Αργυρώ Αξιώτη, Ζέστη

Στην πίσω όψη του καλοκαιριού
είναι γραμμένα
όσα δεν έγιναν
όσα χάθηκαν με τον νοτιά
όσα κάηκαν από πάθος ανήμερο
και τα ονόματα των πνιγμένων.

*Από τη συλλογή “Τρύπα στο πάτωμα”, Εκδόσεις των άλλων, Ιούλιος 2021.

Shakhawat Tipu, Δεν είμαστε άραγε νηστικοί;

Μην κάνεις τίποτα, αγαπητέ Νταλί!
Τα φύλλα πέταξαν από το δέντρο
ψηλά στον άνυδρο ουρανό
Κι η νεφέλη φύλλο έχει γίνει.

Μόλις του Σαλβαντόρ Νταλί αντίκρισα τις πινελιές
Μία σπασμένη εικόνα είδα όλο κι όλο
Κι εκείνος να περιφέρει το ρολόι, για να κάνει ένα αυγό
και για να ζεσταθεί ώσπου να ‘ρθει η ώρα.

Μειδιώντας στο φεγγάρι τότε κάθισα
Κι έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα
Κι απ’ το αυγό μωρό ελέφαντα
ξεπρόβαλε.
Το κάλλος της κανέλας αναζητά κι εκείνο!

Αγαπητέ μου αδελφέ Νταλί!
Μπροστά σε μια αλέα, κάπου στον κόσμο
Σε κότα έξαφνα μια αγελάδα μετετράπη!

Νέα κατάσταση θαρρείς είν’ η τηγανητή η κότα
κι η βρώση της ωραία.
Καιρό πολύ ήμασταν πεινασμένοι
Πέθανα –κι ετούτο παραπάει
Όμως εγώ στο άπειρο μπορώ να πάω πετώντας
Στους ώμους μίας εποχής καθίσαν οι νεκροί
Και σφαίρα πίστεψα πως ήμουνα, στην τόση μου γαλήνη
Προς ουρανούς πώς και δεν τράβηξα κι επέστρεψα στον κόσμο;

Στο έδαφος ακούμπησε σήμερα η νεφέλη!
Αλλά βροχή καθόλου.
Με σκόνη ξερή σκεπάζεται η γη απ’ άκρη σ’ άκρη!

Σήμερα ήρθε διάβολος, για άγγελο μιλώντας
Για κείνον που ‘λεγε πως μες στα σπλάχνα του ο καθείς
έναν κόσμο ολόκληρο δύναται σαν αυγό να κάνει.

Τέτοια αυγά τα λαχταράει ο κόσμος πεινασμένος!
Ω, εσύ χρυσό αυγό
Πότε μωρό ελέφαντα έφερες στον κόσμο;

Μη νοιάζεσαι, αγαπητέ Νταλί!
Ελέφαντα για σύντροφο όποιος έχει
Αλεξιβρόχιο πάνω απ’ την κεφαλή δεν θέλησε ποτέ.

Μια μέρα μόνο άσε τους ανθρώπους να κοιτάξουν
Τ’ αλεξιβρόχιο όταν ανοίξει
Τα μελανά πως να συντρίψουνε αυγά!
Και κάτι ακόμα που σε σκανδαλίζει,
κροκόδειλος πως γίνεται κανείς;

Όχι, δεν έχουμε στομάχι!
Με μια ικανοποίηση ξυπνήσαμε καταναλωτική.
Είμαστε χρόνου καταναλωτές, οι άνθρωποι
Παρόλα αυτά δεν είμαστε άραγε νηστικοί;

*Μετάφραση: Ξένια Καλαϊτζίδου.

**Ο Σακαουάτ Τίπου (Shakhawat Tipu) γεννήθηκε το 1971 και ζει στη Ντάκα. Είναι ένας διακεκριμένος ποιητής, δοκιμιογράφος και συντάκτης από το Μπαγκλαντές. Μια εξέχουσα προσωπικότητα του νέου ποιητικού ρεύματος της Βεγγάλης, ο Τίπου καθιερώθηκε από νωρίς ως κορυφαίος ποιητής της γενιάς του. Τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, ισπανικά, ιταλικά, σερβικά, σλοβενικά και αγγλικά. Έχουν κυκλοφορήσει οκτώ συλλογές ποιημάτων του, καθώς και ένα βιβλίο του για μια διάσημη εικαστικό της Βεγγάλης Νοβέρα Αχμέτ (Novera Ahmed) και τα έργα της. Ο Τίπου υπήρξε επιμελητής του περιοδικού γλωσσολογίας και φιλοσοφίας Jatiya Shahittya (2008), αλλά και της ανθολογίας Charalnama (2011) που αποτελεί μια συλλογή συνεντεύξεων των ανθρώπων του δρόμου σε τοπικό ιδίωμα. Τα ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλά περιοδικά και ανθολογίες σε όλο τον κόσμο. Είναι επίσης αρχισυντάκτης του λογοτεχνικού περιοδικού ποικίλης ύλης της Βεγγάλης Tarka Bangla [tarkabangla.com].

