Χρίστος Κασσιανής, Δεν θέλω την απουσία σου

Δεν θέλω την απουσία σου,
νύχτες και μέρες σφηνωμένες στο παράθυρο.
Το βλέμμα σου και το χαμόγελό σου, μόνο,
κάθε φορά πριν στρίψεις στη γωνία του δρόμου
απόμακρη και σκεφτική

Γεννημένο αστέρι που λαχταρά ζωή
σ’ ένα δωμάτιο από ρωγμές
τα βάθη σου λυγμός
σαν περιμένεις στην όχθη σου να φτάσει
βαθύς για σένα στεναγμός.

Σαν δάσος ανοιξιάτικο χαμογελά,
τα σμαραγδένια μάτια της φωτίζουν.
Έχει μια δίψα, έχει φωτιά,
αμυγδαλιά στο στόμα της ανθίζει,
τα μάτια της,
τον πηγαιμό μου ξεστρατίζουν
τα μάτια της γεμάτα, όλο φωτιά,
την ερημιά της νύχτας κατακλύζουν

Δεν θέλω την απουσία σου.
Το μαγνητικό σου χαμόγελο
δεν αφήνει καμιά άλλη φωνή ν’ ακουστεί,
άλυτο αίνιγμα το βλέμμα σου όπως σιωπάς
σαγήνη ολόφωτη στου ουρανού τ’ αστέρια
κι αν στρίψεις στου δρόμου τη γωνιά
τον πηγαιμό μου μαζί σου πάρε μακριά.

Καίτη Δρόσου (1922-2016), Η βασανισμένη βροχή 

Με την αλμύρα στη ματιά
και με τ’ αστροπελέκι
τους βράχους πελεκά η σιωπή.
Τους βράχους πολεμάμε.
Ψιλή βροχή,
σταχτιά βροχή,
φυτεύεις τ΄ όνειρό μας,
φυτεύεις ένα στάχυ φως
φυτεύεις δυο άστρα γιασεμιά
και τρεις καρδιές γαρούφαλλο.
Στήνουνε τα τσαντήρια μας
στο ξάγναντο του ανέμου,
στο ξάγναντο της ερημιάς,
με μια παντιέρα θάλασσα,
με μια παντιέρα ήλιο.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα” (1950).

Κατερίνα Φλωρά, Εκεί που υπήρξαμε

Σαν μιας μέρας το δείλι
που πλησιάζει γλυκά
σώνεται το φυτίλι
της ζωής μας γοργά

Στα μονοπάτια τα ίδια
στους γνώριμους τοίχους
οικείες εικόνες
ακούμε τους ήχους

Δίχως αναλύσεις
και δίχως γιατί
μετά από εμάς
θα’ ρθουνε αυτοί

Εδώ θα γυρνάνε
μυρίζοντας μέρη
που τώρα κοντά τους
ο χρόνος θα φέρει

Ron Riddell, Cry unto the Day / Κραυγή για τη μέρα

On hearing the news of Russia’s invasion to Ukraine

Rage, rage unto the day, the night
against the dimming of the light

against the killing, spilling of the blood
the plotting, scheming, death, destruction

rage against the foul and fetid breath
the stretch of greed, rank corruption

wage away with each cleansing breath
the way of earth’s reprice, rejuvenation

rage, rage unto the night, the day
unto the breaking forth of reason

wake unto the lightening tumult
heaven in uproar, consternation

shake off shackles of dark dominion
wake to the lifting chorus of doves

rage, rage unto the crying of morning
the dying of earth’s green mantle, love.

