Άνθισαν οι φλόγες και χάνοντας τη συστολή τους βγήκαν απ’ όλα τα ρουμάνια, τους λόγκους τις απάτητες μεριές
Ροβολώντας χαμηλά, έγιναν το απευκταίο χρυσόμαυρο ταφικό στεφάνι που κάνει στάχτη ό,τι στηρίζει, πρασινίζει τη ζωή
Σάρωμα ανελέητο με κάψα κ αγέρηδες εκδικούνται μια απροστάτευτη γη, μια πανωραία κόρη
Την φλερτάρουν και την πολιορκούν στα αυγουστιάτικα απροσπέλαστα δρομάκια
Την εκμαυλίζουν με λάβες ανθεστήριες πληρώνοντας ακριβά αρχαίες μνήμες
Ρίχνουν στην άμπις τέθριππες άμαξες με άλογα περιωπής
γαμήλιες τελετές και τεντωμένα τόξα
Οι φρυκτωρίες, γεννήτριες ανέμου γίνονται
κι από γκρεμούς
τρέχουν λιωμένα μέταλλα που δείχνουν τα έγκατα της γης αρχών, με μάτια κάρβουνο
Στους ετοιμόλογους που στήνουν το θρόνο τους στ αποκαΐδια τι άλλοθι μπορείς να δώσεις ζητιάνε εσύ του οίκτου;
Καρτ ποσταλ η γη, σε άλμπουμ δίχως ξώφυλλα
Φωτογραφίες αναλογικές, άσχετες με ινσταγκραμικές εξωραϊσμού του σήμερα
Κάποιοι λουόμενοι σε αργή κίνηση αμηχανίας
Τουρίστες επιθυμητοί και μη στα ρεστοράν, στα μάρκετ, στα καφέ
Παραστάσεις αραιοκατοικημένες θεάτρων χωρίς αύριο
Απηυδησμένοι νέοι πίσω από προστατευτικούς κλωβούς
γκαρσονάκια των μεταπτυχιακών και των λυκείων
Ενοχικές ηλικίες τρίτες, σ αμφίβολο προσανατολισμό
Κρίνοι σε προβοσκίδες ματαιωμένες μελισσών
Όλοι με το τελευταίο κυπαρισσόμηλο στο στόμα, προσευχόμενοι
ή απελπισία κραυγάζοντας, λούζονται σε αντιπυρικό υγρό
Οι ασεβείς κι αγνώμονες επίστανται της περισυλλογής κουφαριών μικρόσωμων και εύσωμων όντων που φυλλορρόησαν
Ας ακολουθήσουμε τον δρόμο των γλάρων ακολουθώντας τη σωτήρια γραμμή
Ας μην έρθει ημέρα που η αστεγία θα βολευτεί με αλαζονεία εντός μας κάτω απ’ την ένρινη ανοχή μας
Καληνύχτα κόσμε!
Category Archives: Uncategorized
Γρηγόρη Νέστωρ Ρουντένκο, Ευθύνη
Τη ζωή μας πώς ν’ αλλάξουμε
Και το έργο μας από πού αρχίζει;
Φάρσα τα επαναστατικά κινήματα!
Από μέσα μας η αλλαγή ροδίζει.
Την αλήθεια ο ηγέτης δεν μπορεί να κηλιδώνει
Και με το μαχαίρι να διαδίδει.
Να σκεφτώ πρέπει και να ψάξω
Την μία αυτή ζωή να ξαναφτιάξω.
Το κίνημα το επαναστατικό τούς λίγους τρέφει
Και να λιμοκτονούν αφήνει τους πολλούς.
Ψέματα λέει ο ηγέτης όταν ρητορεύει
Για να ηρεμήσει και να συντρίψει τους περήφανους.
Όταν όλοι κι ο καθένας θα ’χουν δει το φως,
Ένα χτύπημα θ’ αρκεί να εξαλείψει
Χιλιάδων χρόνων φρίκης καθεστώς,
Χρόνων γεμάτων φόβο, τρόμο και πολέμους.
Έτσι ξεσηκώθηκαν οι δυνατοί Ρώσοι, οι Φινλανδοί κι οι Γερμανοί.
Κι απ’ αυτούς πριν, όλη η Ευρώπη. Μετά η μαρτυρική Ισπανία.
Ανάγκη από ηγέτες δεν είχανε τα χρόνια εκείνα.
Μια μέρα μόνοι τους θα ξεσηκωθούν ξανά.
Κάθε εξουσία μπορεί να συντριβεί,
Αν ο καθένας μας βρει τον τρόπο
Τις αδικίες τις πολλές να εμποδίσει,
Σε Λένιν να προδώσουν να μην επιτρέψει.