Nadia Anjuman, Ρίζωσα εδώ…

Ρίζωσα εδώ- σε σιδερένια χώρα με μολύβδινα μπλε σύννεφα
σε σιδερένιο ουρανό που ουρλιάζει.

Είμαι εγκλωβισμένη σ’ αυτή τη γωνιά
όλο μελαγχολία και θλίψη.
Κλειστά τα φτερά μου και δεν μπορώ να πετάξω.
Είμαι Αφγανή, να θρηνώ πρέπει.

Μια μέρα τα χέρια μου θα γίνουν αργαλειοί
και στης ζωής το απογυμνωμένο σώμα
θα υφάνουν φορεσιά με στάρια και άνθη.

*Η Nadia Anjuman [Νάντια Άντζουμαν] γεννήθηκε το 1980 και δολοφονήθηκε από τον άνδρα της στις 4 Νοεμβρίου 2005.

Για την ποίηση και την πραγμάτωσή της

Η ποίηση μπορεί να πραγματωθεί σαν αυθεντική χειρονομία μέσα στην καθημερινή ζωή και να χλευάσει τις κανονικότητες δημιουργώντας μια παράδοξη προοπτική… Και τότε οι κοινότοπες πράξεις μπαίνουν κάτω από μια σοβαρή αμφισβήτηση.
Όσοι συγχέουν την ποίηση μ’ ένα λογοτεχνικό είδος και μόνο είναι εν μέρει δικαιολογημένοι. Θα λέγαμε όμως, πως μοιάζει σα να μπορεί να δει κάποιος στην ενασχόληση με το πολιτικό μόνο τη καθεστωτική πλευρά του, δηλ. άσκηση εξουσίας ή/και επιδίωξή αγνοώντας ή μπερδεύοντας την πολιτική συνείδηση και αντίσταση. Δεν είναι περίεργο όταν ακόμα και την ασυμβατότητα της ποίησης με τη λογική και το συντακτικό της γραμματικής προσπαθούν να κρατήσουν, διαφημίζοντας ή διδάσκοντας, στα επίπεδα μιας τακτοποιημένης γλώσσας καλλωπισμού. Δεν είναι περίεργο όταν αναλογιζόμαστε τους διαχωρισμούς που έχει καταφέρει το εμπόριο κουλτούρας. Υπάρχουν, παρ’ όλα αυτά, εδώ όπως και σε κάθε τέχνη κάποια θραύσματα αυθεντικής έκφρασης, ανεξάρτητα σε ποιο μορφικό ρεύμα ή πρωτοπορία ανήκουν (το ενδιαφέρον των πρωτοποριών συνίσταται στο τρόπο που έσπαγαν τους κανόνες). Η ποίηση ως μανιέρα, τεχνοτροπία, προϊόν, αξία, μέσα στα πλαίσια του “είδους” της είναι πια μια ασήμαντη νεκρή καρικατούρα που δεν κάνει πια ούτε για το τσάι. Ας διαχωρίσουμε μια και καλή την τέχνη ποίηση από μια αντιθετική ποίηση για να διεκδικήσουμε αυτό που δεν κατάφερε ο καλλιτεχνικός ορισμός να περιορίσει: αυτή την παράδοξη πολυσχιδή ρευστότητα που σημαίνει η ποίηση. Ψάχνουμε εκεί όπου δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει καμία διασταύρωση με ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι βρίσκεται κοντά σε όλες τις γνωστές εκφορές της. Ας μιλήσουμε για τη πραγμάτωσή της και τη ριζοσπαστική χρήση της.
Αυτή η ποίηση δεν ορίζεται τόσο όσο μπορεί να ορίσει και το ότι εκφράζεται κύρια ως γλώσσα δε σημαίνει ότι είναι μόνο λέξεις. Η ποίηση που μπορεί να διατυπωθεί και με λέξεις δεν είναι απλά μια σκέψη- είναι ένας αισθαντικός πρωταρχικός προσωπικός ειρμός που απελευθερώνει. Η ποίηση που βιώνεται δεν είναι απλά μια πράξη που συνοδεύεται από ένα απλό συναίσθημα- είναι μια αυθεντική πράξη όπου είτε το συναίσθημα είτε η συνείδηση ξεπερνούν τη μέχρι τότε συνηθισμένη κατάσταση/θέση τους.
Η ποίηση αποκαλύπτει την ένταση μιας αυθεντικής και όχι τεχνητής υποκειμενικότητας (στο βαθμό βέβαια, που έχει εσωτερικευτεί ως καλλιτεχνική αξία μπορεί να λειτουργεί τεχνητά). Ο δρόμος που ανοίγεται δεν είναι μακριά από μια πολιτική συνείδηση υποκειμενικότητα που αναδύεται μέσα από την ποίηση δημιουργεί μια σημαντική αρχή και αφετηρία: είναι εκεί όπου ο κόσμος γίνεται προσωπική υπόθεση (αναγκαία αφετηρία για να γίνει και συλλογική).
Η ποίηση μπορεί να λειτουργεί προσωπικά. Σε αντίθεση με την εκχυδαϊσμένη τέχνη που πουλά κάθε προσωπική λεπτομέρεια για να προλάβει και να αποτρέψει τον καθένα από το να στρέψει τη προσοχή στην ίδια τη ζωή του, που μετατρέπει κάθε ασημαντότητα σε σημαντικό, που κοπιάρει τη φαινομενικότητα της καθημερινής ζωής για να την ενισχύσει ως φύση και μαζί την απομόνωσή της, η προσωπική ποίηση ενισχύει το προσωπικό βλέμμα, καλλιεργεί τις ιδιαιτερότητες, βοηθά στη προσπάθεια αυτομόρφωσης. Επιπλέον μοιραζόμενη επιλεκτικά ανάλογα με τις δημιουργημένες διαπροσωπικές σχέσεις διευρύνει την επικοινωνία – ναι, τα άτομα μπορούν να επικοινωνήσουν και έτσι.
