Ένα έτσι, Υπάρχουν λέξεις

Υπάρχουν λέξεις που επιβεβαιώνουν το χρόνο
κι άλλες που τον συνθλίβουν σαν παιδικό δάκρυ μέσα στην έρημο.
*
Υπάρχουν λέξεις που ευλογούν τον αέρα
κι άλλες που βυθίζουν το μαχαίρι στο σκοτάδι μέχρι αυτό να βρει κόκκαλο.
*
Υπάρχουν λέξεις που θα ήταν προτιμότερο να μην ήταν λέξεις
αλλά αυτό που νιώθει ο ποιητής όταν ονειρεύεται την σιωπή.
*
Υπάρχουν λέξεις που χρησιμοποιούμε για να ζήσουμε
κι άλλες που μας οδηγούν εγκάρδια προς την έξοδο.
*
Υπάρχουν λέξεις που προφέρονται με τα χέρια γεμάτα
κι άλλες με τον μπλαβί τόνο μιας συνεχούς εγκατάλειψης

*Από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2021/11/19/5834/

Δήμητρα Καλλιγέρη, Να κάτι που μπορείς να πλάσεις

Δεν είναι τα κτίρια
Δεν είναι οι μυρωδιές
Δεν είναι ο ουρανός
Ούτε καν οι άνθρωποι
Είναι η μυστική ιστορία
Ο θαμμένος καημός
Είναι κάτι μεγαλύτερο από αυτό που βλέπεις
Είναι ο χορός των προγόνων
Και των πληγωμένων
Και των μαχητών
Της ζωής
Και η αγνή λαχτάρα
Η φλογερή
Η κατακόκκινη
Που ποτίζει την πόλη
Και την πλημμυρίζει
Αλλά και την ξηραίνει
Η διακεκομμένη αναπνοή
Η παύση
Οι αντανακλάσεις των ηχητικών κυμάτων
Και του πόνου
Και της ελπίδας
Δύο έφηβες σε ένα στενό κλαίνε για ένα αγόρι
Ένα νεαρό ζευγάρι μαθαίνει να αγαπιέται
Μια γάτα λιάζεται μέσα σε μια γλάστρα
Ένας ηλεκτρικός είναι σταματημένος
Πλανόδιοι μικροπωλητές έχουν απλωμένα βιβλία και κοσμήματα
Η Αθήνα έχει σχήμα
Επεκτείνεται στους αιώνες και ο αέρας ψιθυρίζει αστεία
Και εσύ γελάς
Μέσα στα αίματα
Γελάς για να μην θυμηθείς ότι μετά από μια τέτοια μέρα,
κάποια υγρασία ξανά θα σου ροκανίσει τα κόκκαλα
Κάποτε ήταν η συμφωνία της Βάρκιζας θέμα για συζήτηση
Τώρα είναι ένας ιός
Όρεξη να έχουμε για κουβέντα
Πατάς στο πλακόστρωτο και εκείνο τρίζει
Φυτρώνει λουλούδια για να σε κάνει να καταλάβεις πως
Είσαι μικρός μικρός μικρός
Μα αν ανοίξεις τα απαλά σου βλέφαρα,
δεν θα χυθεί ξανά άλλο αίμα
Είναι όμορφη η πόλη σου
Πληθωρική γυναίκα
Τα θέλει όλα ή τίποτα
Ένας γεράκος παίζει μουσική
Δεν θέλει ελεημοσύνη βρε κουτέ
Κάνε μια στροφή
Τότε θα έχεις πιάσει το νόημα
Μια στροφή και δεν θα είσαι πια τόσο μικρός μικρός μικρός
Μην ανάψεις το τσιγάρο στην πόλη σου
Είναι μπαμπέσα γυναίκα και όλο ζητάει
Πόσα βάσταξε να ‘ξερες
Για να μπορείς εσύ να πετάς τα κουτάκια της μπύρας σου στα ξυπόλητα πόδια της
Η Αθήνα έχει σχήμα, απλά όλο αλλάζει
Δεν πλάθεται σε βρώμικα χέρια
Είναι έξυπνη γυναίκα, διαβασμένη
Αλλά και εκείνη είναι μικρή μικρή μικρή
Κάποτε είχε αγαπήσει ένα αγόρι που δεν την αγάπησε
Άσε τα κοφτερά μαχαίρια σου και κάνε μια στροφή
Απάλυνε μαζί της
Κάθε τι πονετικό και ασήκωτο
Γεύσου τα ζουμιά της μήτρας της
Θαύμασε την
Μα μην την προσκυνήσεις
Πιπίλησε ένα ακόμα καλοκαίρι
Τα χρόνια σου είναι λίγα
Όμως εσύ είσαι πιο μεγάλος από δαύτα
Να κάτι που μπορείς να πλάσεις

