Βάγια Κάλφα, Τρία ποιήματα

Yellow ocherhues, Έργο της Ελληνοαυστραλής ζωγράφου Mary Rafael

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ

Τα μεγάλα βιβλία
Κλείνουν κάπως έτσι
Τα δάχτυλα στέκονται
Τα μάτια συντριμμένα
Παρατηρούν τη λύση
Βλέποντας πως υπήρχαν
Οι ενδείξεις στην αρχή
Όμως επέλεξες να μη δώσεις σημασία
Και να ζήσεις
Μονορούφι.
Κι απρόσκοπτα.

*

ΕΠΙΤΥΧΙΑ
Ν’ ανοίγεις το κυριακάτικο ένθετο
Κρατική, περιοδικά
(απ’ αυτά που δεν εκδίδουν όποιον κι όποιον)
Και να σε βρίσκεις συνέχεια μπροστά σου

Να λαμβάνεις προσκλήσεις
Να μιλήσεις, βιβλία να κρίνεις
Αιτήματα ηλεκτρονικής φιλίας
Να κατακλύζουν το προφίλ σου
Και να είναι η γνώμη σου
Από σένα βαρύτερη

Κάθε σου λέξη
Ν’ ακολουθούν likes και σχόλια
Κι όλα αυτά που σε πεθαίνουν
Ν’ απελπίζονται

Μες στο συνωστισμό

*

ΕΠΑΡΧΙΑ
Ι
Ένα ακόμη καλοκαίρι
Επαρχία
Κάτι αόριστο φυλάς
Ο χρόνος
Φεύγει, όπως φεύγουν οι αλήθειες -επώδυνες-
Και δεν κάνουν εντύπωση καμιά


ΙΙ

Το φως απ’ το απέναντι
Φροντιστήριο κλείνει
Το περίπτερο
Κατεβάζει τα στόρια
Απ’ τις ταβέρνες
Φεύγουν κι οι τελευταίοι
Πελάτες – στην κουζίνα
Ήχοι από κατσαρολικά

Ίσως αυτό
Ν’ άκουσε τελευταίο
Η νύχτα

Και μελαγχόλησε βαθιά

*Από τη συλλογή “Ληθόστρωτο”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2013.

Νίκος Βέλμος: Μία εμβληματική μορφή του πολιτισμού στον Μεσοπόλεμο

Δημήτρης Παυλόπουλος

Πριν από έναν αιώνα, το 1921, ο Νίκος Βέλμος (Βογιατζάκης,1890-1930), ιδιότυπη πνευματική προσωπικότητα, εξέδωσε το βιβλίο του “Βέλμου Έργα”. Στην έκδοση περιέλαβε και το “Κοινωνικό Βιβλίο” του. «Προτιμώ να με παιδεύει μια αλήθεια, παρά να με χαϊδεύει ένα ψέμα», έλεγε. Τότε αρχίζει και η στενή φιλία του με τον λογοτέχνη Στρατή Δούκα (1895-1983), που κράτησε έως τον θάνατό του.

Ο Βέλμος άφησε τα τολμηρά ίχνη του στην πνευματική ζωή της μεσοπολεμικής Ελλάδας. Η εντελώς πρόσφατη έκδοση του μελετητή του Κίμωνα Θεοδώρου (Ιωακείμ Θεοδωρίδη, γ. 1981) “Ο Βέλμος και οι εκθέσεις στο Άσυλον Τέχνης” (Φαρφουλάς, Πάτρα 2021), που εργάζεται στα εκπαιδευτικά προγράμματα του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, τον ξαναφέρνει στο προσκήνιο, ερευνώντας και συμπληρώνοντας δυσήνιο υλικό με σεβασμό. Να σημειώσουμε ότι 422 βελμικά σκίτσα έχουν δωρηθεί στη Συλλογή του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος.

Ανθρωπιστικό ήταν το έναυσμα της αίθουσας τέχνης που ίδρυσε ο Βέλμος το 1927 στην κατοικία του, στην οδό Νικοδήμου 21, στην Πλάκα: έκθεση ζωγραφικής για την οικονομική ενίσχυση ασθενή καλλιτέχνη. Ακολούθησε πληθώρα εκθέσεων, 28 συνολικά, έως το 1938, οπότε και ο χώρος έκλεισε μετά από την οργάνωση της Αντι-Πανελλήνιας Έκθεσης, που απαντούσε στον μεταξικό θεσμό της πρώτης Πανελλήνιας Καλλιτεχνικής Έκθεσης τον ίδιο χρόνο.