Ο ορθολογισμός; Ναι, η ποίηση έχει κάποια προβλήματα μ’ αυτόν. Δεν είναι ότι δεν μπορεί να εξηγηθεί ένα ποίημα πάνω-κάτω λογικά, πόσο μάλλον οι προεκτάσεις του (υπενθυμίζουμε άλλωστε ότι η ποίηση περισσότερο ορίζει παρά ορίζεται). Είναι κύρια ότι περιφρονεί τα στερεότυπά του, τις φόρμες του, την αναγκαιότητά του. Η ποίηση δημιουργεί τη δίκιά της λογική (φτιάχνοντας καινούργιους προσωπικούς πολλές φορές κώδικες). Ως αυθόρμητη έκφραση διείσδυσης ακόμα και σ’ αυτό που ονομάζουν οι ρυθμιστές του υποσυνείδητο, καθιστά με φυσικότητα τον ορθολογισμό λειψό. Αν εξαιρέσουμε τις γελοίες μεταφυσικές αλλά και κούφιες ασκήσεις διανουμενισμού που συναντάμε στη τέχνη-ποίηση, δε μιλάμε για μια ακίνδυνη και άτοπη ανοησία: υπάρχει στην ποίηση και η γνώση, και η συνείδηση, και το συναίσθημα, και η λογική αλλά όχι όπως διδάσκει η καθεστηκυία τάξη και όχι όπως τη βολεύει.
Η ποίηση δεν ψάχνει για μεταφορές αυτές τις ψάχνουν με άγχος οι καλλιτέχνες. Η ποίηση είναι πολύ περισσότερο κυριολεκτική απ’ ό,τι μας έχουν κάνει να πιστέψουμε πως είναι -ακόμα και σ’ αυτό το σημείο αυτό που φθείρει την αυθεντική ποίηση είναι ο διανοουμενισμός της επίδειξης και των κενών κινήτρων. Η κυριολεξία της ποίησης αποκαλύπτει πως καθετί μπορεί να μιλάει και να σημαίνει, πως καθετί μπορεί να δείχνει τον κόσμο και να καταδεικνύει πως όλα είναι πραγματικά -και όχι μεταφυσικά- αλληλένδετα: το βλέμμα, η ανάμνηση, το αντικείμενο, το γεγονός, ο ερωτισμός, η ιδέα, ο ψυχισμός, η ονειροπόληση, η λεπτομέρεια … Αυτή η αισθαντική έκρηξη των νοημάτων -τίποτα μα τίποτα όπως πριν.
Ζούμε αντιφατικά και ζούμε διαρκώς ανάμεσα σε μεγάλες αντιθέσεις. Η ποίηση εντοπίζει την έκτασή τους με τη μεγαλύτερη ένταση. Απελπισία και προσδοκία, παρουσία και απουσία, προσωπική και κοινωνική ζωή, θλίψη και ευτυχία, μερικό και όλο, ομορφιά και ασχήμια, απελευθέρωση και εγκλωβισμός, ονοματισμένο και άφατο, φαινομενικό και ουσιώδες, αποσπασματικό και συνεχές. Αντιφάσεις και αντιθέσεις που ζητούν επίμονα τη λύση τους: οι δρόμοι για την καθεμία είναι διαφορετικοί, η αμεσότητα όμως με την οποία εντοπίζονται είναι μοναδική όπως μοναδική μπορεί να είναι η ποιητική πράξη που θα ζητήσει το ξεπέρασμά τους.
Η ποίηση είναι συχνά ένας τόπος αδυναμίας. Δημιουργείται μυστικά στη σκιά της δύναμης αυτού που υπάρχει. Μαθαίνει επίσης από τις αδυναμίες και αυτό είναι σημαντικό. Αν και χαρακτηριστικό της είναι το ”ξεπέρασμα είναι εύκολο κάποια στιγμή να παγιωθεί και να ανακυκλώνει (είτε με μια αισιόδοξη είτε με μια απαισιόδοξη οπτική) δημιουργώντας μια εσωστρέφεια αδράνειας. Καμιά επιμέρους έκφραση, καμιά επιμέρους – μορφή δεν πρέπει να αφήσουμε να γίνεται το βάλσαμο για μια αβίωτη ζωή.
Στη γλώσσα ως σύστημα, η ποίηση καταφέρνει χτυπήματα του απρόβλεπτου. Τα χτυπήματα αυτά χαλάνε τη συστηματοποίηση της γλώσσας, εκείνης που καταλήγει στα 01 των εντολών τους. Η δημιουργικότητα αυτή, από τη μία δείχνει πως μπορεί να αποσυντονίζει αυτό το βασικό όργανο κυριαρχίας, από την άλλη δίνει μέσω του λόγου μια ανανέωση της επικοινωνίας και καθιστά τη γλώσσα ζωντανή. Μια πολιτική πρακτική θα φρόντιζε να διαδοθεί αυτή η νέα συνεννόηση. Παρ’ όλα αυτά αν δεν υπάρχει η δυναμική της πράξης (της) (αλλά και η κριτική πάνω στην αποστασιοποίηση που μπορεί να υπάρχει στις όψεις και τις λειτουργίες του λόγου), η παγίωση μιας λεκτικής ποίησης μπορεί να σημαίνει μέσα από τη συνεχή ανασημασιοδότηση έναν ευρύτερο εγκλωβισμό που θα ανάγει το λόγο σ’ ένα αυτοαναφορικό παν.