Κραυγή για τη μέρα

Στο άκουσμα της είδησης της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία

Οργή, οργή για τη μέρα, τη νύχτα
ενάντια στο θάμπωμα του φωτός

ενάντια στη δολοφονία, την αιματοχυσία
τη συνωμοσία, τη μοχθηρία, το θάνατο, την καταστροφή

οργή ενάντια στη βρώμικη και δυσάρεστη αναπνοή
την έκταση της απληστίας, την ταξική διαφθορά

αποσυνδεθείτε από κάθε αναπνοή κάθαρσης
τον τρόπο της ανατίμησης της γης, ξανανιώστε

οργή, οργή για τη νύχτα, τη μέρα
μέχρι την έκρηξη της λογικής

ξυπνήστε στην αστραποβολούσα αναταραχή
σαν σε παράδεισο σε αναταραχή, κατάπληξη

αποτινάξτε τα δεσμά της σκοτεινής κυριαρχίας
ξυπνήστε με την ανυψωτική χορωδία των περιστεριών

οργή, οργή για την κραυγή του πρωινού
ο θάνατος του πράσινου μανδύα της γης, αγαπήστε.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Βασίλης Νικολόπουλος, Αυτοβιογραφία 

*Το ποίημα είναι μια παραλλαγή του Βασίλη Νικολόπουλου στο ποίημα του Lawrence Ferlinghetti, όπως το βρήκε στο To Koskino (https://tokoskino.me/2013/12/05/lawrence-ferlinghetti-%ce%b1%e1%bd%90%cf%84%ce%bf%ce%b2%ce%b9%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86%ce%af%ce%b1/), σε μετάφραση των Κώστα Γιαννόπουλου και Φώτη Αθέρα.

