Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Δεκέμβρης

icA9J

Δεκέμβρης, συννεφιά κι αιθαλομίχλη
ψάχνω αιτίες που τα μάτια μου θαμπώνουν
το κρύο σαν μανδύας με τυλίγει
όνειρα μαύρα κάθε βράδυ με κυκλώνουν.

Κλείνω τα μάτια, μη φανεί που κλαίω
χιλιάδες μάτια με τρυπούν σαν με κοιτάνε
νύχτες λευκές με στήσουνε στον τοίχο
δύσκολες μνήμες επικίνδυνα ρωτάνε.

Ζαλίζομαι, παραπατώ και πέφτω
μέσα στου λήθαργου το μαύρο το μπουντρούμι
σαν πειρατής σε μπάρκο που βουλιάζει
πνίγω την έλλειψη σ’ ένα μπουκάλι ρούμι.

Lucy Van reviews Michelle Leber

yellow-emperor

The Yellow Emperor
by Michelle Leber
Five Islands Press, 2014

Medical diagnosis could be thought of as a form of storytelling; an analytic as well as creative process that translates the unclear expressions of the body into a plausible narrative, ideally one that directs the way to healing. Just as diagnosis might be considered an art – a speculative performance that is highly contingent, at times inspired or risky – the discipline of medical observation has itself often inflected and animated art forms. For instance, many readers would be familiar with the idea of the nineteenth century realist novel as a cultural form that was shaped by methods of ‘objective’ medical observation. Gustave Flaubert made much of his experience as the son of a senior surgeon at a Rouen hospital, recalling in a letter to Louise Colet that: (t)he amphitheatre of the General Hospital looked out onto our garden. On many occasions, with my sister, we climbed the lattice fence and, dangling among the vines, we watched with curiosity the corpses lying there!

The sun was shining on them: the same flies that flew on us and on the flowers went down on them and came back buzzing! … I can still see my father lifting up his eyes from his dissection and telling us to go away.1 In the same letter, Flaubert attributes his fiction’s funereal tone and cynicism to this early proximity to surgery and death. The father’s scalpel may be reimagined as the probing, dispassionate pen of the son, and Flaubert’s fixed sight on his characters as echoing the non-judgemental medical gaze of ‘accurate recording.’ ‘Literary medicine’ and clinical medicine may not be simply analogues, or the products of biographical proximity, but perhaps, as the critic Lawrence Rothfield suggests, two manifestations of the same epistemological force.2

Continue reading →

Liliane Giraudon – H PAGU ΤΟ ΤΟΤΕΜ ΜΟΥ

simeonvatalos's avatarSpina nel Cuore

Η Liliane Giraudon γεννήθηκε το 1946 στη Μασσαλία όπου και ζει. Είναι συγγραφέας, αν και το έργο της κατατάσσεται δύσκολα, κάπου ανάμεσα στην πρόζα, την ποίηση και την παράσταση. Η ίδια λέει ότι γράφει λογοτεχνία της μάχης ή λογοτεχνία του σκουπιδοντενεκέ. Το λογοτεχνικό της έργο επεκτείνεται σε μια σειρά μέσων: έκδοση περιοδικών, δημόσιες αναγνώσεις, θέατρο, βίντεο, ραδιόφωνο. Επηρρεασμένη από τον σουρεαλισμό, έχει ωστόσο αναπτύξει ένα ιδιωματικό τρόπο γραφής που στηρίζεται στην αποσπασματικότητα, την ακρίβεια της περιγραφής και την ένταση του συναισθήματος.

Στο κείμενο αυτό γράφει για την Pagu, αλλιώς Patrícia Rehder Galvão, μια σημαντική αλλά σχετικά άγνωστη φιγούρα του Βραζιλιάνικου μοντερνισμού, γεννημένη το 1910. Ήταν ενεργό μέλος του Ανθρωποφαγικού Κινήματος του Oswald de Andrade, τον οποίο και παντρεύτηκε. Μαζί, προσχώρησαν στο κομμουνιστικό κόμμα Βραζιλίας γύρω στο 1930. Την επόμενη χρονιά, η Pagu συλλαμβάνεται για τη συμμετοχή της σε μια απεργία λιμενεργατών. Πρόκειται για την πρώτη από μια μακριά σειρά συλλήψεων…

View original post 1,374 more words

Παναγιώτης Χαχής, Δύο ποιήματα

07+fuji


049

Το σώμα γράφει
Στη μηχανή του βλέμματος
Πτώματα δευτερολέπτων
Εκκρεμότητες
Στους θαλάμους νοσηλείας.
Ζωφόροι σκαλισμένες
Στα δόντια των πεινασμένων
Δέρμα του χρόνου στα
κορμιά των αστέγων.

