Μιχάλης Κατσαρός, Τρία ποιήματα

ΕΒΑΝΕ ΤΟ ΚΑΣΚΕΤΟ ΤΟΥ

Έβανε το κασκέτο του
και τώρα – που ο γιος του εμεγάλωσε
ούτε να μας τον πει δεν θέλει
ο Όμορος. Γιατί φοβάται
ακόμα – μην τον ερωτευτούμε.

*

ΑΠΟ ΤΟ ΛΑΔΙ ΕΖΗΣΑΝ ΠΟΛΛΟΙ

Από το λάδι έζησαν πολλοί.
Αλλά στην άθλια πόλη να μιλούν
ότι σε σχάρα πέθανε ο Λάκητος
αυτό ‘ναι ψέμα. Γιατί καλά
την βόλευε και με μιστό απ’ το στρατό ακόμα.

*

ΟΥ ΤΙ ΦΑΣΑΡΙΑ

Ου τι φασαρία σαν πέθανε
ο ποιητής του έθνους.
Θαρρώ από πείνα
ή από πολύ να γράφει
για κάτι που κανείς δεν εκατάλαβε.

Thelonius Monk, Notes on the art of memory / Σημειώσεις για την τέχνη της μνήμης

The stars are a memory system
for thru them
we remember our origin

Our home is behind the sun
or a divine wind
that fills us

makes us think so

Τα αστέρια είναι ένα σύστημα μνήμης
γιατί μέσω αυτών
θυμόμαστε την καταγωγή μας

Το σπίτι μας είναι πίσω από τον ήλιο
ή θεϊκός άνεμος
που μας γεμίζει

μας κάνει να το σκεφτόμαστε

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Αν αφεθείς ολοκληρωτικά στο κάλεσμά της

Η νύχτα είναι δύσκολη υπόθεση
μπορεί να σ’ οδηγήσει σε μονοπάτια δύσμοιρα
πνιχτάσε σώματα που προδίδουν μιαν ερεβώδη ομορφιά
ή καταρρέουν πολλαπλώς
σε τροχιά διαρκούς διασταύρωσης.

Δεν ωφελεί να ξέρεις
να υποθέτεις
να φαντάζεσαι
να βρεις μια καθαρτήριο έξοδο.

Πάντα υπάρχουν ενδεχόμενα
να συναντήσεις ναυαγούς
πνιγμένους συντρόφους σε απόκοσμες νήσους
νεκρούς που μεταφέρονται δια μέσου του νερού
ή ξεσηκώθηκαν
περιδιαβαίνοντας κρεμασμένοι στον κόσμο τον επάνω.

Φαντάσματα θα δεις από πολέμους εμφύλιους
φυλακισμένους σε παλιά και νέα Αλκατράζ
χωρίς ονόματα
χωρίς μιλιά
διαστάσεις που διανοίγουν απρόσμενα
στο χώρο και στο χρόνο
και ταξίδια θανάτου
λίγο πριν έρθει το μοιραίο.

Μπορεί ν’ αφουγκραστείς κλαγγές
Οιμωγές
να αισθανθείς ανατριχίλες
ακούγοντας ιστορίες
που μεταδίδονται από στόμα σε στόμα
από γενιά σε γενιά
Κυκλικά
Πολυφωνικά
σαν ηπειρώτικο τραγούδι.

Η νύχτα είναι δύσκολη υπόθεση
μοιάζει με σκουριασμένη αλυσίδα ισχυρή
Πανίσχυρη
που σε τραβά σαν πυρετός
αν αφεθείς ολοκληρωτικά στο κάλεσμά της.

Αντώνης Τσόκος, Τρία ποιήματα

[Ξημέρωμα]

Πάνε μέρες που έχω πεθάνει.
Ακόμη να συνηθίσω.
Εξακολουθώ να σηκώνομαι
με κεφάλι βαρύ.
Φτιάχνω καφέ
και αναπαριστώ τον εαυτό μου.
Συνωστίζομαι μέσα μου με ντροπή.

Ζωντανός ή πεθαμένος
είμαι εξίσου βαρετός.
Δεν αλλάζει ο άνθρωπος.
Αν ζούσα θα έκανα τα ίδια λάθη.
Γι’ αυτό αδυνατώ να αντιληφτώ
τη διαφορά.

Μία εξίσωση μόνο άλλαξε φορά.
Δεν μου λείπεις πια.
Θέλεις δεν θέλεις
τώρα θα σου λείπω εγώ.