Ζω μια ήσυχη ζωή
κάτω απ’ τον χειμωνιάτικο πρωινό ήλιο
στην παλιά συνοικία,
με τα φουγάρα να καπνίζουν
και του εργάτη το χέρι να σκάβει τον γέρικο τοίχο
Ζω μια ήσυχη ζωή τώρα,
πίνοντας το κρασί του πατέρα μου τα βράδια,
απ’ του νεκρού του φίλου το αμπέλι,
που είχαν το ίδιο όνομα και τις ίδιες παλιές ιδέες
Το ρολόι του κόσμου χτυπούσε πάντα μεσάνυχτα
Τα πρώτα μου διαβάσματα
ήταν στίχοι Αμερικάνικων τραγουδιών
Δεν νιώθω και τόσο Έλληνας,
όσο οι μεγάλοι ποιητές της χώρας μου
κι ας παρέλασα, φέροντας κάποτε τη σημαία της,
από τύχη και με τον τρόπο μου,
στον κεντρικό δρόμο,
ακούγοντας αποθαρρυντικά να μου στέλνουν μηνύματα
οι περήφανοι ηλικιωμένοι πολίτες της
Με φέρανε απ’ τη μεγάλη πόλη στη μικρή
κι έτσι με γλύτωσαν απ’ τα χειρότερα
Αργότερα το είδα, κατεβαίνοντας ξανά στην Αθήνα
Τον πρώτο καιρό, συνήθως, τσαλαβουτάς στη μιζέρια
Την βγάζεις σε κάποιο παγκάκι στον πεζόδρομο,
δυο βήματα απ’ την εξώπορτα όπου νοικιάζεις,
πλάι στις ράγες του ηλεκτρικού,
με τους μπάτσους, περαστικοί, να ρωτάνε διάφορα
ή χάνεις τον προσανατολισμό σου
εκεί, γύρω στο Σύνταγμα
Ύστερα αρχίζεις να βυθίζεσαι
Σαν παιδί, θυμάμαι ν’ ανοίγω την πόρτα
και να το σκάω απ’ το σπίτι
Οι συνθήκες και η ώρα δεν είχαν ποτέ σημασία
Έβγαινα για να τραγουδήσω τα κάλαντα
και με τα λεφτά των γειτόνων αγόραζα δίσκους
Το μόνο ρολόι που είχα ποτέ
το κλέψανε οι καινούριοι μου φίλοι
όταν τους κάλεσα στο σπίτι για παιχνίδι
Συνήθιζα να κλέβω κονκάρδες συγκροτημάτων
και άλλα μικρά αντικείμενα για να διατηρήσω τη μνήμη,
για τα οποία δεν πιάστηκα ποτέ
Στην πρώτη μου χοροεσπερίδα
ζήτησα συγγνώμη απ’ το γκαρσόνι,
γιατί ξετύλιξα όλο το χαρτί τουαλέτας στο πάτωμα
και βάλθηκα σαν τρελός να χορεύω,
σέρνοντάς το με τα πόδια μου στην αίθουσα
Δεν πολέμησα σε κανέναν πόλεμο,
ωστόσο είδα φίλους μου να σκοτώνονται
και μικρά παιδιά να φεύγουν για πάντα
στους ξενώνες κάποιου ιδρύματος
και τους δικούς τους ν’ αγκαλιάζουν μαύρα σύννεφα
Μεγάλωσα πιστεύοντας στη μουσική
και εξομολογήθηκα στον πατέρα της μάνας μου,
σκυφτός εμπρός του,
ιερέας στις μαύρες λίστες της εξουσίας
Τραυμάτισα το μυαλό και το σώμα μου
πηδώντας από μάντρες και ορόφους οικοδομών,
στα μπετά ακόμη,
γλυτώνοντας νεότερους απ’ το δηλητήριο, όχι για πολύ,
πώς αλλιώς, παίρνοντάς το ο ίδιος
Ξεφύλλισα άσεμνα περιοδικά,
με τις σελίδες τους κολλημένες απ’ το σπέρμα συνομηλίκων
και διάβασα τη Γαμησομηχανή
και άλλες ιστορίες καθημερινής τρέλας
κρυμμένος στις βιβλιοθήκες ανήσυχων συγγενών
Αποκοιμήθηκα περιμένοντας
στο ιστορικό ταχυφαγείο της Παπαστράτου
κι αφού ευγενικά με επανέφεραν
βυθίστηκα σε σύντομο ύπνο
στα σκαλοπάτια μιας φιλόξενης στοάς
Τα μεθυσμένα βήματα των ανθρώπων ηχούσαν σαν όνειρο
Τώρα ζω μια ήσυχη ζωή
με μια γυναίκα που κάποτε την ερωτεύτηκα παράφορα
και τα παιδιά μας
Αποφεύγω, όσο γίνεται, τα λάθη
και διαβάζω τις αγγελίες αναζητώντας δουλειά,
ανακαλύπτοντας τι λείπει και τι περισσεύει στον άνθρωπο
Οι σκέψεις μου συνομιλούν ενίοτε με άλλες εποχές,
όπως συμβαίνει και με τούτο το ποίημα
Ο Φιλ Σπέκτορ οπλοφορούσε διαρκώς,
βουτηγμένος στην παράνοια,
απειλούσε τους μουσικούς και ό,τι θεωρούσε δικό του,
τον κόσμο όλο, τη γυναίκα του
μπουκάροντας στη ζωή τους,
μέχρι που έφτασε στον φόνο
Ο ντα Βίντσι αναζητούσε την ανύψωση του πνεύματος,
το ίδιο και ο Μπωντλέρ
Έχω πει ψέματα
για να πουλήσω ακριβά γερμανικά αυτοκίνητα
σε ανθρώπους που δεν τα είχαν ανάγκη
Σέρβιρα καθαρά ποτά
σ’ όλους τους μεθύστακες που σταθήκανε μπρος μου
Βούτηξα τα χέρια μου στο πετρέλαιο
και στα παράγωγά του
και έχασα το πρώτο μου φιλοδώρημα
επιστρέφοντας σπίτι με το ποδήλατο
