Το τέλος των πραγμάτων | Λουκάς Λιάκος

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

liakos

Ηλεκτρονικό σεξ
ηλεκτρονικό τσιγάρο
ηλεκτρονικοί φίλοι

Μέχρι να μας ξεκολλήσουν τα μάτια
θα πέφτουνε δάκρυα

Σε φτηνούς τόπους διακοπών
σε πόρτες αποχωρητηρίων
σε λαμπερές βιτρίνες καταστημάτων

Θέλω να αναπνεύσω

Θέλω να δείξω εμπιστοσύνη στα κλειστά μάτια
στους αποκεφαλισμένους αγγέλους
στους κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν κατατρεγμένους
στους ξένους θανάτους που με κράτησαν στη ζωή
στα ξένα πεπρωμένα που θυμίζουν ολόιδια το δικό μου

Θέλω να αναπνεύσω

Θέλω να χαμηλώσω το κεφάλι και να δω το τέλος των πραγμάτων όπως τα ξέρω
το τέλος των ανθρώπων που με συναντούν και κρύβουν λόγια ή πρόσωπο

Θέλω να δω τον ορίζοντα που κρύβουν τα μαγαζιά τα εργοστάσια η φτώχεια

Θέλω την ταφή της ζωής με το γνωστό τροπάρι

Θέλω να δω το σώμα σου από μπροστά

Το καθαγιασμένο σώμα

Να αναβοσβήνει να αργοσαλεύει
πλάι σε αυτό που η μοίρα θα μπορούσε να είναι
μα ακόμα δεν είναι

View original post

Κωνσταντίνα Γεωργαντά, Σώπα κι άκου

Την τελευταία φορά που σε είδα
ήταν στην κοιλιά της μάνας σου
τώρα πώς αντρώθηκες
έβγαλες φτερά
κρίμα που το δωμάτιο είναι μικρό
και τα βλέμματα θολά
κανένας λόγος δε σε διαφεντεύει
το δωμάτιό σου στενό
και χαμηλό
ο αριθμός στο κουδούνι ξένος
φεύγεις σκυφτός κάθε πρωί
και λίγο λίγο
τρώγονται τα πλευρά σου
μαθαίνεις το
θα μάθεις και συ
πέτα χαμηλοφώνως
σώπα
υπερασπίσου, τι;
Σώπαινε
πιο σιγά
πιο χαμηλά
πυροβολεί ο βυθός τους πιανίστες του;

Ωραία κοράλλια
διαμάντια άλλης εποχής
ενός άλλου χρόνου
είσαι και συ
εκεί που ανήκεις.

*Από τη συλλογή “ρακοσυλλέκτης χρόνος”, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούνιος 2015.

Μίμης Χριστοφιλάκης, Αφού δεν ταιριάζω

Τι θέλω εγώ
σ’ αυτό το θερμοκήπιο,
σ’ αυτήν την πειθαρχία
τής στερεομετρίας,
με την μονοτονία ρυθμών,
την ανυποληψία χειρισμών
και έργο κατ’ ευφημισμόν.
Γιατί να επιτρέπω
απόβλητα τής μέρας,
άχαρα πεπραγμένα,
να υπονομεύουν
της ψυχής τα επιλεγμένα.
Τι γυρεύω εγώ
με φωνή οξειδωμένη
και γλώσσα ασύδοτη,
να βρίσκομαι
σε θερμοκρασία πήξεως
ενώ είμαι της διαλύσεως;

*Από τη συλλογή «Τοπία ενδοχώρας», Εκδόσεις Ιδεόγραμμα, Ιανουάριος 2010.

Λεωνίδας Πανόπουλος – Σωτήρης Λυκουργιώτης, Από τα “Αστικά λήμματα”

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΧΕΓΚΕΛ
σε σπίτι έζησε πάνω στη γέφυρα
κάτω απ’ τα πόδια του έτρεχε το ποτάμι
κάτω απ’ το στρώμα του ηχουοτ ο παφλασμός

πώς να μη θυμηθεί του Ηράκλειτου
«τα πάντα ρει»
πώς να μη δει την Ιστορία
σαν τούτο το ορμητικό νερό
που όσα κι αν συναντά εμπόδια
στον τελικό της φτάνει πάντα προορισμό;