Τα εργοστάσια θ’ αυτοδιευθύνονται
Με «συμφωνίες» κι όχι με «διαταγές».
Ο καθένας κι όλοι μαζί να δράσουν θα ’ναι ελεύθεροι
Το θάρρος παίρνοντας με πράξεις συλλογικές.
Ο καθένας του εαυτού του μόνο θα ’ναι άρχοντας,
Υπεύθυνος θα είναι πάντα για ό,τι κάνει.
Μόνο στα χέρια του κάθε εξουσία πάντα έχοντας
Σωτήρα του εαυτού του ποτέ άλλον δεν θα κάνει.
Τσακίστε λοιπόν την δύναμη κάθε κακού.
Καλλιεργείστε τους νέους.
Διδάξτε τους ανόητους.
Η μεγάλη Καινούργια Μέρα ανατέλλει!
1951
Ισμήνη Γ. Λιόση, Τι κάνει η ποίηση

Η Ποίηση
σηκώνει τον κήπο στις πλάτες Της
τον καμένο Κήπο
ο ιβίσκος κλαίει
η γυναίκα μέσα Του δεν τον εγκατέλειψε
πεθαίνει μαζί Του
μάταια τα πουλιά θα γυρεύουν τα
μυρωμένα μαλλιά Της
και το Φίδι
το άκακο Φίδι
θα κοιμάται στα φαγωμένα στήθη Της
το Φεγγάρι – όπου κατοικεί ο
Μονογενής Θεός
δεν εισάκουσε τις
λυπημένες φωνές του χρυσάνθεμου
τα μπλε γιασεμιά δεν ευωδιούν
έτσι διαμαρτύρονται τα μπλε γιασεμιά
και το τριαντάφυλλο
το βαθύ κόκκινο τριαντάφυλλο
κι ο ηδύς κατηφές
παρέδωσαν την ψυχή Τους
στον άψυχο κόσμο
Η Ποίηση, χωρίς έπαρση
δαγκώνει και καταπίνει τις
λέξεις του Πένθους Της
παίρνει τον δρόμο της θάλασσας
παίρνει τα όρη τα βουνά, όπου
οι Κραυγές Της δεν
φθάνουν στα σπλάχνα των στίχων
και, οι Στίχοι Της μοιραία θα καούν
ναι
Η Ποίηση, χωρίς έπαρση
Η Ποίηση, χωρίς έπαρση
θα σιωπήσει
έτσι θα κάμει η Ποίηση Επανάσταση
Η Ποίηση, χωρίς έπαρση από
τούδε και εφεξής
Κατερίνα Λιάτζουρα, Έγειρα να πάρω μια ανάσα, μάνα

Έγειρα να πάρω μια ανάσα, μάνα
στον κορμό σου που ακόμη αχνίζει.
Μικρές εστίες καπνού λικνίζονται
νωχελικά που και που
κάποιες αναλαμπές θυμούνται
να κοσμήσουνε την νύχτα.
Και στάχτη, στάχτη και αποκαΐδια
και κουφάρια, κουφάρια πολλά και κάρβουνο
η απόκοσμη αγκαλιά σου, μάνα,
και μαυρίλα, πολύ μαυρίλα απόψε, και σιωπή,
σιωπή, καμένη σιωπή, γαμημένη σιγή.
Το θρόισμά σου έπαψε
σίγησαν τα πλάσματά σου.
Σε πενθούνε μάνα,
και φοβούνται, φοβούνται πολύ
τον μικρό τον άνθρωπο,
το κτήνος.
8.8.2021
Αργύρης Χιόνης, Εκδοχές του τέλους
Με ήτα η ζωή τελειώνει·
με ήττα, επίσης.
III
Έρχονται αθόρυβα οι μέρες μου – γάτες με πελ-
ματα βελούδινα, ταχύτητα αστραπής- τρίβο-
νται μια στιγμή ανάμεσα στα πόδια μου· σκύ-
βω να τις χαϊδέψω· έχουνε κιόλας φύγει.
ΧΙ
Με τρομάζει η ανυπαρξία, η μητέρα μου,
και δεν ξέρω γιατί,
αφού η ερωμένη μου, η ύπαρξη,
είναι αυτή
που πάντα μου επεφύλασσε
και σίγουρα μου επιφυλάσσει ακόμη
τις πιο οδυνηρές εκπλήξεις.
XV
Ανάμεσα στα δάχτυλά μου
και στη σάρκα σου,
όσο σφιχτά κι αν σε κρατώ,
τρυπώνει ο χρόνος.