*Σας παρακαλούμε να διαβάσετε ολόκληρο το κείμενο, πηγαίνοντας εδώ: https://slpress.gr/politismos/nikos-velmos-mia-emvlimatiki-morfi-toy-politismoy-ston-mesopolemo/amp/?fbclid=IwAR0NOfdTAVzYQkJ58OU09PAyBVqJBBiaHEqfp6ZSGpARgK2UpxXYXzj2L8A

Στράτος Κοσσιώρης, Η αιώνια μπουρδελότσαρκα

Ο Θαλασσοπόρος

Μας μιλούσε για μπορντέλα κάθε λογής
που περιηγήθηκε σαν ναυτικός
στο Άμστερνταμ και στο Βερολίνο
και σε μέρη άλλα εξωτικά.

Παρακολουθώντας το βλέμμα του
το καταλάβαινες, ήταν σα να βίωνε ξανά
ολοζώντανη την εμπειρία
από τα βρωμερά σπίτια που είχε επισκεφτεί.

Κάποια στιγμή
η κουβέντα του έφτασε και στα εδώ του ταπεινού
αυτού οίκου.
Ξαφνικά, για τη Βερόνικα ρώτησε·
και μάθαμε πως από καιρό είχε αλλάξει στέκι.

Κι έτσι, σιγά σιγά
με άδεια χέρια
αποχωρήσαμε όλοι σκεφτικοί.

*

Τα Δώρα

Σαν ένας ικέτης που αναζητούσε το θαύμα –
δεν ήταν λίγες οι φορές
που στην τσέπη του παντελονιού μου είχα κρυμμένο
ένα λουλούδι που πριν το προσφέρω μαραίνονταν.
Ή σε μια φτηνή σακούλα νάιλον μετέφερα τυλιγμένα
λίγα κομμάτια γαλακτομπούρεκο.
Ή πάλι, κάποτε είχα κρυμμένη στο τσαντάκι μου
μια σοκολάτα.

Ήταν τα δικά μου τίμια δώρα
σαν το Χρυσό το Λιβάνι και τη Σμύρνα
στις αμαρτωλές αγίες πόρνες.

Δεν ξέρω αν συγκινήθηκε ποτέ καμιά τους,
κι ούτε με νοιάζει.

*

Κλώντια ή Λεσβία

Δεν θυμάμαι ποια ήταν η εποχή
ούτε τον μήνα ή την ημέρα.
Με πήρε από το χέρι και με έβγαλε από τη
μέριμνα του χρόνου.

Άγγιξα το απαλό της δέρμα, τις τρυφερές αυλακώσεις
απ’ τις ρυτίδες του προσώπου της.
Γεύτηκα ως το μεδούλι την ώριμη ομορφιά της.

Απήγγειλα στίχους για χάρη της
περπατώντας ανάμεσα στους στρατοκόπους της νύχτας.

Κι όσο στο βούρκο κυλιότανε η σάρκα της
τόσο πιο αγνή φάνταζε στα δικά μου μάτια.

Και τώρα που το χλιμίντρισμα στα σκέλια δεν λέει να κοπάσει
ακόμα την αναζητώ, στα μπουρδέλα της οδού Λιοσίων
στη Φυλής έως το Μεταξουργείο.

Κλώντια έλεγαν είναι το πραγματικό της όνομα
μα εγώ την ήξερα ως Λεσβία.

*

Το Ψοφίμι

«Ψόφια, ψόφια!» μου φώναξε
ο νεαρός φανερά ενοχλημένος
και με πέρασε ξυστά καθώς έκανα
να διαβώ το κατώφλι του χαμαιτυπείου.

Ανέβηκα την στριφογυριστή σκάλα
και κοντοστάθηκα στο χωλ.
Ήξερα πως η κοπέλα ήταν Ελληνίδα.
Tην είχα σταμπάρει λίγες μέρες πριν.

Παρέμεινα λίγο σκεφτικός μιας και το ρίσκο
να φολιαστώ ήταν υψηλό.
Η ίδια όταν βγήκε και σαλονάρισε
έδειξε πολύ βαριεστημένη.
Παρά τις καύλες της στιγμής παραμέρισα.
Κατέβηκα στα βιβλιοπωλεία στο κέντρο της Αθήνας
και έχοντας διασώσει το μπλε παράβολο
αγόρασα τα Λόγια Της Πλώρης του Καρκαβίτσα
που από καιρό ήθελα να διαβάσω.

Το ταγκαλάκι όμως εκεί να επιμένει. Ανένδοτο.
Μετά από τρεις μέρες υπέκυψα στον πειρασμό
και επέστρεψα στον γνώριμο οικίσκο.
Τελικά ρίσκαρα. Τί το ‘θελα;

Με τόσο κρύα κι απρόθυμη τάνα
δεν θυμάμαι να ξαναπήγα στη ζωή μου.
Ένα ζωντανό περιφερόμενο πτώμα.