Παρ’ όλα αυτά
δεν έχω υπάρξει πολύ φτωχός στη ζωή μου
Αμέλησα να κατεβώ στην πορεία,
όμως ποτέ δεν έπραξα αυτό που αντιμαχόμουν
Άκουσα μουσικούς και άλλους καλλιτέχνες
να μας προτρέπουν να καπνίσουμε κάνναβη,
σε φεστιβάλ της νεολαίας του Κομουνιστικού Κόμματος
κατά των ναρκωτικών και των εξαρτήσεων
Τρύπωσα φορώντας κουρέλια
σε μπαρ όπου σύχναζαν πλούσιοι και πούστηδες,
στο Κολωνάκι,
αλλά κανείς τους δεν μ’ έδιωξε
Γύρισα τη χώρα μ’ ένα αμάξι φορτωμένο ψευδαισθήσεις
Βρέθηκα σε νησιά και σε λίμνες παγωμένες
στα βόρεια
Είδα το άγαλμα του Κολόμβου, στη Ράμπλα, στη Βαρκελώνη
να δείχνει τι τελικά,
και ασυναίσθητα έφτυσα στα πόδια μου
Ασιάτισσες να μαλάζουν λευκά κορμιά
σε παραπήγματα στις παραλίες της Μαγιόρκα,
μια ανάσα απ’ τις εξοχικές κατοικίες των βασιλέων
Ήπια αλκοόλ
σε υπόγεια που μυρίζανε κάτουρο απ’ την είσοδο
Στάθηκα στα σύνορα της Αλβανίας
και δεν αφουγκράστηκα τίποτα ως αδιάφορος νεαρός
Ανέβαλα κι ακύρωσα ένα σωρό ταξίδια∙
στην Κρήτη, το Λονδίνο,
δεν πήρα την αυτοκινητάμαξα για τις Κάτω Χώρες
και στο Βερολίνο ταχυδρόμησα μόνο κάτι βιβλία φίλων
Κάποτε σιχάθηκα την Αθήνα
κι έτρεμα όσου να πάρω το δρόμο της επιστροφής
Τώρα δεν μπορώ να τη φτάσω
Στην Πάτρα κρύφτηκα σε μουντά διαμερίσματα
κι έφτασα στο λιμάνι για να βρω την οδό μου
Μετανάστες σερνόντουσαν στο οδόστρωμα
ανάμεσα στις ρόδες των φορτηγών
κι από πίσω μπουλούκια
και σειρήνες να ουρλιάζουν
και το καρναβάλι να συνεχίζεται σε κάθε πόλη
Έχω μπλέξει όχι μόνο με τη σιωπή,
αλλά και την ακινησία
Έχασα όλα μου τα λεφτά
γιατί αγάπησα τρελούς συντρόφους
κι ήθελα κάποτε να στήσω μια σκηνή και το ‘κανα∙
Παρέλειψα να φωτογραφηθώ με τον Ανεστόπουλο,
και τώρα αυτός έχει φύγει
Είδα τον Πουλικάκο,
τον Νίκο, που ακολούθησε κι αυτός το φευγιό
και τον Βασίλη Σπυρόπουλο,
να μη λεν να κατέβουν απ’ το καταραμένο σανίδι
τέσσερις ώρες μετά
Τον Τόλιο να βαριανασαίνει πίσω απ’ το ντραμ σετ
Πιτσιρικάδες,
να με παρασέρνουν σ’ ένα κατεστραμμένο τοπίο εαυτού
Άκουσα το πειραγμένο σαξόφωνο
και τη φωτιά να κυλά απ’ το ξύλινο πατάρι
Τώρα, ζω μια ήσυχη ζωή
Ο ήχος του ακορντεόν ακόμη με συγκινεί,
απ’ τα μεσοπέλαγα στους δρόμους της πόλης
Ο ακορντεονίστας χαμογελά, κοιτάζει ψηλά
κι εγώ ραίνω με στριμμένο καπνό το λευκό πρωινό
Το μικρό αγόρι
συγκεντρώνει τα κέρματα στο καπέλο του
Είπα, σε μια στιγμή έξαψης, πως
δεν έχω αρχή και τέλος, 
δεν έχω ηλικία
Πως είμαι το δέρμα που έξυσε την άσφαλτο
και μούσκεψε στη βροχή
Ο ξένος και το γεφύρι στο ποτάμι των ψυχών
Η τελευταία βόλτα στην κοιλάδα του θανάτου
και η αθέατη πλευρά
Ο κακόφημος δρόμος που εμπιστεύτηκες 
και τα μπουκάλια που κατέβηκαν τις κάβες να λυτρωθούν  
Είμαι ο πατέρας που έλειψε χωρίς να κάνει βήμα 
Η μάνα των λαθών που εξεγείρεται 
Τα κόκκινα μάτια που αποφεύγουν 
Θυμάμαι τον ταρίφα, να με ξερνά στην 28ηςΟκτωβρίου,
γιατί αισθάνθηκε να απειλείται,
στη στάση Πολυτεχνείο, γυρεύοντας Κυψέλη,
Δροσοπούλου, κάτω Πατήσια∙
με φέρανε απ’ τη μεγάλη πόλη στη μικρή,
για να γλιτώσω τα χειρότερα
Οδήγησα, έκτοτε, χιλιόμετρα σε ξεχαρβαλωμένους δρόμους
με ξεχαρβαλωμένα αυτοκίνητα
για να μην καταφέρω να πουλήσω και να πουληθώ
Δανείστηκα για να φάω και να ταΐσω
Κράτησα την καρδιά μου στη θέση της,
και τράβηξα για το δάσος και τη θάλασσα
και για μέρες ξεχάστηκα εκεί
Τώρα, ζω μια ήσυχη ζωή
Στο μπαρ δεν πολυπηγαίνω πια
Επισκέπτομαι τον φίλο μου,
που την Αφροδίτη του μου χάρισε
και στου δωματίου μου το φως τη βλέπω τώρα να ξεπροβάλει
μοιράζοντας γύρω έναν κόσμο
Φυσικά και μ’ έχουν εξαπατήσει,
αλλά τι θα ‘ταν η ζωή
αν δεν είχες βρεθεί έστω και μια φορά από κάτω;