Με το ίδιο δεκανίκι
Βελόνα και χαρτί
Καρφί σκουριασμένο
Να σταυρώνει
Την αθωότητα.

Λέξεις
Μικρού μήκους
Αμετάφραστη γλώσσα
Καταπλέοντας την Πειραιώς
Χώμα στο χώμα
Στάχτες στις στάχτες
Χρυσόσκονη στη σκόνη.
Δεν θυμάμαι τα λόγια.
Ό,τι επιμένει, επιστρέφει.
Υπόλοιπα
Αθροίζουν το
Ελάχιστο.

***

Ανελέητα πρωινά

Και χάνεσαι
Ανάμεσα στα ίχνη
Από τόσες οπλές.
Ζωήλατα μυαλά
Όλα τα πρόσωπα
Όλα τα φύλα
Του κάποτε έρωτα
Zdenka Και Σίσυ,
Εν λευκώ.

Πάνω απ’ τον ξεσκισμένο
Πλακούντα της
Νύχτας, λεωφόροι
Καλοκαίρι σαν
Φλόγα, τρύπα
Στις σελίδες,
Κυλιόμενες σκάλες
Ως τα σπλάχνα της μέρας.
Σέρνοντας τη ζάλη
Μισοκλείνοντας
Θηλαστικά τα μάτια
Στις ξεβαμμένες διαβάσεις.

*Από τη συλλογή “Anus Mundi”, Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2014.

Joaquín O. Giannuzzi, Δύο ποιήματα

101190322846961136TpZoNRQfc


ΛΟΙΠΟΝ, ΠΕΘΑΙΝΟΥΜΕ

Λοιπόν, πεθαίνουμε.
Εκατομμύρια χρόνια
για τον θάνατο, για μια διαδικασία
αλλόκοτη, κατά κάποιο τρόπο
ξένη. Αλλά η αλήθεια
είναι πιο ματαιόδοξη
από τη σκέψη
και αποσυντίθεται εκείνη τη στιγμή.
Ίσως να υπάρχει ένα λάθος
προοπτικής σε όλο αυτό·
αλλά προηγουμένως
έχουμε παραγγείλει κρασί
και ζαλισμένοι
είδαμε να πέφτουν τα σταφύλια.

Πεθαίνουμε, κάτι το παράξενο,
αλλά πάντοτε εκ των υστέρων.
Και παρόλα αυτά άνθρωποι υπάρχουν,
σε όλα τα μέρη και πάνω από όλα
πάνω στη Γη.

Ο άνεμος, ένα τριαντάφυλλο πάνω στο τραπέζι
ο καφές. Όλα υποτάσσονται
στο φως· ο θάνατος
δεν έχει λογική.

***

Ο ΔΡΟΜΟΣ, Ο ΚΟΣΜΟΣ

Πόσες αποστάσεις διανύσαμε
οι δρόμοι
τα χρόνια που περάσαμε
με τα πόδια κολλημένα στο οδόστρωμα.
Η ζωή που σεργιανάει κυκλικά
και συχνάζει εκεί
όπου τίποτα δεν διακόπτεται και κανείς δεν θέλει να
πεθάνει.
Αγάπη μου, κοίταξε προσεκτικά
έξω από το παράθυρο, άκουσε εδώ στη γη
την ανθρώπινη μουσική,
τον κατευναστικό νόμο της ωριμότητας
που όλα τα ανακτά, τον ζωντανό ψίθυρο
της σκόνης,
τα πράγματα που δηλώνουν σύμφωνα και συνεχίζουν.
Ο δρόμος είναι γεμάτος αθάνατους ανθρώπους.