Απ’ αυτόν που ισχυρίζεται πως θέλει ν’ αλλάξει τον κόσμο, θα μπορούσαμε αν χρειάζονταν αποδείξεις μαζί με μια πολιτική αναλυτική τοποθέτηση να του ζητηθεί η διήγηση μιας ποιητικής πράξης. Η ίδια η θέληση της ανατροπής είναι ποιητική, δεν είναι ούτε λογική, ούτε παράλογη. Βρίσκεται στο μεταίχμιο της λογικής που ορίζει την υποταγμένη κανονικοποιημένη ζωή και η θέληση αυτή είναι κάτι παραπάνω από μια λογική αναγκαιότητα. Αν δεν συνοδεύεται από αυτό το κάτι παραπάνω είναι πολύ εύκολο να καταντά μια γραφειοκρατική αντίληψη διαχείρισης. Από τη άλλη φυσικά, η ποιητική οπτική χρειάζεται τη πολιτική συνειδητοποίηση για να φτιαχτούν οι διέξοδοι, για να γίνει το πέρασμα από την εσωστρέφεια για να αποφευχθεί ο σολιψισμός, ο ψυχολογισμός, αλλά και για να φτιάξει το πλαίσιο που θα λύσει τη παρεξήγηση της αφαίρεσης και της αμφισημίας.
Η ποιητική γλώσσα δε χαρίζεται εύκολα. Δεν είναι η γλώσσα που θα πασχίσει να γίνει κατανοητή απ’ όλους.
Πόσο μάλλον από τους εχθρούς, τους αδιάφορους, τους ανυποψίαστους. Με λιγοστά λόγια καταφέρνει πολλά. Η ποίηση καταφέρνει την αμεσότητα με τρόπο που στέλνει στην άκρη τη φτηνή απλοϊκότητα, εκείνη που γίνεται το άλλοθι κάθε βαριεστημένου, που υποβιβάζει κάθε ριζικό νόημα. Πολιτική ανάλυση και ποίηση όπως επίσης και η ανάμιξή τους (και όμως η εμπειρία των κινημάτων έχει να παρουσιάσει τέτοιες ρήξεις, όπου μια μικρή πλευρά τους μπορεί να εντοπιστεί ακόμα και από τον ανυποψίαστο στα συνθήματα που μιλάνε ακόμα-όχι μόνο τα “επετειακά” του Μάη). Το αποτέλεσμα αυτής της ανάμιξης θα είναι και το ξεπέρασμα της μονόπλευρης (δηλ. του συγγραφέα) μεταφυσικής “έμπνευσης”. Κείμενα εμπνευσμένα που εμπνέουν όχι ως “επικοινωνιακή τακτική” αλλά ως μια πραγματική αμοιβαιότητα πάνω σε μια επιθυμητική διεκδίκηση που δεν μπορεί παρά να αναταράζει.
Πώς θα μπορούσε να περιγραφτεί η επιθυμία, η ασφυξία, η ουτοπία; Μέσα στην πολιτική συνείδηση η ποίηση δίνει ένα ποιοτικό μέτρο. Τίποτα δε μπορεί και δεν πρέπει να περιγράφεται αποστασιοποιημένα. Μια πολύπλευρη έκφραση που συμπεριλαμβάνει και την ποίηση αποδεικνύει ο προβληματισμός είναι πράγματι εσωτερικευμένος-αληθινός. Όλα πρέπει να ξεκινάνε από το βίωμα και τις επιθυμίες και να καταλήγουν στη διεκδίκηση ενός επιθυμητού βιώματος. Όπως η ποίηση επηρεάζει τη συνείδηση έτσι και συνειδητά μπορεί και να επιδιώκεται. Η ποίηση μπορεί να βρεθεί ανυποψίαστα σε μια κουβέντα , σε μια παρατήρηση, σε μια φράση, αλλά μόνο όσο η ρουτίνα κοντράρεται συνειδητά τόσο περισσότερο δημιουργούνται οι ευκαιρίες για τη συνέχειά της. Το πέρασμα από το προσωπικό στο συλλογικό της πραγματωμένης ποίησης θα είναι καταστάσεις πρωτόγνωρες που θα ξεθάβουν δυνατότητες.
Πώς αυτή η ποίηση μπορεί να γίνει συλλογική; Ίσως το πιο δύσκολο αφού μπορεί πολύ εύκολα να ποδοπατηθεί, όταν γνωρίζουμε πόσο συχνά ποδοπατούνται τόσες και τόσες πολιτικές επιλογές αντίστασης μέσα στη ψευτιά αυτού του κόσμου. Οι δρόμοι περιμένουν, και πραγματικά σήμερα αν αναλογιστούμε τον αγκυλωμένο αντί-λόγο, μια απλή μετατόπιση νοημάτων θα αρκούσε για να χαρακτηριστεί ποιητική. Αν όμως πρέπει να μας απασχολεί κάτι περισσότερο και από την ανικανότητα μιας αντιεξουσιαστικής αντίληψης και τη σκλήρυνση της κοινή λογικής αυτό είναι η αρπαχτική διάθεση των επαγγελματιών της αφομοίωσης. Αυτών που κατέχοντας την τεχνική της αφομοίωσης έχουν έλλειψη από τα κινήματα που θα τους τροφοδοτήσουν. Έτσι η αρπαχτική τους διάθεση περιμένει την παραμικρή ευκαιρία για να φτιάξουν τουλάχιστον τα διαφημιστικά τους σλόγκαν. …Αναλογιζόμαστε, το ζητούμενο όμως παραμένει. Η πραγματωμένη ποίηση αξεχώριστη μέσα στην αντιεξουσιαστική οπτική συμμετέχει στα προτάγματά της και επιμένει να δείχνει: τα πάντα ξεκινάνε από το άτομο, το μερικό ζητά απεγνωσμένα την ολότητα.
Η ποίηση μπορεί να αναζητηθεί συνειδητά μέσα στη ριζοσπαστική πολιτική σκέψη και δράση για να διεκδικήσει τη συνεχή ανανέωση… Και τότε επιβεβαιώνει με τη σειρά της πως οποιαδήποτε διεκδίκηση πέρα από την ολότητα είναι μιζέρια.