12/3/2022

Carol Berge, Τρία ποιήματα

ΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ΟΛΟΙ
αλλά τότε:
θα μπορούσε να με σκοτώσει
μες την τρέλα του, απ’ τις πεζούλες
φόβων που τον περιστοιχίζουν,
εγώ μπορούσα να σχεδιάσω ευκρινείς χάρτες
του άγριου λαβύρινθου ‘ να χαράξω εκεί
τη διαδρομή μου εναντίον του και νατρυπήσω
τα φτιασιδωμένα του επίχρυσα κύπελλα (1) με
τα ίδια του τα μυστικά.
και τότε τι: μιας και κείνος
γνωρίζει καλά πού
βρίσκονται τα κολωνάτα μου ποτήρια,
θα μπορούσε εύκολα ν’ ανταποδώσει,
χρησιμοποιώντας διαφορετικό χάρτη
και μέταλλα.
είναι καλύτερα να περιμένω,
να εκτιμήσω το πεδίο
και να κινηθώ σαν
το φεγγάρι σταθεί απέναντι στα μάτια του,
για μια στιγμή τυφλώνοντάς τον.

*

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
με τον τρόπο που οι ινδιάνοι αλέθουν τα βελανίδια
με τον τρόπο που οι ινδιάνοι αλέθουν καλαμπόκι
χρησιμοποιώντας τους κυκλικούς λίθους
δουλεύοντας τη στρογγυλή πέτρα μες τη γούβα
του γρανιτένιου βράχου με το ορυκτό να λαμπυρίζει
για να φτιαχτεί το φαγητό
και το ορυκτό ν’ αστράψει μέσα στο βράχο
δίπλα στα γόνατα δίπλα στις κουβέρτες
και ο καπνός απ’ τη φωτιά να σηκωθεί ψηλά
καθώς οι κοντινές βελανιδιές ρίχνουν μες το φθινόπωρο
κάτω τα φύλλα τους

