
για να γίνουν πλούσιοι,
κάποιοι άλλοι έχουν τις τσέπες τους άδειες
μα την καρδιά τους ζεστή.

*Από τη συλλογή “Λουτήρες”, Εκδόσεις Έναστρον, 2019.

Φάνης Παπαγεωργίου, Τρία ποιήματα

Ένας πλήρης κύκλος

Ο αναστεναγμός είναι το κύμα
το κύμα είναι η κίνηση της γης
η κίνηση της γης το τραγούδι του κοχυλιού
το τραγούδι του κοχυλιού ο φόβος
για τις πέτρες που πετάω
οι πέτρες που πετάω είναι όσα δεν μπορώ
να ξεφορτωθώ
τους έρωτες, τις επαναστάσεις, τα σύννεφα
των διαδηλώσεων,
την πάλη, την ουτοπία
να ξεφορτωθώ
τον έρωτα, το κορίτσι με τα φούξια,
τον καπνό τα βράδια, την αγχόνη
τον φόβο
το τραγούδι
την κίνηση
το κύμα
τον αναστεναγμό

*

Και γίναμε δέντρο

Και γίναμε δέντρο
θες για να μη μιλάμε
θες από την τριβή
θες από την ενσωμάτωση

Κατοικηθήκαμε
και γίναμε πλατάνι
για να φιλοξενήσουμε
το νερό
που τρέχει
ανάμεσα
στα πόδια μας

Πεθάναμε
και γίναμε κυπαρίσσι
για να θυμόμαστε
τα μνήματα

Ξεπεράσαμε
εμάς τους ίδιους

Δεν υπήρχα εγώ

Δεν υπήρχες εσύ

Υπήρχαμε

*

Στίξη-αντίστιξη

Έμπειρος δάσκαλος
πώς μπορείς να είσαι τόσο όμορφη

Παραδίδει μαθήματα
γιατί τα κάνεις όλα τόσο καλά

Ολιγομελή γκρουπ
με ηλεκτρίζεις

Φιλικές τιμές
ρέουμε

Κιθάρα γαλλικά και πολιτική οικονομία
είμαστε αιωνιότητα

Χόμο ουνιβερσάλις
ο άνθρωπος είναι ον αγαπησιάρικο

Και υπάρχει
μόνο υπό το φως
της έμπνευσης

*Από τη συλλογή “Μικρή θεωρία για πλανήτες”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Σεπτέμβριος 2024.

Στέλλα Δούμου, Τρία ποιήματα

Η Λεωφόρος Λιμπερτά από την ταράτσα εξηκονταετούς κτηρίου

Κόκκινα ποδήλατα παρήλασαν
Στην Λεωφόρο Λιμπερτά
Την Μεγάλη Εβδομάδα του μήνα Σιλόκ.
Ο κατασκευαστής τους τα ε΄πιε ερωτευθεί
Από την πρώτη εκείνη στιγμή που έφτιαξε
Τα γυαλιστερά φτερά και τις ακτίνες
Τα κουδούνια και τ΄ αεικίνητα πεντάλ.
Μόλις έφτιαξε και το τελευταίο της ράτσας
Ολόχαρος τίναξε τα μυαλά του
Μπροστά από αυτήν την επανάσταση.
Αχ, όλα αρχίζουν από την ανάποδη των προφάσεων
Κι αυτό είναι το μεγάλο ατού όλων των παραδείσων
-ο εν λόγω, βρισκόταν σε μια ταράτσα
που κουδούνιζε σαν πυρακτωμένη δύση-

Μην και ξέρετε πώς αλλάζουν
Οι εποχές των χαρούμενων ποδηλάτων;
Ζητείται μία που να μην χαλά κατά την πτώση.

*

Ό,τι αγγίχτηκε, σκοτάδι

Δαχτυλίδι με έβενο σκύλο μου δαγκώνει τα δάχτυλα.
Κόβει τον λώρο που τρέφεται το άγγιγμα.
Θυμάμαι να τρως απ’ τα χέρια μου τα καλύτερα άστρα.
Να τεντώνεις την όραση, να ανάβεις σε χιόνι καθρέφτη
Να κυλιέσαι σε μύρο ουρανού
Με χείλη σκισμένα απ’ τ’ αλάτι των ήχων.
Μετά, μια λύσσα σε πήρε και άφρισες
Ξεχνώντας την αφή στη ράχη της μνήμης.
Η σπονδυλική μου στήλη από τότε
Ανοίγει τα βράδια σαν όστρακο
Γυρεύει τ’ αερόβια των χαδιών τα οξέα.
Όμως θα έρθει καιρός που άηχα η σκιά μου
Θα κοπεί απ’ τον πόλο της νύχτας
Θα χυθεί αμμωνία και σκοτάδι χλωμό
Που θα ουρλιάζει στη γέννα.
Τότε όλα θα γυρίσουν ανάποδα.
Ταφία ανάστατα.