*Δημοσιεύτηκε στο αυτόνομο περιοδικό Urban Growth Disease, τεύχος 7, Αθήνα, Ιούνης 2000.

Joyce Mansour, Από τα “Ερωτικά”

Ζούμε κολλημένοι στο ταβάνι
Πνιγμένοι απ’ τις μπαγιάτικες αναθυμιάσεις της καθημερινής ζωής
Ζούμε καρφωμένοι στα χαμηλώτερα βάθη της νυχτός
Τα δέρματά μας ξεραμένα από την κάπνα των παθών
Γυρνάμε γύρω απ’ το νηφάλιο πόλο της αϋπνίας
Δίδυμοι στην αγωνία χωρισμένοι από την έκταση
Ζώντας τον θάνατό μας στο λαιμό του τάφου.


Είμαι η νύχτα
Αυτή η νύχτα η παγωμένη από την κρύα ηλιθιότητα της σελήνης
Είμαι το χρήμα
Το χρήμα που γεννάει το χρήμα χωρίς να ξέρει γιατί
Είμαι ο άνθρωπος
Ο άνθρωπος που πιέζει τη σκανδάλη και σκοτώνει τη συγκίνηση
Για να ζήσει καλύτερα.

*Μετάφραση: Έκτωρ Κακναβάτος.