Ωστόσο, δεν με πείραξε διόλου.
Η ωραία η γλώσσα η ελληνική
με είχε τόσο αποζημιώσει.

*

Λαϊκό Προσκύνημα

Κατηφορίζοντας την οδό Χωματιανού
και λίγο πιο πέρα προς της Λιοσίων τα πέριξ
ολοταχώς κατευθυνόμουν προς τη μιλφάρα Βικτώρια.
Φρόντιζα πάντα να ’χω μαζί μου ένα γλυκάκι να τη φιλέψω.
Αν κι η Βικτώρια δεν χαμπάριαζε από τέτοιου είδους
φιλοδωρήματα.
Ήταν έτσι κι αλλιώς φουλαριστή στο πρόγραμμά της.
Στις ανάγκες του πελάτη με αυταπάρνηση δοσμένη.

Έπεσε σήμα γρήγορα για την περίπτωσή της.
Στο πορνείο που δούλευε λαοθάλασσα προσέλευσε.
Κι υπήρχαν φορές που γινότανε γι’αυτήν λαϊκό προσκύνημα.

Το πράγμα όμως ξέφυγε απ’ τον έλεγχο
μετά από κάμποσο καιρό, κι όπως αποδείχτηκε
οι ανάρπαστες υπηρεσίες της
ξέφυγαν πολύ απ’ το όριο στα θέματα υγιεινής.

Κάποια στιγμή μάλιστα βγήκε η φήμη
πως η Βικτώρια για τα λεφτά
θα γλωσσοφίλαγε και αρουραίο.

Για αυτό κι εγώ μόλις το αντιλήφθηκα
της έβαλα Χ και δεν ξαναπάτησα ποτέ
στο άθλιο τσαρδί της.

*

Η Αιώνια Μπουρδελότσαρκα

Ακόμα θυμάμαι όταν αντίκρυσα για πρώτη φορά
τη Ρωσίδα Ντιάνα το πάλαι ποτέ
ξακουστό ντέλο κομοδίνο της Διδύμου.

Την ταραχή μου και το ηδονικό τρέμουλο
που μ’ έπιασε σύγκορμο
μπροστά στη θέα με τις ατέλειωτες καλλίγραμες ποδάρες
τον θεσπέσιο κώλο, τουρλωτό κι ωθούμενο από τα πορνοτάκουνα
το μαύρο πρόστυχο δαντελωτό στριγκάκι, την αλαβάστρινη
επιδερμίδα
και το γεμάτο υποσχέσεις έκφυλό της βλέμμα.

Οι οικονομίες μου ίσα ίσα που έφταναν.
Ένα εικοσάευρo είχα όλο κι όλο κι ήμουν σε αναμονή
να μπει τις επόμενες μέρες το επίδομα ανεργίας.

Σχεδόν τροχάδην διαβήκαμε ο φίλος μου κι εγώ
την Αχαρνών να βρούμε το πρώτο υποκατάστημα της Εθνικής.
Επιστρέψαμε στον οίκο λαχανιασμένοι.

Όπως καθόμασταν στο χωλ κι είχαμε πάρει τις ανάσες μας
μη μπορώντας να αποφασίσω ρώτησα το φίλο μου με νευρικότητα
Να μπω ή να μη μπω;
Κι αυτός τότε με ήρεμη φωνή
μου απάντησε «Μη βιάζεσαι, αιωνίως
εδώ θα είμαστε κι εμείς κι αυτές».

Τι κι αν τα λόγια του αντηχούσαν για καιρό μέσα μου
πότε σαν ευχή και πότε σαν κατάρα.

Το είχα νιώσει τότε παίρνοντας το μονοπάτι
της επιστροφής.
Μυστικά όλοι οι δρόμοι εκεί να με οδηγούν.
Στην αιώνια μπουρδελότσαρκα.

*

Η Ρωσίδα Ντιάνα

Εκείνο το απόγευμα
είπα να περάσω στο δωμάτιο εκ νέου με τη Ρωσίδα Ντιάνα
το ξακουστό έπιπλο της οδού Διδύμου.
Πλην όμως εκπάγλου καλλονής.

Αφού ήταν φόλα ολκής
της έμεναν λίγα ακόμα ψωμιά στην πιάτσα.
Ήταν λοιπόν μια από τις τελευταίες ευκαιρίες
που είχα να την ξαναχαρώ.
Πάντα πίστευα για τον αγοραίο έρωτα
πως όταν σου αρέσει πάρα πολύ μια γκόμενα
οφείλεις να δίνεις δίχως να περιμένεις πάντα ανταπόδοση.

Τα Ελληνικά της Ντιάνας δεν ήταν καλά
κι εκεί επάνω στου κάλπικου έρωτα τις απαιτήσεις
και τις προσταγές δεν κατάλαβε αυτό που τις ζήτησα.
Της μίλησα απότομα. Και τα χαλάσαμε.