με τον τρόπο που γυναίκες με πλεξούδες αλέθουν
χρησιμοποιώντας τη στρογγυλή πέτρα
εποχή με την εποχή
χρόνο με τον χρόνο
διαλέγοντας τις ίδιες πάντα φθαρμένες
στρογγυλές σκουρόχρωμες πέτρες
ψηλά απ’ το ποτάμι
δίπλα στις φωτιές δίπλα στο νερό

με τον τρόπο που οι γυναίκες το ανάμειξαν
με τον τρόπο που το ψωμί φτιάχτηκε
με τον τρόπο που το ψωμί φουρνίστηκε
με τον τρόπο που το ψωμί φαγώθηκε
με τον τρόπο που το ψωμί έγινε σάρκα
με τον τρόπο που η σάρκα έγειρε πάνω στις πέτρες
και έγινε γη και βελανίδια

*

ΒΡΥΑ. ΣΑΝ ΕΜΒΡΥΙΚΟΙ ΣΑΚΟΙ
δεν πήρες το σημείωμά μου; το άφησα
εκεί που ήμουν σίγουρη πως θα περνούσες:
το μέρος κοντά στα τρομακτικά ισπανικά βρύα που
κρέμονται σαν γκρίζος θάνατος στα δέντρα,
σαν εμβρυϊκοί σάκοι, στο σημείο όπου
είδαμε δύο ελάφια να περνούν, έλεγε πως
θα ’φεύγα στα σίγουρα
εκτός αν χαμήλωνες τη φωνή σου
και κατάφερνες να μην κάνεις κάποια
συγκεκριμένα αλλόκοτο πράγματα,
αυτός είναι ο δικός σου τόπος, όχι
ο δικός μου, σου είπα. και κανείς
δεν μαγειρεύει κοτόπουλο εδώ, κανείς
δεν φαίνεται έστω κάπως γνώριμος,
αν περάσεις απ’ αυτό το σημείο, ψάξε για
τα κόκκαλα της πρώτης μας γέννας
που έλειπε προτού εγώ σου φανερωθώ
και που θα φύγει μαζί μου.
τα κουκουνάρια κάνουν τον δρόμο μαλακό,
εκατοντάδες απ’ αυτά.

*Από το βιβλίο “Ποιήτριες της γενιάς των beat”, εκδ. Opportuna, Πάυρα 2021. Μετάφραση-επιμέλεια: Γιώργος Μπουρλής.

1.Cellini cup (ή rospigliosi cup) διακοσμητικό κύπελλο από χρυσό και σμάλτο του 18ου αιώνα, που αρχικά η δημιουργία του είχε αποδοθεί στον Benvenuto Cellini (1500-1571).

Αλήτις Τσαλαχούρη, Δύο πεζοποιήματα

“Αδερφή με τη γούνα”


Αδερφή με τη γούνα “-Με την κωλοπαρέα τον κράζει-Χρόνια του πετάει-Τσιγκάκια μπίρας και πέτρες-Τον ξεφτιλίζει σαν θέαμα-Τον κάνει στα σάλια-Αλλά κάποιο βράδυ-Η “Αδερφή με τη γούνα ”-Είν’ ο μόνος που θα σταματήσει-Σε δυστύχημά του με αμάξι-Καλώντας ασθενοφόρο-Σύντομα στον τόπο-Σμπαραλιασμένα τα ζυγωματικά του-Χτυπώντας στου νεκρού συνοδηγού το κεφάλι-Βγαίνει απ’το πίσω κάθισμά του-Φάσμα στα αίμα-Κι η “Αδερφή με τη γούνα”-Που κράζει-Με την κωλοπαρέα-Χρόνια-Τρέχει και του βάζει τη γούνα-Να τον προστατέψει απ’ το αγιάζι-Μ’ αυτήν τον αποχαιρετά στο φορείο-Του τη χαρίζει-Απλά σαν ενθύμιο-Του κρατάει το χέρι σαν φίλος-Η “Αδερφή με τη γούνα ” που κράζει-Με την κωλοπαρέα-Χρόνια-