George Oppen, Ποιήματα

1
There are things
We liv e among ’and to see them
Is to know ourselves’.

Occurrence, a part
Of an infinite series,

The sad marvels;
Of this was told A tale of our wickedness.
It is not our wickedness.

‘You remember that old town we went to, and we sat in the ruined window, and we tried to imagine that we belonged to those times It is dead and it is not dead, and you cannot imagine either its life or its death; the earth speaks and the salamander speaks, the Spring comes and only obscures it-’

1
Υπάρχουν αντικείμενα
που ζούμε ανάμεσά τους (και μόνο που τα βλέπουμε σημαίνει πως έχουμε συνείδηση του εαυτού μας». 1

Το γεγονός:
τμήμα μιας άπειρης σειράς,·

οι θλιβερές εκπλήξεις,

απ’ όπου προέκυψε
εκείνη η ιστορία για την κακία μας.
Όχι η κακία μας.
«Θυμάσαι την παλιά πόλη που επισκεφτήκαμε και καθίσαμε στο ρημαγμένο παράθυρο και προσπαθήσαμε να φανταστούμε πως ανήκουμε στην εποχή της — είναι νεκρή και δεν είναι νεκρή και δεν μπορείς να φανταστείς ούτε τη ζωή ούτε τον θάνατό της, η γη μιλάει, το ίδιο και η σαλαμάνδρα, η άνοιξη έρχεται κι απλά σκοτειν ιάζει… »2

II
So spoke of the existence of things,
An unmanageable pantheon

Absolute, but they say
Arid.

A city of the corporations

Glassed
In dreams

And images

And the pure joy
Of the mineral fact

Tho it is impenetrable

As the world, if it is matter,
Is impenetrable.

Κι έτσι έγινε λόγος για την ύπαρξη αντικειμένων,
ένα ανεξέλεγκτο πάνθεον

απόλυτο, όμως
άγονο το είπαν

μια πόλη επιχειρήσεων κλεισμένη

πίσω απ’ το κρύσταλλο των ονείρων

και των εικόνων-

της άδολης χαράς
μιας ανόργανης πραγματικότητας

αν και απροσπέλαστης

όπως ο κόσμος,
εφόσον πρόκειται για ύλη.

*Από τη συλλογή ΄Περί πληθείναι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 2019. Δίγλωσση έκδοση (αγγλικά – ελληνικά). Μετάφραση: Ιωνάθαν Μπεργκ.

Σημείωση 1: Σύμφωνα με τον George Oppen, οι στίχοι αυτοί είναι παράφραση σχετικού αποσπάσματος από το βιβλίο του Robert W. Brumbaugh, “Plato and the Modern World”.