Θάνος Ανεστόπουλος (3 Φεβρουαρίου 1967-3 Σεπτεμβρίου 2016), Αρχίζω με το σ’ αγαπώ

Αρχίζω με το ”σ’αγαπώ” και με αυτό σκοπεύω να τελειώσω.
Που λες περάσαμε πολλά.
Πολλές φορές αυτή η φλόγα της καρδιάς
λύγισε απ’την ορμή των γεγονότων
που έφερναν οι άγνωστοι καινούργιοι καιροί με τα άγνωστα
καινούργια αντικείμενα, συνθήματα, αισθήματα, πρόσωπα.
Που λες γυρίζω πια από σπίτι σε σπίτι
λίγο καπνό απ’τα περασμένα να πάρω
να φυλάξω μα όλος έχει κουρνιάσει μόνιμα
και νοτίζει το μοναχικό μου πια μαξιλάρι.
Το σκληρό έτσι όπως έχει γίνει
αφού δεν αγγίζει πια στο δικό σου.
Αγρυπνώ ζαλισμένος απ’τις ενθυμήσεις.
Είμαι μια σιωπηλή θάλασσα στο στενό δωμάτιο
που είναι ο κόσμος μου τώρα.
Χτες το σώμα μου ένιωσα λες και ήτανε ακτή που πάνω της
ξεβράζονταν αρμυροφαγωμένοι ναυαγοί
που ναυαγούσαν για τις αμαρτίες μου.
Δεν προσμένω πια.
Τίποτε.
Ούτε καν μια χρήσιμη βασανιστική τιμωρία.
Την αγάπη την έλεγα θάνατο.
Και τώρα φοβάμαι μην κουραστώ να σ’αγαπώ στις αποστάσεις.
Αυτές που ορίζαν πάντα οι λησμονημένες μέρες του έρωτα μας.
Τότε που έρωτας φωνάζαμε, κι ήταν.
Τότε που την αγάπη ονομάζαμε.
Και τώρα που αφανίζει και κατατρώει που ροκανίζει αργά η
απόσταση τον κρίκο με τα διπλά παπλώματα και με τα δύο
μαξιλάρια -την ένωση.
Και τώρα που λησμονούνται τα ενωμένα κορμιά τα φλογισμένα
μονοπάτια και οι ατέλειωτες βόλτες των σφιχτοδεμένων χεριών
μας -τώρα που η ελευθερία έχει βαφτεί με ένα αδιευκρίνιστο
ορφανό χρώμα
-Αγάπη μου- στο γράφω πάλι-
τα δικά μας λόγια είναι και έτσι ήταν
-πάντα κρυφά-
και μας κοβόταν η ανάσα όταν τα ακούγαμε στα φανερά
και έτρεχε αίμα στο κάθε πρωινό ξύπνημα απ’την καρδιά
γιατί το πικρό μας στόμα έσταζε μια αράδα σκοτεινή
που έκρυβε πάντα μέσα της το σ’αγαπώ.
…σ’αγαπώ…
κι όταν χτυπάει μεσάνυχτα
κι όταν ακούγεται ο τελευταίος ασπασμός μιας πόρτας πίσω μας
κι όταν πρέπει να υπομείνουμε πολύ
κι όταν χρειάζεται τα δικά μας παράθυρα να ανοίγουμε
κι όταν καθόλου δεν ξεκουράζεται αυτό το ”σ’αγαπώ”
ολοένα,
διαρκώς,
ανάμεσα στους δαίμονες και στα θαύματα
συνέχεια…
…Σ’ ΑΓΑΠΩ

*”Αρχίζω με το σ’ αγαπώ”, εκδόσεις Bibliotheque, 2015.