XVII
Όταν σου αναγγείλουνε το θάνατό μου,
κάνε ό,τι θα ‘κανες αν σου χαρίζαν
ένα άδειο βάζο.
Θα το γέμιζες λουλούδια·
έτσι δεν είναι;
*Από εδώ: https://poiimata.com/2021/06/06/ekdoches-toy-teloys-argyris-chionis/
Πάνος Κουτούλιας, Δουλευταράδες

Παρένθετος χαμάλης επ’ άπειρον
και πλεονέκτης των κέδρων*
σφυρηλατώντας πάπυρους ή δέρμα
καθένας τη δουλειά του κάνει
κι υπηρετεί το έλεος του πέτρινου λαού*
τραυματισμένος, άυλος, ατάκτως ερριμμένος
σε τρυπητά, κεντήματα και σκεύη.
Σατανιστής ξυλουργός,
που σε κάθε του κατασκευή
χαράζει και από μία πεντάλφα*
πρόκες, καδρόνια, αναφιλητά.
Αφού εκείνος που σταυρώνει
αναπόφευκτα σκαμπάζει από μαστορέματα*
άρα κι ο σταυρωμένος, εκ των έσω
με έλλειμμα σε αίμα
κι όφελος μόνο και ύψιστο
το όμορφο τραγούδι
του εκάστοτε χαζού
προσωπικού του χειρώνακτα.
*Από τη συλλογή “Προϊστορία για έναν”, εκδόσεις Υποκείμενο, Ιούνιος 2017.
Δέσποινα Μπουμπουχεροπούλου, Τρία ποιήματα
ΑΜΗΧΑΝΙΑ ΥΠΕΡ ΤΡΙΤΟΥ
Θα ‘θελα, τί θα ‘θελα;
Να μοιάζω.
Να θυμίζω.
Θα θελα, τί θα θελα;
Να είμαι «σαν».
Να είμαι εκεί και μόνο.
Θα θελα, τί θα ‘θελα;
Να αρχειοθετούμαι.
Εύκολα και αυτόματα και άπαξ να βαπτίζομαι.
Θα ‘θελα, τί θα ‘θελα;
Να πάψω να είμαι αμήχανη.
Να’ μαι μηχανική.
*
ΑΠΟΔΕΙΞΗ
Η τσάντα μου, γεμάτη αποδείξεις.
Χαρτιά σβησμένα,
τυλιγμένα,
εξομολογητικά…
Αμάχητα τεκμήρια πως «ως τα τώρα»,
ζω, μα ζω προσεχτικά.
*
KEPAMEIKH
Τα παιδιά είναι άσχημα.
Δεν έχουν ακόμα το σχήμα τους.
Τα παιδιά τ’ αγαπάς
γιατί στο ευχάριστο χόμπι σου είναι
πρώτης τάξεως υλικό.
Κι εσύ, με τα μεγάλα άκρα,
τη βαριά φωνή,
και τα χαμένα όνειρα,
εσύ ο περασμένος και ο γίγαντας,
είσαι πιο άσχημος από ποτέ,
γιατί πασχίζεις να χωρέσεις το σχήμα σου,
το οριστικό
το άθλιο
σχήμα σου
παντού.
*Από τη συλλογή “Το παράθυρο”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2019.