*

Καφάσια για σκαμνάκια


Ο γέρος του εγκρεμίστη στη βοσκή-Με στηριγμένα στο γείσο του κεράκια-Μια φλογίτσα στα πέρατα ζωή-Σαν το μεγάλο ζωγράφο στα χωράφια-Το πατρικό ξενώνας για Στουτγκάρδια-Και το μαντρί της τράπεζας χαρτάκια-Κι αυτός με Εβγα γωνιακός με τα καφάσια για σκαμνάκια για όσους τα πίνανε τα βράδια-Στο τι Αθήνα τι Σικάγο-Όσιος μπάστακας μέχρι το τέλος να θυμίζει-Πως στα κατσάβραχα μια μέρα θα γυρίσει-Απάνω σε ένα βράχο -Να κάθεται σαν το κατσίκι-Στη σύνταξη-Κρατώντας μια βαλίτσα-Χαιρετησε με δάκρυα-Οι επόμενοι πετάξαν’ τα καφάσια-Βάλαν’ σκαμπό και καρεκλάκια-Μα όλοι σταμάτησαν εκεί να πίνουνε τα βράδια-0 γέρος του εγκρεμίστη στη βοσκή-Με στηριγμένα στο γείσο του κεράκια-Μία φλογίτσα στα πέρατα ζωηή-Σαν το μεγάλο ζωγράφο στα χωράφια-

*Από τη συλλογή “Κάθαρμα”, εκδόσεις Οδός Πανός, 2020.

Jacques Prevert, Στο ανθοπωλείο

Φωτογραφία: Irving Penn

άποιος άνθρωπος μπαίνει σ’ ένα ανθοπωλείο
και διαλέγει λουλούδια
η λουλουδού τυλίγει τα λουλούδια
ο άνθρωπος βάζει το χέρι στην τσέπη του
να ψάξει για χρήματα
χρήματα για να πληρώσει τα λουλούδια
μα βάζει την ίδια στιγμή
ξαφνικά
το χέρι στην καρδιά του και πέφτει
Την ίδια στιγμή που πέφτει
τα χρήματα κυλάν καταγής
κι έπειτα πέφτουν τα λουλούδια
την ίδια στιγμή με τον άνθρωπο
την ίδια στιγμή με τα χρήματα
κι η λουλουδού στέκει εκεί
με τα χρήματα που κυλάν
με τα λουλούδια που μαδάν
με τον άνθρωπο που πεθαίνει
πραγματικά όλα αυτά είναι πολύ θλιβερά
και πρέπει κάτι να κάνει
η λουλουδού
μα δεν ξέρει πώς
δεν ξέρει
από πού ν’ αρχίσει
Είναι τόσα πράγματα που πρέπει να γίνουν
μ’ αυτόν τον άνθρωπο που πεθαίνει
αυτά τα λουλούδια που μαδάν
κι αυτά τα χρήματα
αυτά τα χρήματα που κυλάν
που δεν σταματούν να κυλάν.

*Μετάφραση: Μιχάλης Μεϊμάρης.

Μαρία Πανούτσου, Το χάραμα

Τότε που εφιάλτες στα στρατόπεδα
Γίνονταν πραγματικότης
Τότε που οι άρρωστοι ματώνουν τα κρεββάτια τους
Τότε που ορφανεύουν οι άνθρωποι
Τότε φεύγω, το χάραμα, την ώρα της ξεκούρασης
την ώρα της ανακωχής
Την ώρα που τα ανομολόγητα
Γίνονται ανάμνηση βουβή.

*Από τη συλλογή “Η Ερημη Πόλη” (2016)

**https://eyelands.gr/2016/10/08/η-ποίηση-της-μαρίας-πανούτσου/