Δήμητρα Κατιώνη, Ποιήματα

είμαι ο ψι κι όλα υπάρχουν
το ξέρω διότι είμαι όλα
οι άνθρωποι εγώ το εγώ
η πέτρα οι πέτρες
τα φαντάσματα το όνειρό μου
το μέλλον οι σάρκες
όλα είμαι
κι είναι όλα τώρα
κι εγώ είμαι
η ψυχή του ανθρώπου
είμαι η ανθρώπινη ψυχή
είμαι η ψυχή σας χωρίς το δέρμα σας
είμαι ο φόβος σας
για αυτό με κυνηγάτε
δεν έχω πραγματικότητα
η ασθένειά μου ονομάζεται
κυριολεξία
με ονομάζει όνειρό του με λέτε ύψιλον
όλοι μού παίρνετε τα παιδιά μου
όλοι είστε παιδιά μου
δεν έχω τίποτε
ό,τι με βλέπει είμαι εγώ
δεν έχω φύλο
η ασθένειά μου
ονομάζεται γυναίκα

μια σκιά στο μπόι του
και το άλογο συντροφιά
στην έρημό του δύση
αποδεικνύουν ότι
ο λούκυ λουκ
έχει σίγουρα
ξαπλώσει σε ντιβάνι

*Από τη συλλογή “Τρεις μέρες και ένα τρίτο”, Εκδόσεις Θράκα, Νοεμβριος 2016.

Αργυρώ Αξιώτη, Τρία ποιήματα

Σσσσς

Οι λέξεις γλυστράνε
στροβιλίζονται
φτιάχνουν χίμαιρες
άλλοτε πάλι
τρίγωνα σκαληνά
ύστερα χάνουν τις γωνίες τους
διαλύονται
μακρόσυρτο σύμφωνο κρατά τον ίσο

Σιωπή
δεν είναι να μην ακούς τίποτα
μα να στριμώχνονται οι σκέψεις
και να μη βγαίνει κιχ.

*

Έμμηνος ρήση

Είναι κι αυτή η υποτιθέμενη εξοικείωση με το αίμα.
Καταμήνια καταμέτρηση της απώλειας.

Σώμα υποδοχής του ξένου.
Γυναίκας σώμα.

*

Η νύφη

Γυμνόστηθη γελώντας
στάθηκε στο βατήρα
πιο έτοιμη από ποτέ
να βουτήξει επιτέλους
στην πήλινη γαβάθα
με το πηχτό ρυζόγαλο.

*Από τη συλλογή «Τρύπα στο πάτωμα», εκδόσεις των άλλων, Αθήνα, Ιούλιος 2021.

Βασίλης Κουντζάκης, Τέσσερα ποιήματα

Χάνομαι ένα Σάββατο
στο κέντρο της πόλης
την ώρα που αφηρημένα κατεβαίνουν
τα ρολά των μαγαζιών
κι επικρατεί μια περίεργη βοή
την ώρα που τα παπούτσια σου
με χάρη ακουμπούν
τις πλάκες του πεζοδρομίου
στο γυρισμό για το σπίτι

*

Βροχή
το σύμπαν συνωμοτεί
και συνοδεύει
τη συναισθηματική μου
μυσταγωγία
έκρηξη
μελαγχολία
αναίτια αίσθηση απουσίας
κύκλοι ομόκεντροι
παράλληλες διαδρομές

*Από τη συλλογή «Δίχως όνομα», Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2015.

ΔΕΛΤΙΟ ΚΑΙΡΟΥ

Σε ποιον αστερισμό βρίσκεσαι σήμερα;
Σε ποια μονόπρακτα εντυπώσεων κατοικείς;
Προς τα πού πνέει η ήτα;

Η νύχτα πυκνώνει,
μέσα σε ταπεινώσεις, πλιάτσικα χρόνου
και παθολογίες σε πρώτο πρόσωπο.

ΣΙΩΠΗ

Στο χείλος της καταιγίδας
στις μάχες των ματιών
όλα έχουν ειπωθεί

δεσπόζει η σιωπή
και το σώμα έκθετο
στο ξημέρωμα μιας οικειότητας
σαν φωνή γονιού
ή παλιού φίλου
σε μεσημεριανό όνειρο

*Από τη συλλογή «Το απέναντι κάθισμα», Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2020.

Κωστής Τριανταφύλλου, Μετάθεση

βρισκόμαστε σε αντιπαράθεση με το άγνωστο
σε συνεχή αντικαθρεφτισμό
με τις σκέψεις μας σε διασπορά
για το αύριο
το τόσο αύριο
σήμερα
χτες δηλαδή
ζωή για πότε;
που από τον Φεβρουάριο σκεφτόμασταν
που από τον Μάρτιο λέγαμε
που από τον Μάιο απαιτούσαμε
μήνα τον μήνα παράθεση νεκρών αριθμών κι ανεπιβεβαίωτων μύθων
με τους γνωστής διεύθυνσης διεκπεραιωτές του χάους
με τους μη εξαιρετέους που σου ανακοινώνουν πως εσύ φταίς
πρώην μασκοφόρους νυν επενδυτές
βρισκόμαστε χωρίς πολύ αντιπαράθεση
αφημένοι στο θανατικό
και την τηλεοπτική αναλογία του
περιμένοντας να σκεφτούν αυτοί για μας
όπως πάντα
αύριο είναι ένα άλλο χτες
τί γίνεται παιδιά;
έτσι θα πάει το πράγμα;
έτοιμοι για αύριο;

Επί προσωπικού (για την ποίηση του Δημήτρη Τρωαδίτη) – Κριτική από τον Δήμο Χλωπτσιούδη

Γράφουμε και διαβάζουμε λογοτεχνία σε μια γλώσσα που έχει δώσει δείγματα υψηλής αισθητικής σε αυτό που ονομάσαμε πολιτική ποίηση. Η ποίηση ως δημιουργία βέβαια πάντα αποτελούσε μια πολιτική πράξη που δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε έναν πολιτικό χώρο (Σοφοκλής, Αισχύλος, Σολωμός, Κάλβος, Ρίτσος, Σεφέρης, Εγγονόπουλος, Ελύτης κ.α.). Αν προσανατολιστούμε όμως στη σύγχρονη πολιτική ποίηση, παρατηρούμε ότι απουσιάζουν οι κριτικές προσεγγίσεις για την αναρχικήή γενικότερα την αντιεξουσιαστική ποίηση.

Βέβαια κάθε έργο που καταθέτει μία νέα αισθητική πρόταση και θεμελιώνεται σε ένα στοχαστικό περιεχόμενο για τον άνθρωπο και την κοινωνία αποτελεί επαναστατική πράξη, ακόμα και αν το περιεχόμενο δεν στοχεύει σε κάποια ουτοπία. Ο κοινωνικός προβληματισμός που εγείρει, αρκεί ως όπλο απέναντι στον συντηρητισμό της καλλιτεχνικής τυποποίησης (μαζική λογοτεχνία και κουλτούρα) και στον μικροαστισμό. Φτάσαμε στο σημείο το ασήμαντο να κυριαρχεί ως ιδεολογία και να λειτουργεί ως πρότυπο μίμησης. Η άνοδος της ασημαντότητας (Καστοριάδης) και η κυριαρχία της μετριότητας (Steiner) θεμελιώνονται σε μία αυταπάτη πολυχρωμίας, που πνίγει τις ριζοσπαστικές ιδέες. Όπως έγραφε ο Καστοριάδης οι ανατρεπτικές ιδέες συμφύρονται με τον σωρό των ιδεών ενισχύοντας τη θέληση του συστήματος, την ώρα που η άνοδος της ασημαντότητας μετατρέπει το μουρμουρητό της επανάστασης της –κριτικής και καλλιτεχνικής– σκέψης σ’ ένα προϊόν ανάμεσα σε άλλα ασήμαντα, ώστε τελικά που χάνει τη σημασία του. Για τον Adorno παλαιότερα η λατρεία του εφέ, στο κλίμα της οποίας «ευδοκιμεί η οικουμενική ημιμάθεια» που καλλιεργεί η πολιτιστική βιομηχανία, οδηγεί στην εύκολη και παραπλανητική συγκίνηση.