Θύμωσε μαζί μου, σηκώθηκε γρήγορα
και βγήκε φουριόζα απ’ το δωμάτιο
κλείνοντας με δύναμη πίσω της την πόρτα.

Άρχισα κι εγώ να ντύνομαι σιγά σιγά
καταλαβαίνοντας το λάθος μου
όταν άκουσα την πόρτα να ανοίγει ξανά.
Ήταν η Ντιάνα η οποία προς έκπληξή μου
άφησε ένα εικοσάευρο στο κομοδίνο επιδεικτικά
σαν να απαιτούσε το σεβασμό μου
κι έφυγε.

Έκτοτε δεν την ξαναείδα.

*

Ζωσιμάς

Τους σπόρους του κόπου μου, έμελλε
να φυτέψω εδώ·
πάνω στην καυτή άσφαλτο.
Ψάχνοντας απεγνωσμένα στους παρηκμασμένους οικίσκους
μέσα σε αυτή την ανυπόφορη ζέστη.
Έχοντας για μόνα εφόδια στο σακίδιό μου
ένα σακουλάκι ξηρούς καρπούς
κι ένα πλαστικό μπουκαλάκι νερό
που του απόμειναν λίγες μόνο σταγόνες.

Οι πατούσες μου έχουν κάνει φουσκάλες απ’ την πολύωρη
πεζοπορία
κι ο ήλιος του καλοκαιριού ξεφεύγει από το γείσο του καπέλου
χτυπώντας με στο κούτελο ανελέητα.

Την είδα. Είμαι σίγουρος. Το θυμάμαι καλά.
Σαν μια σκιά ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά μου
που έτρεχε τρομαγμένη να κρυφτεί.

Μα όσα χαμαιτυπεία κι αν έψαξα εκείνη τη μέρα
κανείς δεν γνώριζε να μου πει
ποιο είναι τ’ όνομά της. Ή αν έφυγε απ’ την περιοχή.

Όταν ήρθε το βράδυ
κάθισα σ’ ένα παγκάκι της πλατείας αποκαμωμένος.
Λυπημένος καθώς ήμουν κοίταξα στον ουρανό.
Άξαφνα γύρισα το βλέμμα μου και νάτη,
μέσα στης πόλης την αδιαφανή νύχτα την είδα ξανά.

Έκανα να σηκωθώ όμως τα πόδια μου
δεν με κρατούσαν πια.

*Στη σειρά Ναρκοπέδιο – Οκτασέλιδο
Αριθμός έκδοσης III
Υπεύθυνος έκδοσης: Στράτος Κοσσιώρης

**Φωτογραφία εξωφύλλου: Jen Theodore

Ο Άρης Αλεξάνδρου για τους ποιητές και τα βραβεία

Ο Άρης Αλεξάνδρου ακουμπά σε ένα μενίρ, περίπου το 1975. Αρχείο Γιώργου Ζεβελάκη

Μια άγνωστη συνέντευξη του Άρη Αλεξάνδρου στον Ρένο Αποστολίδη. ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΟΥ BOOKS’ JOURNAL – τχ. 99

Πριν από εξήντα ακριβώς χρόνια, τον Μάιο του 1959, η «Ομάδα των 12» στην οποία διάφοροι αθλοθέτες (η εταιρεία βενζίνης Πουρφίνα, ο Άλκης Θρύλος, ο Λ. Γουλανδρής και ο Κ. Χατζηπατέρας) είχαν αναθέσει να απονέμει ετήσια λογοτεχνικά βραβεία, αποφάσισε να μη δώσει το αθλοθετημένο για την καλύτερη συλλογή νεότερου ποιητή. Η αντίδραση υπήρξε «άμεση και εκρηκτικά βίαιη». Οι νεότεροι όχι μόνο αμφισβήτησαν την ορθότητα της κρίσεως αλλά αρνήθηκαν στους περισσότερους από τους «Δώδεκα» την αρμοδιότητα και τα προσόντα του κριτή. Οι Εικόνες, το γνωστό εβδομαδιαίο περιοδικό της Ελένης Βλάχου, ανέθεσαν στον συνεργάτη τους Ρένο Αποστολίδη τη διεξαγωγή έρευνας μεταξύ των εμπλεκομένων. Το ρεπορτάζ υπήρξε υποδειγματικό. Ο Ρένος Αποστολίδης απευθύνθηκε πρώτα με ερωτηματολόγιο στους «Δώδεκα» και δημοσίευσε τις απαντήσεις όσων ανταποκρίθηκαν (Τάκης Παπατζώνης, Οδυσσέας Ελύτης, Στέλιος Ξεφλούδας, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος και Τάσος Αθανασιάδης).