[Μαρία]

Αυτή η Μαρία δεν έζησε ποτέ.
Μπήκε σε γλάστρα
και σκεπάστηκε με χώμα.
Την πότιζαν με ανάμα
μέθυσοι ιερείς.
Έμπηζαν κεριά
σε κάθε της βλαστό.
Τα μάτια της
κοκκινόμαυρα φιτίλια
καψαλισμένα ευχές
τρεμόπαιζαν μέχρι θανάτου.
Απ’ τα άκρα της
στράγγιζε το αίμα
που η μοίρα
της είχε υποσχεθεί.
Αυτή η Μαρία
έζησε όσο ζει μια προσευχή.

[Άνθρωποι κοινής ησυχίας]

Σ’ αγαπούσα χθες βράδυ. Όλη τη νύχτα,
η καρδιά μου δούλευε ακατάπαυστα.
Ο λαμπτήρας του υπνοδωματίου
κάηκε στις τέσσερις το ξημέρωμα.
Άκουσα δυο τρία μπλουζ.
Το ένα, σίγουρα, είχε γραφτεί νύχτα.
Το άλλο σου έμοιαζε.
Το τρίτο ήταν υπερβολή.
Τράβηξα τις βαλίτσες
και χώθηκα κάτω από το κρεβάτι.
Το βρήκα καλή ιδέα.
Καλύτερη
απ’ το να κλειστώ σε μπαρ παντοτινά.
Το τσογλάνι ο μπάρμαν
δεν κερνά ούτε μία μπίρα στο όνομά σου.
Εκστασιάζεται να πετά τους θαμώνες
νεκρούς απ’ την μπάρα.
Με τη μέθη να γυαλίζει στα μάτια τους.
Έσκισα το ύφασμα με τον χαρτοκόπτη.
Δυο στρώματα έρωτα κι ανάμεσα εσύ.
Με ελατήρια στην κοιλιά
και βαμβάκια στο στόμα.
Έπεσες αθόρυβα στα πλακάκια.
Σαν τελευταία απελπισία.

*Από τη συλλογή “Απ’ την Εμμανουήλ Μπενάκη ώς τα μεσάνυχτα”, εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 2019.

Λευτέρης Πούλιος, Το εμπόρευμα

Είμαι δεσμώτης κάτω από την υψηλή δικαιοσύνη ενός
χαμόγελου και θλίβομαι άμετρα για τον πλανήτη
που ‘χασε όλη την αγνότητα
λουσμένος στον κατακλυσμό της ανθρώπινης μωρίας.
Φτηνά ή ακριβά όλα πουλιούνται. Καθετί γίνεται
για να πουληθεί και να πουληθεί γρήγορα.
Ο άνεμος και το κύμα από τους εμπόρους πουλήθηκαν.
Ό,τι γεύτηκαν η ευγένεια και το έγκλημα, ό,τι γνωρίζει
ο έρωτας και η καθημερινή επιθυμία των όχλων,
έχει πουληθεί. Ό,τι η τέχνη
και η επιστήμη αναγνώρισαν, έχει πουληθεί.
Οι ξαναμμένες κραυγές των οδών, εφαρμογές
και ιδέες έχουν πουληθεί. Κάθε πράμα
έχει την αξία του στην αγορά. Τα βρόμικα
εσώρουχα της Μπαρντό αξίζουν όσο ένας Ρέμπραντ.
Η αναρχία των μαζών προβάλλεται στις βιτρίνες
των καταστημάτων. Έχουν πουληθεί τρελά μυστικά
για κάθε ακολασία.
Όλοι δίνουν νωρίς την παραγγελιά τους.

*Από τη συλλογή Ο γυμνός ομιλητής, εκδόσεις Κέδρος.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Ποιήματα

– I –

Στέκουν τα στήθη

μόνα τους στον αέρα

τα ψηλαφεί το οξυγόνο

που σώθηκε για σένα

μα και για μένα είναι αβέβαιο

πόσο θα κρατήσει,

και μάταιο,

μάταιο να το φυλώ

στο σεντούκι με τα προικιά μου

– II –

[Το ταξίδι]