Η αντιεξουσιαστική ποίηση δεν περιορίζεται σε έναν καταγγελτικό στοχασμό ή ένα αίτημα αλλαγής. Ούτε αποδέχεται τη μίμηση αναγνωρισμένων καλλιτεχνών του αναρχικού χώρου (Γώγου, Άσημος), όπου πρέπει να κυριαρχεί η αθυροστομία και η επιθετικότητα. Αντίθετα ο αντιεξουσιαστικός ποιητικός λόγος διακρίνεται από την ελεύθερη στάση της συνείδησης απέναντι στη γλώσσα, την τέχνη και την κοινωνία. Η αντιεξουσιαστική ποίηση δεν έχει να κάνει μόνο με το πρόταγμα για κοινωνική αλλαγή (περιεχόμενο), αλλά και με την αισθητική πρόταση που καταθέτει (φόρμα) και τον τρόπο που αξιοποιεί τη λογοτεχνική παράδοση (έρευνα) και τον προβληματισμό της εποχής ως αφορμή αναστοχασμού (το επίκαιρο ως διαχρονικό). Και αυτά τα χαρακτηριστικά δεν εντοπίζονται μόνο στον αναρχικό χώρο, αλλά και σε ευρύτερους πολιτικούς σχηματισμούς, όπως ιστορικά έδειξε η ποίηση του Καρυωτάκη, του Εγγονόπουλου και του Εμπειρίκου.

Η αντιεξουσιαστική ποίηση ορίζεται από μία κατ’ αρχήν άρνηση (ενώ η πολιτική ποίηση από μία κατ’ αρχάς άρνηση) του καθεστηκότος λόγου και συστήματος, που οδηγεί άλλοτε σε σύνθεση και άλλοτε σε διάλυση και μια επανασύνθεση. Γιατί η συνήθεια οδηγεί σε νέκρωση της στοχαστικής διαδρομής. Η ποίηση που προάγει έναν λόγο αντιεξουσιαστικό, είναι φάρος ζωής όχι μόνο ενάντια στην καταπίεση, ως ιδεολογία, αλλά και στα πάθη του ανθρώπου, όπως δίδαξαν ο Ουάιλντ, ο Κάφκα, ο Καμύ κ.ά.

Αυτές τις σκέψεις μάς γέννησε η νέα ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη, «με μία εμμονή στην κωλοτσέπη» (στοχαστής, 2020), που με τόνο χαμηλόφωνο και μία εγγενή ειρωνεία αρνείται τις κατασκευασμένες ιδεολογίες των φορέων εξουσίας και αναζητά μια νέα ουτοπία. Η ποίηση του Τρωαδίτη εκφράζει έναν γνήσιο αντιεξουσιαστικό προβληματισμό, που απλώνεται από τη φόρμα μέχρι το περιεχόμενο. Χωρίς να ενδιαφέρεται για τον τυπογραφικό εντυπωσιασμό, μένει στην ουσία προσπαθώντας να φέρει το σημαντικό ξανά στην επιφάνεια. Η ποιητική του ξεπερνά την έκφραση διαμαρτυρίας και επικεντρώνεται σε έναν βαθύτερο προβληματισμό για τις πηγές ηγεμονίας.

Στη συλλογή εντοπίσαμε στοιχεία του δικού μας δημιουργικού και κριτικού προβληματισμού και οικείες πολιτικές, κοινωνικές και υπαρξιακές αγωνίες. Παρά την τεράστια χιλιομετρική απόσταση που μας χωρίζει, η ποίηση του Τρωαδίτη είναι τόσο οικουμενική όσο και οι αντιεξουσιαστικές ανησυχίες που την εμπνέουν. Ίσως εκεί βρήκαμε έναν ποιητικό καθρέφτη. Μερικές φορές αισθανόμασταν σαν το β’ ενικό ορισμένων συνθέσεων να απευθύνεται σε εμάς, μέσα σε έναν θρυμματισμένο στίχο σαν τα όνειρα και τις ελπίδες μας.