*

Εντροπία

Μίσχοι αμυγδαλωτών σφυγμών
Και βύσσινο αίμα
Σε ανορθόδοξα τέμπλα Σεπτέμβρη ουρανού
Σαλεύει ο χρόνος υπό μάλης
Στον γύψινο όρθρο μια κραυγή:
η παρθενία της σιωπής
Η πιθανότητα να αναστηθείς
Είναι όση του αγριόχορτου η λεπτομέρεια
Στο καλογυαλισμένο σύμπαν.

Η πιο μαβιά εξίσωση εσύ
λάμνεις στην εντροπία.

*Από τη συλλογή “Βαθιά στον κύκλο ν’ ασημίζει”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Μάιος 2024

Θωμάς Αρμπιλιάς, Με τη μυρωδιά του χώματος

Γέμισα τις τσέπες χαρτιά
που έγιναν χώμα.
το αγγίζω όταν δείχνω πως σωπαίνω
για να βρίσκω τον δρόμο
στις μέρες της απώλειας.

Σταμάτησα μπροστά σε τείχη
που πρόσφατα είχαν ανακαλυφθεί
περισπούδαστα λάφυρα
φορείς αλληλοσπαραγμών
στίγματα τύχης
μετέφεραν σκόνη και σιωπή.

Κοίταξα μέσα από παράθυρα
που τα νόμιζα δικά μου
ανοιχτά οράματα
προδιαγεγραμμένων ιδεών
σημάδια λύπης
χάριζαν σημαίες και τριβή.

Γέμισα τις τσέπες χώμα
που έγινε χαρτιά.
τα φροντίζω όταν σκέφτομαι πως υπάρχω
για να μαθαίνω να δημιουργώ
στα χρόνια της αλήθειας.

*Από τη συλλογή “Με τη μυρωδιά του χώματος”, εκδόσειςτωνάλλων, Απρίλιος 2022.

Αφροδίτη Κατσαδούρη, Πέντε ποιήματα

ΕΛ(Τ) ΞΑΝΑ

Να με διαβάσεις σαν μικρό παιδί
Να με ψηλαφίσεις σαν κλοπιμαίο
Να με ταΐσεις σαν αρκούδι νηστικό
Και ν’ αγγιχθούμε
με την λαχτάρα
ερωμένης ξεγραμμένου ναυτικού
στο πρώτο γράμμα του.

*

ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ ΔΩΜΑΤΙΟΥ

Όπως το κίτρινο του λαμπατέρ
αγκαλιάζει τις σελίδες ενός βιβλίου
πριν τον ύπνο
έτσι να χαϊδευόμαστε
οι άνθρωποι.

*

ΑΣΘΕΝΩ ΚΑΙ ΑΣΘΕΝΟΦΟΡΟ

Είναι αποκτήνωση
Το ξέρω
Όταν γυρίζεις και γυρίζω
σκοτωμένοι
από τη δουλειά
κι αδιαφορούμε παντελώς
για τις σειρήνες άλλων

*

ΤΡΩΙΚΑ ΕΔΕΣΜΑΤΑ

Βλέπω τη γάτα σου
κι ευθύβολα
λογίζομαι
τον Δούρειο Ίππο
Πώς παραμύθιασαν έτσι τον κόσμο
οι χαρωπές ουρές
και κλαίγαμε ως τα ξημερώματα
για την Ελένη
και εκείνα τα φλοράλ πουκάμισα
που ξεχαστήκαν
σε άλλες ιαχές.

*

ΑΠΕΙΘΑΡΧΟΙ ΜΑΓΓΕΛΑΝΟΙ

Το κρύο του Βερολίνου
τσακίζει κόκαλα
το τάκλιν του Καντονά
τον φασισμό του Βερολίνου
οι βόλτες μας
στις κρύες πρωτεύουσες του κόσμου
τον τριακοστό δεύτερο στίχο
της Σονάτας του Ρίτσου.

*Από τη συλλογή “ανθρώπινα”, Εκδόσεις Αμείλιχος, Ιούνιος 2020.