Στη συνέχεια, στο περιοδικό φιλοξενήθηκαν συνεντεύξεις των ποιητών της νεότερης γενιάς και ενός κριτικού. «Ξεδιαλέχτηκαν μέσ’ από τριπλάσιες τον αριθμό, κι όχι γιατί οι άλλες δεν ήταν εξίσου ενδιαφέρουσες, αλλά γιατί ο χώρος επίεζε να διαλέξω τις αντιπροσωπευτικότερες και συντομότερες», σημειώνει ο Ρένος Αποστολίδης. Διάλεξε λοιπόν τις συνεντεύξεις των: Αλέξανδρου Αργυρίου, Νίκου Φωκά, Τάκη Σινόπουλου, Άρη Αλεξάνδρου, Μίλτου Σαχτούρη και Νίκου Καρούζου. Συνέπεσε, χωρίς να αναφέρεται, αυτοί οι ποιητές να έχουν εκδώσει ποιητική συλλογή την προηγούμενη χρονιά. Το 1959 κυκλοφόρησε και η Ευθύτης των Οδών του Άρη Αλεξάνδρου με αιχμηρό μότο για τον Ζντάνωφ. Είναι η μοναδική συνέντευξή του που μπόρεσα να εντοπίσω. Την παραθέτω στη συνέχεια.

«Ο ποιητής είναι με τον Πάστερνακ»

Άρης Αλεξάνδρου: Δεν είμαι κριτικός, ούτε ιστορικός της λογοτεχνίας. Θα προτιμούσα να πω τι γνώμη έχω για την ποίηση γενικώς, ή μάλλον για τους ποιητές, γιατί νομίζω πως δεν υπάρχει ποίηση, όπως δεν υπάρχει έλκος ή φυματίωση. Υπάρχουν μόνο ελκοπαθείς ή φυματικοί.

Ρένος Αποστολίδης: Η παρομοίωση των ποιητών με ασθενείς έγινε σκοπίμως;

Τώρα που με ρωτάτε βλέπω πως κι απ’ αυτή την άποψη η παρομοίωση στέκει. Ο Ποιητής είναι λίγο-πολύ ένα άτομο “anormal”, αν φυσικά δεχθούμε ότι «φυσιολογικοί» άνθρωποι είναι οι μπακάληδες και οι χωροφύλακες. Ο κόσμος λέει συνήθως πως οι ποιητές είναι «ευαίσθητοι», «αλαφροΐσκιωτοι», κάποιος μιλάει για την «τρωτότητα» των ποιητών κι ο Μαρξ έλεγε πως οι ποιητές έχουν ανάγκη από πολλή τρυφερότητα. Ο Σεφέρης λέει κάπου πως όλη «η Ελλάδα τον πληγώνει» –νομίζω όμως πως ουσιαστικά όλος ο κόσμος τον «πληγώνει», γιατί ο ποιητής αισθάνεται υπεύθυνο τον εαυτό του για κάθε τι που συμβαίνει γύρω του. «Ο ποιητής», λέει ο Μαγιακόφσκι, «μένει πάντοτε χρεώστης απέναντι στον κόσμο. Πληρώνει πάντα τόκους και πρόστιμα, για τον πόνο των ανθρώπων».

Η τέτοια τοποθέτηση ταυτοποιεί περίπου τον Ποιητή με τον Χριστό: «Φταίω για όλα. Άρα δωσιλογώ για όλα. Αίρω τις αμαρτίες όλων». Βρισκόμαστε έτσι στην κορυφή της Προσωπικής Ευθύνης για τον Κόσμο: Ο τόσο «τρωτός» απ’ όλα του κόσμου Ποιητής, ταυτίζεται με τον εις όλα τα καίρια και τα ένοχα «τιτρώσκονται» τον Κόσμο Κριτή… Τόσο ψηλά; Ή όχι;