*Από το βιβλίο “Χοακίν Χιανούτσι, Ποιήματα” σε εισαγωγή Οσβάλδο Πικάρδο και μετάφραση-σχόλια Στάθη Ιντζέ. Εκδόσεις “Θράκα” 2014. Η εικόνα της ανάρτησης πάρθηκε από το http://argentinoi-poihtes.blogspot.com

Γεωργία Τρούλη, Ων-μονάδα

zen_stones_by_3dbasti

Πολλά σώματα
Ολόκληρο δάπεδο κλειδωμένα
Αγκυροβολημένα σε οπές σε συνδυασμούς

Μοιάζουν με άμμο
Δεν κάνουν εκπτώσεις στο χρώμα
Δεν ξεθωριάζουν [στέκει πάνω τους η ανυπαρξία]

Τεφροδόχος από άμμο
Φιλοξενούν χώμα
Χέρια από χώμα
Δεν γνωρίζουν πού να σκορπιστούν ως άνθρωποι
Πώς να φροντίσουν την αποσύνθεση
Μια Ευρασία ζωντανή σε τόση σκόνη πάνω να κάθεται
Και η σκόνη να κάθεται πάνω σε έπιπλα και ταμεία
Και οι σημύδες λαξευμένες με όνομα και ημερομηνία

Τα υγρά προ πολλού χάθηκαν
Στην δυτική τοποθέτηση
Εάν υπήρχε η παραμικρή υποψία βροχής
Θα γινόταν λάσπη και ξανά σημείο μηδέν
Και από εκεί θα άρχιζε ο κόσμος
Από ψηλά δαπεδοχώρος ωχρός
Με αυλακώσεις πιτσιλωτές
Και άλλης δεκαετίας

Απλά και επώδυνα συρρικνώνει
Ο ήλιος
Και συρρικνώνεται
Η ροή
Η απόσταση
Αυτό που δεν έλαβε έλξη
Εάν κάποιος πέθαινε
Θα έπαιρνε θέση στο παζλ
Θα ήταν κομμάτι αυχένας και από κάτω κορμός
Στο άμορφο όμοιο διαρκές

Όλα τα σώματα εδώ που δεν ερημώνει εκ του φυσικού ο τόπος
Όλες οι σχισμές και τα δωμάτια γεμάτα
Απόλυτη εφαρμογή
Αλλά ούτε καν σαπούνι δεν γίνονται
Οι θυσίες
Προ πολλού με τα υγρά χάθηκε και το άρωμα

Όμως για πρώτη φορά
Ο θάνατος σε αυτόν τον κόσμο
Συντελείται σε σημείο βρασμού
Μικρότερο του ανθρώπου
Και με μεγάλη διάρκεια
Μια υδρόγειος με διάμετρο 1188

Ιστορικά γεγονότα

Απέχει το τέλος όσο απέχει
Η ρίζα από την ρωγμή του πιο ψηλού
Άκρου
Σε ένα δέντρο
Που
Διαρκεί
Αιώνες πάνω από είκοσι
Και ένα ων
[Τυλιγμένη στο όριο Γάζα]
Παλιά μονάδα μήκους
Σε στιγμιότυπα
Μηδέν- ένα

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Η ποίηση ως αντίσταση

contemporary-artwork

…είσαι η φωτιά που ετοιμάζει η απελπισία…
Θ. ΓΚΟΡΠΑΣ, 1957

Όποιος αποπειράται σήμερα να παρεμβάλει τα ερωτήματά του ή της ενστάσεις του στην “φιλοσοφία” του κέρδους η οποία κυριαρχεί υπό τη μορφή της απαστράπτουσας τιποτολογίας των ημερών, θα εισπράξει το λιγότερο, τον χαρακτηρισμό του άκυρου και άκαιρου σχολιαστή ή του ξεπερασμένου “παλαιομαρξιστή”.

Μέσα σε αυτό το κλίμα σκέπτομαι κάποτε πως κάποια πράγματα έχουν όντως τελειώσει, όση και αν η αγάπη μας για τα “παλαιά” είναι ίσως το μόνο, πλέον, μέτρο της αντοχής μας σε μια πληθωριστική πίεση που κατατείνει στην πολιτική άπνοια, την πνευματική οξείδωση και την ιστορική αμνησία.

Δεν έχω καμία όρεξη να υπερασπιστώ εδώ της παλιές γνωστές αγκυλώσεις της αριστεράς· δεν τις υιοθέτησα άλλωστε ούτε καν την ώρα της δόξας τους. Άλλα όταν βλέπω τώρα τα αναρριχητικά και τα παράσιτα ενός όψιμου κερδαλέου αντικομμουνισμού, “νοσταλγώ” πράγματι, δηλαδή τιμώ και προσκυνώ, την όρθια στάση της δρυός που κάποτε πετροβολούσα.