Με τα πόδια της απλωμένα στο τραπέζι της γιαγιάς

πάνω στο φλοράλ τραπεζομάντιλο

και το χαρακωμένο νάιλον της λαϊκής

βουτάει το παγωτό ξυλάκι

μέσα στο πλαστικό μπολ

και το λιώνει τυρβάζοντας αθώες σκέψεις

πώς να ταΐσει μια μπάλα από αλουμινόχαρτο

που ονόμασε ηλιόσφαιρα·

στο άλλο δωμάτιο η τηλεόραση παίζει δυνατά

μια Κατερίνα Αποστόλου

με ακλόνητα ξανθά μαλλιά

που ετοιμάζει ένα μεγάλο ταξίδι

Εμπρός, φάε να δυναμώσεις, μη σε ταλανίζει

πια η ηλιόπαυση και το νέφος του Όορτ

θα το χωνέψεις του κόσμου το σύνορο

με λίγο παγωτό φιστίκι

/ Στα μισά της ζωής του παντός

σε ένα τρένο που διασχίζει την Τοσκάνη

μοιράζουν φυλλάδια διαφημιστικά

διαγαλαξιακά ταξίδια για τους τολμηρούς

και καθώς η ηλιόσφαιρα κατευθύνεται στον Βέγα

η ταχεία σταματάει μπροστά στα ηλιοτρόπια

απεργία! φωνάζουν οι Ιταλοί

και την ξυπνούν οι φωνές

μα καθώς σηκώνει το κεφάλι της από το μισάνοιχτο παράθυρο μαθεύτηκε·

κάποιος που δεν άντεξε

τη συμπαντική του μοναξιά

έπεσε νεκρός μπροστά στον σιδηρόδρομο

/ Δύο ώρες μετά γέρασε·

τα χέρια της περνούσαν

από τα άσπρα μαλλιά και

τα μάτια της κλείσαν να σκεφτούν

Ετοιμάζω μεγάλο ταξίδι. Με τις ίδιες κινήσεις

που κάνει κανείς όταν μένει*

Λίγο πριν φύγει ζήτησε ένα παγωτό φιστίκι

κανείς δεν ήξερε γιατί

έπειτα προσδέθηκε

χωρίς αποσκευές

για ένα ταξίδι, το μοναδικό

που σε πηγαίνει

σε όλες τις ηλιόσφαιρες

σε όλα τα νέφη του Όορτ

– Ill –

[Λουμίνια]

Οι νεκροί δεν έρχονται τις νύχτες

δε στοιχειώνουν το σπίτι δε μιλούν

ούτε ψιθυρίζουν στιχάκια

στ’ αυτιά των ζωντανών

δε γίνονται σκιές

μήτε σκοντάφτουν πάνω στις κορνίζες και στα φωτιστικά

δε λικνίζονται σε κουνιστές καρέκλες

ούτε κοιμούνται στα παλιά τους κρεβάτια

Οι νεκροί δεν έρχονται τις νύχτες

για να ζωντανέψουν τα εικονίσματα

και να ταράξουν τις φλόγες

των καντηλιών

που εύχονται επίμονα την ανάπαυσή τους

δε ζηλεύουν, δε γελούν, δε λυπούνται, δεν ερωτεύονται δεν πιστεύουν

Μόνο που

αυτά και άλλα τόσα

που κάποτε τα γεύονταν

σαν ώριμες ρώγες σταφυλιών

μπροστά σε καλοκαιρινό δειλινό

μέσα στο στομάχι μου απλώθηκαν

σαν πλέγμα που με γράπωσε

και τώρα δε μ’ αφήνει

για να ανασαίνουν τη μνήμη τους

και να μη με αφήνουν να ησυχάσω

όταν φτιάχνω καλύβες και ανθρωπάκια

με τα λουμίνια και τις καντηλήθρες

– IV –

Μια ιδιότητα είναι κάτι

ένα κάποιο κατηγόρημα,

κατηγόρημα επαχθές

προσεχές γένος κατά τη συνήθεια

—0 Πέτρος είναι νεκρός—

Δε στέκει

– V –

Η νεκρότητα είναι ο βαθμός

επιστέγασης υλικού

κάτω από πρόσφορο και στάρι

Τα κουφέτα πονάνε·

όσους χορεύουν και όσους τρυγάνε

το καστανόχωμα

κάτω απ’ τη γαριφαλιά

* Από το ποίημα της Κικής Δημουλά «Παν-κλάμα», Το τελευταίο σώμα μου. Στιγμή, 1989.

**Από τη συλλογή «Μαρμαρογλυφείο [Shine], Εκδόσεις στίξις, Ιανουάριος 2022.

Ειρηναίος Μαράκης, Ο πόλεμος

[…] It’s been a long
A long time coming
But I know a change gonna come
Oh, yes it will

~ Sam Cooke, A Change Is Gonna Come (1964)

Ο πόλεμος
δεν είναι ένα τέρας
που βγαίνει απ’ τη ντουλάπα.
Δεν έχει κάποιο σατανικό χαμόγελο
δεν έχει νύχια γαμψά.
Δεν ουρλιάζει τις νύχτες
δεν τρομάζει
τα ερωτευμένα ζευγάρια
τα παιδιά που κοιμούνται.