Βεβαίως. Αυτός θα πρέπει να είναι ο ρόλος του Ποιητή. Όσο όμως για το πώς γεννιέται η «τρωτότης» αυτή –και παράλληλα η τέτοια συνείδηση Ευθύνης– νομίζω ότι βασικός παράγων της είναι η προαιώνια αντίθεση ανάμεσα στο άτομο και την κοινωνία ή την ομάδα. Ο Ποιητής, απ’ τη φύση του, δε μπορεί παρά να εκφράζει τις απόψεις του ατόμου. Αργά ή γρήγορα θα έρθει σε σύγκρουση με την κοινωνία ή την ομάδα, και θα ακολουθήσει –βασικά– έναν από τους παρακάτω τρεις δρόμους: Ή θα ασκήση κριτική στις κυβερνήσεις και στις ηγεσίες των κομμάτων, ή θα κλειστή στο γυάλινο πύργο του, ή θα συμβιβαστή και θα γίνει ένας κομφορμιστής. Στη δεύτερη περίπτωση, όπως συνέβη με τους οπαδούς της «Τέχνης για την Τέχνη» στη Γαλλία τον 19ο αιώνα, μπορεί να ασκήση μια έμμεση κριτική, μια κριτική που δε φθάνει στην ουσία του ζητήματος, που αποδείχνει όμως, όπως λέει ο Πλεχάνωφ, ότι «υπάρχει διάσταση ανάμεσα στους καλλιτέχνες και στο κοινωνικό περιβάλλον». Για μένα, γνήσιοι Ποιητές είναι εκείνοι που διαλέγουν τον πρώτο δρόμο. Θα ’φτανα μάλιστα να πω, ότι θεωρώ δυνάμει ποιητές όλους εκείνους που, όπως περίπου λέει ο Καντ, «διαθέτουν ένα μυαλό και έχουν την τόλμη να το μεταχειριστούν χωρίς την καθοδήγηση κανενός».

Θα σας κρεμάσουν ανάποδα οι «καθοδηγηταί» και όλα τα κόμματα του κόσμου!

Ο Ποιητής είναι πάντοτε με το μέρος της Αντιγόνης και ποτέ με το μέρος του Κρέοντα. Είναι πάντοτε με το μέρος του Πάστερνακ και ποτέ με το μέρος της Ενώσεως Σοβιετικών Συγγραφέων – άσχετα αν ο Πάστερνακ προτίμησε να υποκύψη στην πίεση της σοβιετικής εξουσίας. Είναι πάντοτε ο Ποιητής με το μέρος όποιου διώκεται για Πνεύμα, και ποτέ με το μέρος της Γενικής Ασφάλειας, άσχετα ακόμα και με την ποιότητα του πνεύματος που διώκεται. Φτάνει ότι διώκεται, για να ’ναι με το μέρος του ο Ποιητής, κ’ εναντίον εκείνων που διώκουν.

Δηλαδή ο Ποιητής είναι ο κατεξοχήν Ελεύθερος; Κι ο κατεξοχήν Ανένδοτος; Το κατεξοχήν Πρόσωπο πάντα; Ο πιο Αντιομαδικός; Κι ο πιο «Αντι-οπαδός»;

Πρέπει να είναι. Η ομάδα εκφράζει τις απόψεις της μέσω των κυβερνήσεων, της ηγεσίας των κομμάτων. Οι κυβερνήσεις και οι ηγεσίες των κομμάτων καθοδηγούνται πάντα απ’ τη σκοπιμότητα. Ο Ποιητής βλέπει μακρύτερα απ’ τις σκοπιμότητες της Πολιτικής. «Ο στίχος μου», λέει ο Μαγιακόβσκι στους απογόνους, «θα φτάσει σ’ εσάς, περνώντας πάνω απ’ τις κορφές των εποχών, πάνω απ’ τα κεφάλια των ποιητών και των κυβερνήσεων!»

Δηλαδή, ο Ποιητής είναι ο ακατάπαυτα αντιστρατευόμενος την Εξουσία και την Πολιτική;

Ο Ποιητής είναι το αντίθετο του Πολιτικού, διότι αρνείται να υποταχτή στη σκοπιμότητα της Πολιτικής. Όταν υποταχτή, καίει τις τραγωδίες του σαν τον Πλάτωνα, ή αυτοκτονεί σαν το Μαγιακόβσκι – που είπε: «Είδα πως ο μπρούτζινος εαυτός μου άρχισε να εκτοπίζει τον ατσάλινο. Και γι’ αυτό τον σκότωσα». Ο ποιητής άρχισε να εκτοπίζει τον πολιτικό καθοδηγητή. Ο Μαγιακόβσκι, θεωρώντας καθήκον του να μείνει το δεύτερο, σκότωσε το πρώτο, και μαζί τον εαυτό του.

Ο δρόμος της ποιητικής ανυποταξίας είναι φυσικά ο δυσκολότερος. Οι κυβερνήσεις και οι ηγεσίες των κομμάτων μεταχειρίζονται κάθε μέσο για να «καναλιζάρουν» και να «ελέγξουν» την ποιητική δημιουργία. Παντού και πάντα, κι ώς τις μέρες μας, σ’ Ανατολή και Δύση, εξάσκησαν κ’ εξασκούν κάθε μορφή βίας για να αναγκάσουν τους ποιητές να συμμορφωθούν με τις εκάστοτε σκοπιμότητές τους. Οι δυσκολίες πληθαίνουν ακόμη περισσότερο απ’ το γεγονός ότι ο ποιητής, όπως και κάθε καλλιτέχνης, είναι «μάστορης». Έχοντας στα χέρια του ένα métier, δέχεται να γράφη ωδές επί πληρωμή, δέχεται να γίνη αυλικός στιχοπλόκος ενός ηγεμόνος, ακαδημαϊκός ή μέλος της Ενώσεως Σοβιετικών Συγγραφέων. Το γεγονός ότι αρκετά έργα, γραμμένα «κατά παραγγελίαν», είναι πράγματι αξιόλογα, επιτείνει ακόμη περισσότερο τη σύγχυση.