Το ξέρω πως τέτοιες δηλώσεις σε κατατάσσουν στους “νοσταλγούς” – και λοιπόν; Το αντικείμενο κάθε νοσταλγίας έχει τη δική του πραγματικότητα και το δικό του δίκιο. Μπορεί να “πάλιωσε”, λ.χ., ο νεαρός εκείνος ποιητής της δεκαετίας του 60′ ο οποίος είχε την – όχι μόνο ποιητική – τόλμη, σε πείσμα κάθε αντιαμερικανισμού από τη μια, και κάθε αντικομμουνισμού, από την άλλη, να σαβανώνει μέσα στον ίδιο στίχο τη Μέριλυν Μονρόε και το Νίκο Μπελογιάννη, μπορεί να “πάλιωσε”, λέω, εκείνος ο ποιητής αλλά πρόλαβε να αφήσει το ίχνος της γενιάς του, την ισχύουσα απάντησή του ενάντια στο πρόπλασμα του σημερινού γιάπη – του θύματος και μεταπράτη μιας εικονικής ζωής:

νεαρέ εμποράκο βλάκα
αύριο θα πεθάνεις για μιαν ένεση
που θα τιμάται με τη ζωή σου.

“Παλιές ειδήσεις” χαρακτήριζε ο Θωμάς Γκίρμπας τα ποιήματα του, εννοώντας ίσως αυτό το αεί ερχόμενο στοιχείο της ποίησης, την πρωθύστερη απάντηση στον Θάνατο – εκείνο το “παρά ταύτα” που επικαλέστηκε πρόσφατα ο Μάριος Μαρκίδης.

Αν κάποιοι στίχοι, λοιπόν, μας ξαναφέρνουν τις “παλιές ειδήσεις” της ψυχής, οι τρέχουσες ειδήσεις μας ξαναφέρνουν στα παλιά μας καταφύγια. Ο τρόμος της 11ης Σεπτεμβρίου ήρθα να μουδιάσει, να αιχμαλωτίσει, να πάρει όμηρο τη σκέψη μας. “Τίποτα δεν (θα) είναι πλέον όπως πριν”, σάλπισε η κυρίαρχη είδηση μεταξύ απειλής και θριαμβολογίας.

Παρά ταύτα. Η 11η Σεπτεμβρίου, δεν αναιρεί τις “παλιές ειδήσεις”, αναιρεί το μακάριο εκείνο γιάπικο ιδεολόγημα περί “τέλους” της Ιστορίας. Ξέρω, βέβαια, πως στις πολιτικές κόντρες των ημερών η ποίηση είναι εκ των προτέρων χαμένη. Διότι το να πετάς αντί άλλου επιχειρήματος ένα στοίχο στα μούτρα του αντιπάλου σου δεν είναι “πολιτικώς ορθόν” στην εποχή μας.

Ποτέ δεν ήταν. Αλλά κάποτε συνηθιζόταν, και τούτο σήμαινε κάτι – σήμαινε κάτι για τη ζωή, όχι για την ποίηση. Η ποίηση έτσι και αλλιώς δεν άλλαξε, υπήρξε πάντα ό,τι είναι και σήμερα: “παλιές ειδήσεις”. Αυτό ακριβώς συνιστά την ουσία της και την αντίστασή της.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Σημειώσεις”, Ιούνιος 2002. Εμείς το πήραμε από εδώ: http://stratigos-anemos.blogspot.gr/2014/12/blog-post.html#more

Lesbia Harford, Lesbia Harford

323720

I’ve had no man
To guard and shelter me,
Guide and instruct me
From mine infancy.

No lord of earth
To show me day by day
What things a girl should do
And what she should say.

I have gone free
Of manly excellence
And hold their wisdom
More than half pretence.

For since no male
Has ruled me or has fed,
I think my own thoughts
In my woman’s head.

*Lesbia Harford was an Australian poet, novelist, lawyer and political activist. She was born in 1891, had delicate health all her short life and died in 1927. Nevertheless she packed a lot of living into her 36 years.

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Noστάλγησέ με

205509_187081711448671_659629046_n

Αφουγκράσου τον τάφο μου.
Σκάψε βαθιά μέσα στην αιώνια σιωπή μου
Μπορείς να βρεις ξανά την γλύκα εκείνη
του προσώπου μου
την ώρα που με πρωτοκοίταξες
στο κρεβάτι του έρωτα
και με γέμισες μουσική.
Και τώρα πού είναι;
Πού πήγε τόση μουσική σαν χάθηκε ο έρωτας;
Πού πάνε οι βαθιά ήδονικές αισθήσεις
όταν πεθαίνουν;

*Από τη συλλογή “Ποιήματα”, ηλεκτρονική έκδοση “Ενδυμίων”.