ΕΥΤΥΧΩΣ
κι ενώ παλεύει ο ποιητής όλη νύχτα
από τις ερωτικές στιχομυθίες των εραστών
να φτιάξει στίχους αξιοπρεπείς,
έξαφνα ξημερώνει

οι εραστές σηκώνονται απ’ τα κρεβάτια τους
βουρτσίζουν τα δόντια τους
χτενίζονται
ντύνονται
και πάνε στη δουλειά τους
αφήνοντας το ποίημα
ατελείωτο

ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
σκέψου για μια στιγμή
στο μουσείο
να ζωντάνευαν τ’ αγάλματα
και να πάγωναν οι άνθρωποι

πόσο αδιάφοροι θα φάνταζαν οι επισκέπτες
και οι υπάλληλοι του υπουργείου πολιτισμού
στους ζωντανούς κούρους και στις κόρες
στους ιδρωμένους δισκοβόλους
και στους ολύμπιους θεούς
του ουρανού;

*“Αστικά λήμματα”, εκδόσεις Anima Libri, Πάτρα 2017.

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Από ξένη διήγηση

Ένα μαραμένο πρόσωπο στο παράθυρο γερμένο.
Αποταμίευσε σκληρά.
Κλείστηκε στο σπίτι παίρνοντας μαζί του
αντιπροσώπους απ’ όλα τα είδη.
Περίμενε μια πλημμύρα από λέξεις.
Αντ’ αυτού ελάμβανε πού και πού ένα λακωνικό τηλεφώνημα.
Είχε μάλλον μια καρδιά βούτυρο κι ένα μάτι προβολέα.
Στο τέλος έλιωσε το μάτι την καρδιά.

*Από τη συλλογή “Η άστεγη μέρα”, εκδόσεις Μελάνι, 2014.

Στέλλα Δούμου, Χρονορυχείο

Στη μέση της κάμαρας εκεί ακριβώς που έσταζε ο ουρανός
χτυπώντας το χέρι στο γόνατο, είπε:
ε, λοιπόν ναι, Νταγκ, ποντάρω στο σπασμένο δόντι του θεού.
Και ξέρεις γιατί Νταγκ;
Γιατί σκάρτεψαν πολλά οχτώ για να γίνει
το πορτοκάλι οιωνός και τα μικρά μου μάτια μέλισσες.

Και δες τι βλέπω πίσω απ’ τη γκρίζα ζώνη της φωτιάς:
πέρα απ’ το παντελόνι μου που καίγεται
ιδού το πρόσωπό μου, ένας μπάσταρδος ψίθυρος
που δεν κάνει άλλο από το να ζητάει χώμα
κι ας είναι και ξερό.

Πάλεψα Νταγκ, με λύσσα, σου λέω,
γύρεψα με τα μάτια τη γύρη του Κόσμου
και σίγοκάηχα να μηρυκάζω το αλάτι των χειμώνων.
Με στήθος επιούσιο
κουράστηκα να αναπνέω ανάποδα, Νταγκ.
Έρεψε η μηλιά μέσα στα βροχικά των κήπων μου
κι ο θάνατος έχει διασχίσει πλήκτρα νερών
για να ’ρθει φέγγαρος ορθάνοιχτος να με πετύχει.

Μέχρι ν’ ανάψεις μια ακτίνα θα γειτονέψουμε, Νταγκ
θα φοράμε μαζί τρύπιες κάλτσες
και τις ταμπέλες εκείνες, των σπασμένων ανθρώπων
στην πατρίδα που δεν έχει όνομα.

*Από τη συλλογή “Χρονορυχείο”, εκδόσεις Θράκα, 2017.

Katerina Anghelaki Rooke-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ

Το σώμα μου έγινε η αρχή ενός ταξιδιού.

Φώτα της παραλίας νεκροπομπή

για τα χόρτα του καλοκιαριού.

Τα καλέσματα των μανάδων

σε εσπερινή μετάνοια

πήραν ήχο φθινοπωρινό.

Πηγαίνω στην πρώτη βροχή

Που `ρχεται απ’τη θάλασσα.

Τη φυγή, τελείωση πανάχραιας δίψας,

την ονόμασαν για μένα θάνατο.

Να `ναι αργός ο δρόμος του ανέμου.