Βίκυ Λιούκα, Αδέσμευτες μέρες, ανυποψίαστες νύχτες

Φώτο: Katia Chauseva

Αδέσμευτες μέρες, ανυποψίαστες νύχτες

Μέρα άηχη
σε τόνο λα ματζόρε
Ψίχουλα οργής

Με πολλά ερωτηματικά κι με ένα θαυμαστικό στα μάτια φεύγουμε από τη ζωή

Ήχος κύματος
στη σιωπή του κόσμου
Δαμάζεις φωνές

Στερητικό σύνδρομο
επ’ αόριστον
Τεχνητές αναπνοές

Κομμένα γέλια
Πλανόδιοι κομήτες
κρεμάστρες πουλούν

Κλειστοφοβικός ο αέρας τρέχει πιο γρήγορα από τα νέα του πληρώματος

Ωτασπίδες σε
χρόνους κλεμμένους. Ζωή
σε αποκλεισμό

Απομονώνοντας έναν ήχο απομονώνεις την έννοιά του
Η νύχτα κυκλοφορεί ελεύθερη εντός της οικιστικής ζώνης του φευγάτου
Σε ένα κουτί μαζεύεις βόλους: μια μέρα θα τους ρίξεις στο πάτωμα
περιμένοντας την πλήξη να γλιστρήσει (διασκεδαστική εικόνα δε βρίσκεις;)
Η πλήξη θα τη γλιτώσει με ένα διάστρεμμα στη γλώσσα και μια ελαφρά διάσειση
Είδαν να κυκλοφορεί μια αδέσποτη μέρα στο χρώμα της ύλης
Μιλάνε για κείνα που τους λείπουν (ή νομίζουν πως τους λείπουν)
Φίλοι και γνωστοί καπνίζουν αρειμανίως καθώς αφηγούνται λεπτομέρειες από τη ζωή τους και τα δύσκολα χρόνια της άπιαστης ουτοπίας. Ξεφυλλίζουν λαίμαργα το άλμπουμ με τα τεμαχισμένα απομεινάρια: οι εικόνες υπενθυμίζουν πως η επιθυμία για ελευθερία υπερασπίζεται από την ανάγκη του ανθρώπου να απεγκλωβιστεί από το παρελθόν του
Έψαξες στη σκόνη να δεις μήπως κρύφτηκε εκεί η αναξιόπιστη ακρίδα;
Δεν πρόλαβες το πρόγευμα με τους δικαστές της ειρήνης: λένε πως θα την καταδικάσουν σε ισόβια κάθειρξη
Μηρυκασμένα λόγια σταματούν τους περαστικούς αναζητώντας λίγη από την προσοχή τους
Στα φανάρια προλαβαίνεις να δεις όλη σου τη ζωή μπροστά στα πόδια σου
Οι φήμες οργιάζουν πάνω σε μαξιλάρια από ταμπού
Η συμφωνική ορχήστρα υπόστεγων τώρα και στην πόλη σας για εφτά μόνο εμφανίσεις: προπώληση εισιτηρίων στις υπαίθριες αγορές
Οι αόρατες γάζες ξετυλίγουν το μυστήριο της ζωής (που για χρόνια κοιμόταν μαζί με τις μούμιες της φιλοφρόνησης)
Εκ των υστέρων τα αποτελέσματα δε φέρουν κανένα αποτέλεσμα
Από ποια μακρινή χώρα μάς έρχεστε;
Παρακαλώ κατονομάστε πέντε αγαπημένες συνήθειες σας (θα εκπλαγείτε μόλις συνειδητοποιήσετε πως οι συνήθειες δεν έχουν ούτε ένα κοινό σημείο αναφοράς με τις προτιμήσεις σας)


Συμπτώματα ακουστικής εκλαμψίας
Φως-φανάρι
Σκοτάδι-πατάρι

Εκπομπή λόγου
Οι αμφιταλαντεύσεις
των ψιμυθίων

Σε πνίγουν οι έννοιες των λέξεων κι όχι οι ίδιες οι λέξεις
Λέξεις υποστηρικτικές (αναλλοίωτες στις ορέξεις των στομάτων / στομάχων)
Τα όνειρα κρυφογελούν πριν βγουν στη φόρα
Αναρίθμητες στοές
Χειροποίητες εικόνες επιμελώς ζωγραφισμένες στο πόδι

Αγκομαχούνε
σα μηχανές. Τρέχουν να
σπάσουν το ρεκόρ

Μονοπωλούν το αίμα
Πίσω από γελαστά πρόσωπα παραφυλάνε ατημέλητες συμφορές
Έμαθες το μάθημά σου για σήμερα;
Αδιαφορία: φορεία με σώματα εκκεντρικά ντυμένα και νυσταγμένες μορφές
Μεθυσμένες ανατροπές της ύλης

Μπρελόκ συνειδήσεων
Ένας παλιάτσος
χαμογελά στην τύχη

Στυγερό έγκλημα με
ανοιξιάτικο
προφίλ. Οι δρόμοι θυμούνται

Βλέπεις πολλά. Ακούς πολλά. Μιλάς λίγο. Σκέφτεσαι ακόμα λιγότερο
Προφυλάξεις, επιφυλάξεις, διαφυλάξεις