Γιώργος Μπλάνας, Ποιήματα
Βίκυ Λιούκα, Κελιά από νοβοπάν
Ιδιοκτήτες καταστροφείς δημοσκοπήσεις εποχικές προσφορές προεκλογικές εξέδρες αναθέρμανση οικονομίας καταστολή εγκεφαλικών ιστών μισοτελειωμένα φαγητά τι θέλει να πει ο ποιητής ποτέ δε θα μάθουμε μεταφραστές υποκείμενων θεωριών προσβλητικές προσφωνήσεις ρούχα για όλα τα μεγέθη σώματα απόντα θα χαρούμε πολύ να σας συμπεριλάβουμε στην ατζέντα του ατελέσφορου μήνα φιλικά διακείμενοι στις εθελοντικές σφαγές προκαταρκτικές διαβουλεύσεις ανήμερα θηρία προκαταβολικές αναθεωρήσεις πνιγμένα γέλια μάς βρήκανε τα χρόνια ακόμα να συγκατοικήσουμε στα όνειρά μας μήπως να ξεκλέψουμε λίγα λεπτά παραπάνω οι μοναχικοί δρόμοι συναντιούνται λίγο πριν το τέλος των ευθείων εργόχειρα πώς αντέχεται τόση δυστυχία μετά τις δώδεκα (τα μεσάνυχτα) να έχεις ανοιχτά τα μάτια και τα αυτιά αποκοιμίζουν τα παιδιά δοχεία με αίμα γάτες σε οίστρο χαμένοι στα λόγια χαμηλά ημερομίσθια υψηλοί στόχοι βουλώνουμε τις τρύπες με ύφασμα οργάντζας εξουσιαστές εναντίον εξουσίας μακριά η διαδρομή από την ώρα που θα σηκώσεις το βλέμμα ευδιάκριτα σημεία δυσδιάκριτα όρια πίσω από σύμβολα κρύβονται ανθρωποδαμαστές αποστολή εξετελέσθη βουβά τα πουλιά κρατούνται σε κελιά από νοβοπάν ιδροκοπούν οι μύθοι να πείσουν για την αλήθεια τους εξαιρετικές αφηγήσεις εξαίρετοι μαέστροι εξαιρούνται οι κανόνες θυμάσαι νοσταλγείς χωρίς προφυλάξεις αποκόμματα ζωών ανήθικες προτάσεις τεχνοτροπία του όχλου σκέψεις διαμαρτύρονται συνθήκες κράτησης αποτυπώματα από παπούτσια νούμερο μηδέν (άγνωστο) γυμνοί πολυέλαιοι φωτίζουν τα σκοτάδια αιώνων μανούβρες ψήγματα υπομονής απόδοση ευθυνών βρεγμένα χαρτιά οι μυρωδιές δε σβήνουν ποτέ από τη μνήμη τσιμεντένιες φυλακές αποδράσεις στους δρόμους φεγγίτες καμωμένοι από όνειρα φιλάσθενες ανάσες δέντρα ξεριζωμένα κόβουν βόλτες σα φαντάσματα με χέρια σπασμένα τάφοι κοιμούνται υπό το άγρυπνο βλέμμα του ουρανού τρύπιες ομπρέλες καθυστερήσεις δρομολογίων χρόνια κωφοί κι αόμματοι ψάχνουν τη χαμένη Ατλαντίδα ζωντανοί σκελετοί χοροπηδούν τρομάζοντας τα πουλιά οι δρόμοι ξυπνούν τις νύχτες τις ημέρες παριστάνουν τους κοιμισμένους φύλακες των παιδικών ονείρων μας ο κόσμος δεν κατακτιέται αγαπιέται με ξεκούρδιστα ρολόγια προγραμματίζουμε τις δοσολογίες που μας αναλογούν αποστειρωμένη ελευθερία με λίγη εσάνς αποσταγμένου θυμιάματος παλιοκαιρισμένη η χλαίνη κρεμασμένη στα σχοινιά της αειφόρου συγκομιδής πτωμάτων οι πετεινοί έπαψαν να λαλούν σε μια κόλλα αναφοράς καταγράφονται ζωές δίχως πρόσωπο έσπασαν τα στηρίγματα και φάνηκε ο ζόφος της μηρυκασμένης συνήθειας διασταυρωμένες πληροφορίες μάς ενημερώνουν για το άτοπο της πληροφορίας τίποτα δεν θα αλλάξει εάν δεν (το) αγαπήσεις πραγματικά σταθμευμένες οι ώρες αναλώνονται σε ένα παιχνίδι εντυπώσεων προκαθήμενοι σε έδρες ξοδεύουν και το τελευταίο γραμμάριο γνώσης πεινασμένοι αυλικοί διαπληκτίζονται με λιμοκοντόρους άμοιροι ευθυνών εξάγουν σκάρτο εμπόρευμα από το περίσσευμα της διαλλακτικής σύζευξης κοπράνων και αίματος αθυρόστομοι ταραξίες ενέπνευσαν την ποινικοποίηση εξαγωγής δοντιών και νυχιών στις στέπες της ερήμου ανθίζουν τριαντάφυλλα χάνεται η ανάσα μας μέσα σε νάιλον σακούλες ομαδικές απόπειρες δολοφονίας νέων (άνευ ηλικίας) κάποτε ο άνθρωπος θα απεκδυθεί το ρόλο του εξουσιαστή άκου δες μίλησε άσε το φεγγάρι να πλανέψει τους δείκτες των χεριών σου άσε την ομίχλη να δροσίσει τα χείλη σου άσε τον πόνο να κατέβει στο σώμα της γης πώς θα (μάς) ακούσουν ποια λόγια θα γκρεμίσουν το τείχος της πνευματικής αναπηρίας η πρόνοια της προνοητικής καταστολής η αοιδός ξεψύχησε κανείς δεν άκουσε τι ψιθύρισε στο αυτί του ανέμου αφυπνίστηκε η σάρκα και τώρα ζητάει αίμα η πολλή θεωρία σκοτώνει τη σκέψη καθοδήγηση σε ελεύθερη μετάφραση αυτόχειρες κρεμασμένοι στα κλαδιά της τραγικής ειρωνείας αναπολείς στιγμές του μέλλοντος στο ύψος του εμπροσθοβαρούς παρόντος η αγανάκτηση ανασηκώνεται στα δυο της πόδια κυκλοφοριακοί συνειρμοί οπισθοδρομικές υπερβάσεις μεταλλαγμένοι λαιμοί αφύσικο το όλον του σήμερα παρατάσσει τις δυνάμεις του στο επέκεινα οι κατσαρίδες ευγνωμονούν τους φωταγωγούς για την καθημερινή προσφορά τους το λουλούδι του κάκτου θα ανθίσει νωρίτερα προμηθευτές διαλόγων πελάτες μονολόγων ασβεστωμένα πρόσωπα αποχαιρετούν τη μιζέρια η θέληση αποστρέφεται την ένδεια της απόφασης μεταξοσκώληκες ροκανίζουν τρυφερά τις πρώτες κουβέντες του βίου τους κοινωνικός καμβάς με ξεθωριασμένες λεπτομέρειες οι ρόδες του μυαλού οργώνουν τα σύννεφα αφήνοντας ένα αμυδρό αποτύπωμα όσων ονειρευτήκαμε λιγότερο αύριο περισσότερο σήμερα πρώιμα σημάδια δείχνουν εκεί που δεν θέλαμε να φτάσουμε ατροφικοί κριτικοί σχολιάζουν την απουσία μέριμνας φιλόστοργοι υπερόπτες καταργούν την αλυσίδα των συνεχόμενων αιματοβαμμένων πρωινών πριν λύσεις έναν κόμπο βεβαιώσου πρώτα πως υπάρχει καβούρια στις τσέπες τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος κανείς δεν κατάφερε να δώσει μια ξεκάθαρη απάντηση ανάλγητο το ψέμα ξυρίζει τις φαβορίτες της κάλπικης μοίρας άλλη μια αλληγορική μέρα προσκρούει στον τοίχο της κουτσής ιστορίας νεκροταφεία αυτοκινήτων φοβικοί εναντίον εμμονικών η διαιώνιση της βίας της επιβίωσης της αντιβίωσης η γελοιότητα και η επικινδυνότητα να μιλάς για όραμα και να σκοτώνεις τα όνειρα άλλοι διαβάζουν το βιβλίο άλλοι μένουν στα σημεία στίξης δεσμοφύλακες παρακαταθήκη κι όλα αυτά για λίγα χρόνια ζωής
*Από το ιστολόγιο http://vickyliouka.blogspot.com/
Τάσος Γκόγκος, Δύο ποιήματα
Γιορτές
Σήμερα
κάπως δύσκολα σηκώνεται
στα πόδια του αυτό το ποίημα
Είναι μπόλικα και έχει το καθένα
δύο γιορτές
μια ονομαστική
βαριά
και μια πιο ανάλαφρη
της ημέρας
Όταν πλησιάζει ο καιρός
ξαπλώνουν και πριονίζουν τις άκρες από τις λέξεις
κόβουν δυο γράμματα
στο περίπου την κατάληξη
και όπου έγραφα εγώ
ή και εσύ μένει το ίδιο
*
Ποιήματα Σκέτο
Ποιήματα με ροδάκια
που σκαλώνουν στα πεζοδρόμια
και κάνουν πολύ θόρυβο
λίγο πριν ανοίξει το μετρό
*
Ποιήματα που κρέμονται στα κλαδιά
δίπλα στα τζάμπα λεμόνια
*
Ποιήματα στερεωμένα σε αυτοσχέδια ράφια
*
Ποιήματα που χάσαν το τελευταίο λεωφορείο Ζωγράφου
και ξημερώνουν Κυψέλη
*
Ποιήματα που περίμεναν σε φυτώρια
να ‘ρθει εκείνο το ρεπό
ή κανα έξτρα εικοσάρικο
*
Ποιήματα που περπατάνε πάνω κάτω την Πατησίων
*
Ποιήματα που στιβάζονται
σε στρατιωτικά νοσοκομεία
με την πιο τρελή συνοδεία
*
Ποιήματα που θα γραφτούν
χωρίς τις παλιές αφιερώσεις
*
Ποιήματα καραντίνας
*Από τη συλλογή ‘Ποιήματα σε δόσεις”.