Σιγά να χαράζουν τα περιβόλια του ορίζοντα

να τα καλλιεργήσουμε οι σύντροφοι του τέλους.

Σιωπηλά τα καϊκια περιμένουν τη μέρα

στη νυχτερινή πραότητα του λιμανιού.

Η γεύση του σταφυλιού και του σύκου

ανήκει πια στους τόπους της μνήμης.

Το σώμα μου έγινε η αρχή ενός ταξιδιού.

FIRST DAY

My body became the beginning of a voyage

Lights on the shore, a funeral procession

for the verdure of summer

the mothers’ calls

in the twilight forgiveness

took an autumnal echo.

I walk to the first rain

that comes from the sea

for me the escape — quench…

View original post 65 more words

Φιλαρέτη Βυζαντίου, Τετριμμένες επαναστάσεις

Ο ορίζοντας πάντα χαμηλών προσδοκιών
Τα έλατα μαχαίρια
που δεν καρφώνονται ποτέ
στο στήθος του ουρανού
Τα χέρια μου φορούν ακόμη
τα κίτρινα φθινόπωρα των αναζητήσεων
‘Εχω και μια επανάσταση σε εξέλιξη
αλλά βαριέμαι να τη συνεχίσω

Η φωνή του κοτσυφιού
Η ψαλμουδιά του ορθρινού σήμαντρου
κι εκείνο το χελιδόνι το αναποφάσιστο ορίζουν τα βήματά μου

Στην παραλία η αμμουδιά τρώει τα πόδια μου
Πάντα αδηφάγο την ήξερα κι όμως της τα έδωσα
Ίσως βγάλω φτερά αν τελικά τα χάσω

Άλλωστε ο κόσμος τί θα ήταν
δίχως κάποιες ψυχές ανάπηρες
που τόλμησαν να πετάξουν με θράσος
θάβοντας τις προβλέψιμες τετριμμένες επαναστάσεις;

*Από τη συλλογή “Πυρ εσώτερον”, εκδόσεις Κύμα, 2018.

Μυρτώ Τάσιου, Χρυσόσκονη

Πατέρα
ήθελα να σου στείλω ένα γράμμα
μα δε σε πρόλαβα-
ήθελα να σου πω πως φύλαξα
όλα τ’ αποκόμματα που μου ‘γραφες.
Συμβουλές, μίσος, αγάπη, οργή.
Επειδή ήσουν ήρωας για μένα.
Κατάφερες τη ζωή σου να την κάνεις ταινίες
μου ’λεγες: Άμα πεθάνω εγώ, να δούμε τι θα κάνεις.
Ο μοναδικός ινδιάνος μέσα στους καουμπόι.
Εκείνος ο τελευταίος που κρατά γερά το τόξο του.
Υπήρχαν γύρω του ρουφιάνοι και γλείφτες, προδότες.
Επιλογή ζωής.
Ανησυχούσε για μένα, δεν ήθελε
να μένω στην Ελλάδα.
Η Ελλάδα για μένα αρρώστια, πληγή
αθεράπευτη. Α, πατέρα, το ξέρω πως δεν ήσουν
όπως οι άλλοι πατεράδες.
Ξυπνώ και κοιμάμαι κι ονειρεύομαι το κάτασπρο άλογό σου
το καβαλάς και πετάς μέσα στα σύννεφα.
Χρυσόσκονη ολόγυρά μου
με προστατεύεις με την αγάπη σου
διάφανη, κρυστάλλινη
η αγάπη είναι αγάπη, δεν έχει άλλο όνομα.

*Από τη συλλογή “Η Αλίκη δε μένει πια εδώ”, εκδόσεις Καστανιώτη, 2014.

Κλείτος Κύρου, ένα ποίημα

15

Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ
Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού

Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε
Η βροντή της η γενιά μου που καταδιώχτηκε
Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πεθαίναν
Στα νοσοκομεία κραυγάζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά
Αποσπάσματα στα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί καπνίζαν φημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτή τη γη

Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν
Άδικα προσπαθείτε δεν θα ξεριζωθούν ποτέ
Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε
Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη φωνή που κλαίει\
Κάθε φορά στη θύμησή τους

*Από το συλλογικό «Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης». Εμείς πήραμε το ποίημα και την εικόνα της ανάρτησης από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2021/04/03/kleitos-kyrou/