Δηλαδή, και τα βραβεία θέλετε να πείτε…

Ναι. Τα βραβεία είναι κι αυτά ένας τρόπος «παραγγελίας».

Δηλαδή ένα είδος προεξαγοράς; Μια «προδωροδοκία» του Ποιητή, να κάνει ποίηση «βολική» στις «ομάδες» και τις επιδιώξεις τους;

Ναι. Πιθανόν να υπάρξουν Ποιητές που γράφοντας θα επιθυμήσουν ενδόμυχα ν’ αρέσουν οι στίχοι τους στην επιτροπή του Φεστιβάλ της Βαρσοβίας ή στους δικούς μας τους «Δώδεκα».

Ειλικρινά, λοιπόν, εγώ λυπήθηκα πολύ διαβάζοντας τις διαμαρτυρίες των νέων Ποιητών μας για την πρόσφατη απόφαση αυτών των «Δώδεκα» να μην απονείμουν το βραβείο. (Διότι περί αυτού πρόκειται∙ περί του βραβείου. Αν ένας οποιοσδήποτε κριτικός, ή έστω και πολλοί κριτικοί, διατυπώνανε την άποψη ότι δεν υπάρχει σήμερα αξιόλογη ποίηση, αμφιβάλλω αν θα αγανακτούσαν τόσο οι νέοι ποιητές μας). Λυπήθηκα διαβάζοντας τις διαμαρτυρίες τους, γιατί δίνουν το δικαίωμα να υποθέση κανείς πως δεν έγραψαν λοιπόν τα ποιήματά τους επειδή αισθάνονταν την ανάγκη να τα γράψουν, αλλά γιατί απέβλεπαν σε μιαν «αναγνώριση», σε ένα «εύσημο», σε μια «καθιέρωση».

Σ’ ένα συμβιβασμό δηλαδή με το «κατεστημένο»; Σε μια θωπεία και μειδίαμα του «κατεστημένου»;

–Ναι. Λες κ’ ένα βραβείο θα μπορέση να προσθέση ποτέ έστω και ένα ελάχιστο στην όποια πνευματική αξία του έργου τους! Λες και δεν έχουνε μάθει ακόμα πώς απονέμονται τα βραβεία – όλα τα βραβεία, συμπεριλαμβανομένων και των βραβείων Νόμπελ, και Στάλιν, και Πούλιτζερ. Λες και δεν υπέπεσε στην αντίληψή τους το γεγονός ότι, όταν η επιτροπή είναι μικτή, το βραβείο μοιράζεται στα δύο (Ρίτσος-Δικταίος, Καραντώνης-Λειβαδίτης).

Κριτήρια «πολιτικής» είναι δηλαδή τα κριτήρια με τα οποία απονέμονται όλα τα βραβεία, μαζύ και τα κρατικά μας;

Φυσικά. Ο Ρίλκε όμως λέει: «Πρέπει να γράφης μόνο όταν αισθανθής πως αν δεν γράψης θα πεθάνης!» Αυτό , βέβαια, είναι μια ωραία ποιητική υπερβολή. Νομίζω, ωστόσο, πως θα έπρεπε να κρατήσουμε ένα μετριοπαθέστερο έστω κανόνα. «Σβήνε αμέσως κάθε στίχο σου, μόλις διαπιστώσης πως τον έγραψες για να συμφωνή με την απαίτηση οποιουδήποτε ατόμου ή οποιασδήποτε ομάδας».

Όχι και της «μόδας»;

Και η μόδα έκφανσις του ομαδικού πνεύματος είναι.

Ώστε, σχεδόν, Ποιητής είναι ο τέλεια αφιλόδοξος, ο ιδανικά ατομικός και προσωπικός, που ούτε την καλή γνώμη των άλλων δεν πρέπει να εκζητή;

Πρέπει να είναι αυτό!