Εφημερεύον
βιβλιοπωλείο για
τελειομανείς

Καταντήσανε τις ιδέες σαν τσίχλες (από το πολύ μάσημα): αφαιρέθηκαν με το μάσημα και τώρα παριστάνουν τους προκλητικά αδιάφορους
Μην ξεχάσεις την ταμπέλα σου (πώς θα σε αναγνωρίσουν;)
Ζωές σαν κυλιόμενες σκάλες εκτός λειτουργίας λόγω διακοπής ρεύματος
Στο πρόσωπό τους βλέπουν το μέλλον (έσπασαν τη μαγική σφαίρα για να μην τους δείχνει όσα ήδη γνώριζαν)
Στο πλυσταριό ξέμεινε μια σκάφη, ένα σκουριασμένο πλυντήριο, κι ένας ανεμοστρόβιλος
Μεταφορείς ενοχών
Μεροληπτικοί προβολείς
Επεισοδιακή διαχείριση
Σκόνταψε το μυαλό σου στην ανοησία: βάλτου λίγο πάγο και τρίψε το σημείο για να μην πρηστεί
Υποτροπιάζουσες μορφές αναφυλαξίας
Γκριμάτσες από σίδερο
Δουλεύουν για να δικαιολογούν την απουσία τους (ή την παρουσία τους;)
Γέμισες τη νύχτα στάχτες από φλεγόμενα θέλω
Επιτηδευμένο ύφος, σοβαροφανές ύφος, γλαρό ύφος, ύφος μπανάλ, ύφος κυριλέ, ύφος επαναστατικό, ύφος σφραγισμένο, ύφος διάχυτο, ύφος φορεμένο στο δεξί σαν κόσμημα, ύφος καρδιοκατακτητή, ύφος κορεσμένο, δακρύβρεχτο ύφος, ύφος αλκοολούχου ποτού
Μυρωδιά σανταλόξυλου και φαγωμένου ύπνου
Είδατε τις γάτες μας; μα είναι τόσο ξεχωριστές και οι τρόποι τους εκλεπτυσμένοι
Θέλετε να επισκεφθείτε τη φύση; Ποια από όλες; Τη δική σας ή αυτή που τραυματίσατε;
Να σας δώσω αφιλοκερδώς μερικές ακόμη συμβουλές πριν επιστρέψω στη φωλιά μου
Τι έγινε; Πρόλαβες το πρήξιμο με τον πάγο;
Δείξε κι εσύ πως είσαι ευαίσθητος (οι αριθμοί μετράνε)
Αδέσμευτες μέρες
Ανυποψίαστες νύχτες
Σε μια δόση τρέλας παραμελήσατε τους ευγενικούς σκοπούς σας και μεταμορφωθήκατε σε αρμαντίλλο
Εκθέτουμε το άγνωστο ‘’είναι’’ μέσα από ποικίλες δραστηριότητες: μια από αυτές είναι και η εκμάθηση μιας γλώσσας άγνωστης στο ευρύ κοινό. Προσπαθούμε να εντυπωσιάσουμε κουνώντας το κεφάλι σαν να βλέπουμε κάτι ωραίο και ταυτόχρονα λίγο
Σας κατσάδιασαν επειδή δε φροντίσατε να ομορφύνετε τη μέρα σας: έπρεπε να αγοράσετε μια – νεκρή – ανθοδέσμη
Η κίνηση μετράει: γρήγορα να καταμετρήσουμε τις κινήσεις μας
Κυβιστήσεις μες στο νερό
Οι ιδέες δεν είναι αντιβίωση με σταθερό ωράριο λήψης
Ο χρόνος κυλά – σα θύσανος – σε αθέατους κόσμους

Από πού βγαίνει το συμπέρασμα πως οι νυχτερίδες κρεμιούνται ανάποδα; Ποιος μπορεί να ορίσει το ‘’ανάποδα’’;

Φοβούμενοι το σκοτάδι επέλεξαν την τύφλωση της μέρας

*Η Βίκυ Λιούκα διαχειρίζεται το ιστολόγιο http://vickyliouka.blogspot.com

Δημήτρης Τρωαδίτης, Δύο ποιήματα

Κλονίζεσαι ακόμα με το παρελθόν

κλονίζεσαι ακόμα με το παρελθόν
των ατέρμονων επιστροφών
των μόνιμων στροβιλισμών

τα κύματα τσακίζονται
σε κάτι πανάρχαια καρνάγια
καράβια παρατημένα

πρότερες επάλξεις αγωνίας
σαν ένα κομμένο φύλλο
πεταμένο στο πεζοδρόμιο

*

Δονήσεις

Δονήσεις
επαμφοτερίζουσες
τα νερά ξεχύνονται
παρασέρνουν
τις γενετήσιες ορμές

Η γήινη λάμψη
τρεμοσβύνει
το σύμπαν χλωμιάζει
κι εγώ προσκυνώ
τις θεότητες
του τίποτα

Ε. Μύρων, Με την αναρχική ακρίβεια ενός μη ανακυκλώσιμου οργασμού

Γίνεται. Με την αναρχική ακρίβεια ενός μη ανακυκλώσιμου οργασμού, απ’ αυτούς που μόνο τυφλωμένος ο χρόνος μπορεί να μετρήσει. Απ’ τα ρολόγια, εξάλλου, επέζησαν μόνο όσα εκτιμούσαν το μετάξι. Τα υπόλοιπα έφτασαν μέχρι λοχίες – είναι κι αυτή μια στάσις, νοιώθεται, όμως, απάνω σε λέξεις μαλακές δεν θα βρεις ούτε σταγόνα θείου.

Δημήτρης Ζουγκός, Άραγε

Άραγε
όταν περάσω στην μεταφυσική
θα έχω όνομα
ή θα γίνω η ενέργεια που δεν συγχωρεί;

Θα είμαι κρυμμένος στον αέρα όταν ανοίγεις το παράθυρο
ή θα με κλειδώσει ο θεός στην αιώνια φυλακή μου;

Τόσα μυστικά να ανακαλύψω
και απαντήσεις

αλλά φοβάμαι
όπως παιδί την πρώτη μέρα στο σχολείο