Ο πόλεμος
ταξίδι θα σε πάει
στο Βατερλώ
στη μάχη του Σεντάν
στη γραμμή Μαζινό
στο Στάλινγκραντ
στο Ελ Αλαμέιν
στην Κορέα
στην Καμπότζη
στην Παλαιστίνη
στο Ιράκ
στο Βελιγράδι
στο Κονγκό
στην Καμπούλ
στη Συρία
στη Λιβύη
στην Υεμένη
στη Μιανμάρ
στο Κίεβο.

Ο πόλεμος
έχει το γερασμένο χαμόγελο
του θείου Σαμ,
ένα ξεσκισμένο ευρωπαϊκό φράκο φοράει
κι ένα παλιό αμπέχονο
του Κόκκινου Στρατού.
Σε θέλει φρέσκο κρέας για τα κανόνια του
έτοιμο στόχο για τις “έξυπνες” βόμβες.
Τα παιδιά σου στέλνει
σε ξένες χώρες, θάλασσες κι ερήμους
να πολεμήσουν
και να επιστρέψουν
μέσα σ’ ένα φέρετρο
σκεπασμένα με την αστερόεσσα,
πολλές φορές και με τη γαλανόλευκη.
Με όμορφα λόγια ντύνει τα εγκλήματα του,
με κούφιες κι επικίνδυνες ρητορείες
υπέρ του έθνους
υπέρ του δυτικού τρόπου ζωής
υπέρ της δημοκρατίας
υπέρ της ειρήνης.

Ο πόλεμος
δεν καταργείται μ’ ένα ποίημα,
σε αυτό θα συμφωνούσαν
ο Bertolt Brecht,
ο Pete Seeger
και οι Dead Kennedys.
Ο πόλεμος
μόνο με πόλεμο πεθαίνει
ενάντια στον εχθρό
μέσα στην ίδια σου
τη χώρα.

Paul Eluard, Prière des veuves et des mères / Προσευχή από χήρες και μάνες

Nous avions accordé nos mains
Et nos yeux riaient sans raison

Par les armes et par le sang
délivrez-nous du fascisme

Nous bercions toute la lumière
Et nos seins se gonflaient de lait

Laissez-nous tenir un fusil
Pour tirer sur les fascistes

Nous étions la source et le fleuve
Nous rêvions d’être l’océan

Donnez-nous juste le moyen
de ne pas gracier les fascistes

Ils sont moins nombreux que nos morts
nos morts n’avaient tué personne

Nous nous aimions sans y penser
Sans rien comprendre que la vie

laissez-nous tenir un fusil
Et nous mourrons contre la mort.

Προσευχή από χήρες και μάνες

Είχαμε δώσει τα χέρια μας
Και τα μάτια μας γελούσαν χωρίς λόγο

Με όπλα και με αίμα
σώσε μας από τον φασισμό

Λικνίζαμε όλο το φως
Και το στήθος μας φούσκωσε από το γάλα

Άφησέ μας να κρατήσουμε ένα όπλο
Να πυροβολήσουμε τους φασίστες

Ήμασταν η πηγή και το ποτάμι
Ονειρευόμασταν να γίνουμε ο ωκεανός

Δώσε μας ακριβώς το μέσο
να μην δείξουμε έλεος στους φασίστες

Είναι λιγότεροι από τους νεκρούς μας
οι νεκροί μας δεν σκότωσαν κανέναν

Αγαπηθήκαμε χωρίς να το σκεφτόμαστε
Χωρίς να καταλαβαίνουμε τίποτα άλλο παρά τη ζωή

άφησέ μας να κρατήσουμε ένα όπλο
Και θα πεθάνουμε ενάντια στο θάνατο.

*Μετάφραση: Αλεξάνδρα Β.

Μια συνομιλία

Το αμάξι

Δώσε μου λίγο κρεβάτι Ουρανέ
πήρε φωτιά το σπίτι μου
κυλάει κυλάει τρίζοντας
σαν πληγωμένο αμάξι

*Μίλτος Σαχτούρης “Το σκεύος”, 1971

Της μοίρας το αμαξάκι

Κουτσό της μοίρας αμαξάκι
που μας πηγαίνεις
κυλώντας, πέφτοντας, τρίζοντας
φρικτά καρούλια στα χέρια των θεών

*Γιώργος Κοζίας, “Εξάγγελος”, 2021

Κωστής Τριανταφύλλου, Φιδονήσι

βαρύ το νερό
άγκυρα στον τόπο σου
μέσα στη μαύρη θάλασσα
φωτιά στα χέρια σου παλμός
αέρας που συνδράμει την μουσική
βροχή που σε πνίγει στα κλάματα
στις ρίζες που ψάχνουν να ζήσουν απόφαση που σφραγίζει πηλός
αφού μας ζώσανε τα φίδια
όλα πάνω στο νησί
όλα για το νησί
όλα για όλα
όλα για σένα

25.02.2.2022