*Αναδημοσίευση από εδώ με θερμές ευχαριστίες: https://www.culturebook.gr/kritiki-parousiasi/epi-prosopikou-gia-tin-poihsi-tou-dimitri-troaditi-kritiki-apo-ton-dimo-chloptsioudi.html?fbclid=IwAR06X5c677pkkQ87XobYu5fncOjaPqvyboKFMa9Y61ZddIC0lt1p9dr6et8

Wallace Stevens, Δύο ποιήματα

ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ ΣΤΙΣ ΔΕΚΑ Η ΩΡΑ

Τα σπίτια στοίχειωσαν
Με άσπρα νυχτικά.
Κανένα δεν είν’ άσπρο
Μήτε κόκκινο με πράσινες ρίγες
Μήτε πράσινο με κίτρινες ρίγες
Μήτε κίτρινο με θαλασσιές ρίγες.
Κανένα δεν σαστίζει
Με δαντελένιες κάλτσες
και ζώνες υφαντές.
Οι άνθρωποι δεν πρόκειται να ονειρευτούν
πιθήκους και πανσέδες.
Μονάχα εδώ κι εκεί κάποιος γεροναύτης
που κοιμάται μεθυσμένος με τις μπότες του
πιάνει τίγρεις
με κόκκινο καιρό.

*Μετάφραση: Γιάννης Σταθάτος.

LEBENSWEISHEIT SPIELEREI

Ολοένα και πιο αδύναμο το ηλιόφως πέφτει
Το απόγευμα. Οι περήφανοι και οι δυνατοί
Έχουν αποχωρήσει.

Εκείνοι που απόμειναν είναι οι ανεκπλήρωτοι
Οι εν τέλει άνθρωποι,
Εγκάτοικοι μιας μειούμενης σφαίρας.

Η ένδειά τους είναι μια ένδεια
Μια έναστρη ωχρότητα επικρεμάμενη απ’ τις κλωστές.

Κομμάτι κομμάτι, η φτώχεια
Του φθινοπωρινού χώρου μετατρέπεται
Σε βλέμμα, σε δυο λόγια αρθρωμένα.

Κάθε πρόσωπο μας συγκινεί εξ ολοκλήρου
Με αυτό που είναι και όπως είναι,
Στο ληγμένο μεγαλείο του αφανισμού.

*Μετάφραση: Πέτρος Γκολίτσης.

Μίλτος Σαχτούρης, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΑΠΟΓΕΜΑ

Εκείνο το πράσινο απόγεμα
ο θάνατος είχε βάλει, στόχο την αυλή μου
απ’ το νεκρό μου το παράθυρο
με το βελούδινό μου μάτι
τον έβλεπα να τριγυρνάει
γύριζε και παράσταινε τον κουλουρτζή
γύριζε και παράσταινε τον λαχειοπώλη
και τα παιδιά τίποτα δεν υποπτεύονταν
έπαιζαν με πιστόλια και τσίριζαν
αυτός πάλι γύριζε και πλησίαζε
και πάλι μάκραινε και έφευγε
ύστερα ξαναρχόταν
στο τέλος αγριεύτηκε
άρχισε να ουρλιάζει
έβαψε τα μάτια και τα νύχια του
φούσκωσε τα βυζιά του
άρχισε να μιλάει με ψιλή φωνή
έκανε σα γυναίκα…
τότε είναι που έφυγε οριστικά
ψιθυρίζοντας:

-Δεν είχα τύχη σήμερα
αύριο θα ξανάρθω”

ΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ ΜΟΥ

Δε σας γνωρίζω εφέτος
καημένα χελιδόνια μου
πετάτε άραγε όπως άλλοτε
ή μήπως σε ρόδες πάνω να κυλάτε
όμως το μάτι σας γιατί έτσι μεγάλωσε
τεράστιο
τεράστιο και πορφυρό
μονάχα ο ουρανός σάς έχει απομείνει
μα νά ‘ναι για σας τώρα Ουρανός;

*Από τη συλλογή “Το σκεύος”, 1971.