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Ρυτίδες στον καφέ

Ξυπνώ
Ακούγοντας τον ίδιο ήχο
Κάθε πρωί
Γεμάτος σπασμένα ερωτηματικά

Με τόσες ρυτίδες στον καφέ
Με καρφωμένο το ίδιο ποίημα
Ξανά στο μυαλό μου

Ψάχνω μια λέξη
Θρηνώ
Κι ας ξέχασα να κλάψω
Τόσες νύχτες
Μακριά σου

Γκρινιάζω όπως πάντα
Χωρίς λόγο
Όταν είσαι κοντά μου

*Από τη συλλογή “Ρυτίδες στον καφέ”, Εκδόσεις Κέδρος, 2024.

Κορνηλία Καδόγλου, Τρία ποιήματα 

Κυριακές

Σκάρτες ανάσες ξοδεμένες σε απαρηγόρητα στρώματα.

Τί και αν ο χρόνος σκάλωσε στα παραπέτα;

Τα δευτερόλεπτα δες που αυτοκτονούν από τις ταράτσες.

Απελπισμένες οι ώρες ανηφόρισαν για τα σύννεφα.

Μείναμε πάλι μόνοι καθένας μας να καταπίνει τον εαυτό του.

Εδέσματα αγωνίας.

*

Η στιγμή
Σε αυτήν την Στιγμή είχε εναποθέσει την κατακερματισμένη της ολότητα που χρόνια
συντηρούσε σαν δυστυχισμένη ενάρετη ερωμένη.

Στο παρελθόν περπατούσε τυφλά μέσα στην άγνοια και την απλότητά της
με μια εφευρετικότητα επιφανειακή που έμοιαζε χαμένος αλτρουισμός.

Στο παρόν αδημονούσε την μέρα που θα την έκανε σοφότερη.
Στοιχημάτισε στην Στιγμή την ακεραιότητά της ωσάν
τα μεταναστεύοντα σμήνη που καιροφυλακτούν τον καιρό σχεδιάζοντας την φυγή τους.

*

Το ξ

Ξένος μέσα σε ξένους

Ξάγρυπνος…

Ξεπλυμένος από την ξαστεριά ξέπνοος από την αγάπη.

Ξημερωμένος και ξένος σαν ξέσπασμα ξαφνικό.

Ξενιτεμένος από φιλί ξορκισμένος από έρωτα ξυπόλυτος από ξεγνοιασιά.

Ξεπεσμένος από γινάτι ξεναγός στην απάτη ξακουστός, ωστόσο.

*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2024/10/12/3-ποιήματα-κορνηλία-καδόγλου/#like-7041

Ποίημα συλλογικόν

Κοιτώντας προς τα έξω για λίγη ομορφιά
Κύλησε ο βράχος που έκρυβε τη ρωγμή.

Και τι ωφελούν τώρα οι χρησμοί;
Οι οιωνοσκόποι λάθεψαν…

Στους ίδιους δρόμους πέρασαν
Χωρίς χρόνο, θυσιάζοντας για μια καλύτερη ζωή

Κάποτε, θα ξυπνήσουμε μέσα στη νύχτα και η πόλη θα έχει ρημάξει
μια μαύρη φιγούρα θα στέκεται ακίνητη έξω απ΄το δωμάτιο μας

Τώρα τα μεσημέρια του καλοκαιριού κάτι στριγγιές φωνές διαπερνούν πού και πού
τις γερμένες μπαλκονόπορτες τις τρύπιες σίτες

Στους ξεφτισμένους τοίχους απλώθηκε ο χρόνος
απύθμενη δυστυχία, ο νους μου αγωνιά

Το σύνθημα έλεγε “Καμία Ελπίδα”,
αλλά μια λάμψη πάντα υπήρχε σ ν κόρη των ματιών αυτής της πόλης.
Αναζητάμε λίγη πνοή μέσα στον καθημερινό θάνατό της,

παίζουμε με τις λέξεις, τους ήχους, τα νοήματα
πασχίζοντας να συναντηθούμε.

Η εξουσία μόλυνε τα νερά, ακαδημαϊκοί αναλύουν τα λύματα
η ίδια συνταγή, αποσιώπηση, φόβος και αδράνεια.

Σιωπή. Απόψε θα πνιγείτε απ΄τα γέλια μας.

*Το ποίημα δημοσιεύεται στο περιοδικό Έκτός”, τεύχος 3, αστικό, περιοδική έκδοση του εγχειρήματος εκδόσειςτων άλλων, Ιανουάριος 2023. Σελ. 68-69.