Το τέλειο «Εγώ» δηλαδή περίπου;

Περίπου…

*Υποσημείωση: Οι συνεντεύξεις δημοσιεύτηκαν στις «Εικόνες», τεύχη 190 και 194, Ιούνιος και Ιούλιος 1959 αντίστοιχα. Τηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://booksjournal.gr/stiles/symptoseis/3519-aris-aleksandrou-gia-tous-poiites-kai-ta-vraveia?fbclid=IwAR0HgyaByM5b45H4T2j-mXvRfT-R7g8fW3cgSfuGEp-JMlBxdWthd99RvU4

Kenneth Patchen, The wolf of winter

The wolf of winter
Devours roads and towns
In his white hunger.

The wolf of winter
Sticks his paw into the city’s rancid pot,
Wanly stirring its soup of whores and suicides.

O The wolf of winter
Crunches on the bones of the poor
In his chill white cave.

The wolf of winter…
The grim, the cold, the white
Beautiful winter wolf
That feeds on our world.

Ο ΛΥΚΟΣ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

Ο λύκος του χειμώνα
καταβροχθίζει δρόμους
με τη λευκή του πείνα.

Ο λύκος του χειμώνα
χώνει το πόδι του στης πόλης την ταγγισμένη χύτρα,
θλιμμένα ανακατεύοντας τη σούπα του από
πουτάνες και αυτοκτονίες.

Ο λύκος του χειμώνα
ροκανίζει τα κόκκαλα των φτωχών
στην παγωμένη άσπρη σπηλιά του.

Ο λύκος του χειμώνα…
Ο αγριωπός, ο κρύος, ο λευκός
όμορφος χειμωνιάτικος λύκος
που τρέφεται απ’ τον κόσμο μας.

*Από το βιβλίο “Ας δεχτούμε την τρέλα”, εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 2017.

**Μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου.

Ασημίνα Λαμπράκου, Τρία ποιήματα

ΘΕΛΩ ΝΑ μ’ αγαπά
Αποκολλώ λοιπόν τα μάτια μου
Και φυτεύω χρώματα τον κήπο
Αποσπώ ένα μέλος μου
Κι ο σκύλος σηκώνει το βάρος του
Συνθλίβω τα οστέινα των δοντιών μου
Και ο λαιμός ντύνεται μαργαριτάρια
Ξενυχιάζω τα χέρια μου
Κι η νεκρή μάννα φοράει νύχια ξανά

ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΑΣΠΡΟ βουνό πίσω μου
και κιτρινισμένα φύλλα πάνω στα ξεραμένα βότσαλα
η γάτα σοδομεί με ένα ψόφιο κοράκι
Στ’ ανοιχτό πέλαγο ο άνεμος που φέρνει σκόνη
Ερημιά Ερημιά
Ο άνεμος περνά μέσα από τα αφτιά μου
σκάει στο βράχο δίπλα μου
γλείφει το σώμα του
τον ερωτεύεται του κλέβει τη φωνή
Υπάρχει ένας θόρυβος μέσα στη σιωπή τού επικείμενου
Αυτός με σπρώχνει εδώ στην άκρη αυτής της θάλασσας
Να πάρω
Να πάρω για να δώσω
Να δώσω για να πάρω να δίνω
Ο γλάρος κλέβει το επικείμενο
Το κοράκι το τρώει
Ο άνεμος το επιστρέφει στα κύματα
Η γάτα κλαίει
Εγώ η γυναίκα η υποσχόμενη να εκπληρώνω
γυναίκα υποσχεμένη για να εκπληρώσω
Να δίνομαι για να παίρνω να δίνω

ΕΙΜΑΙ ΑΠΟ ΥΛΙΚΟ εύκολο vα χλευαστεί
από τον άντρα κι από σένα, ξέρω
μα το βλέμμα είχε από ώρα φανεί. Νεφέλη
να ικετεύει την επιθυμία στο ανέφικτο
και να εγκαταλείπει προς την προσποίηση·
ζεστά αφήνει τα σεντόνια
ταξίδι σε όνειρο που δεν πιάνεται·
εδαφόβιο πουλί
αναχωρεί κι απομακρύνεται
στον κόσμο τον αποίητο τον μέτοικο
εκεί που συναντιόμαστε οι δυο
η αχλεύαστη και της κοροϊδίας
δυο ξεγελασμένες από αδυναμία αγάπης
μα πιο πολύ τρυφεράδας που δεν δοκιμάστη:
πρώτα σε μάνας χάδι κι αγκαλιά στοργική

τόσο αίμα χλοϊσμένο κι η φύτρα άσκαστη

*Από τη συλλογή “solidago”, έκδοση καλλιτεχνικό σωματειο Έβδομο Βήμα, 2021.

Γιώργος Αναγνώστου, Τέσσερα ποιήματα

Η φωτογραφία είναι από το ιστολόγιο του Γιώργου Αναγνώστου στο http://diasporic-skopia.blogspot.com/

Παλιός Νέος Κόσμος

Old World
Γέρος Γερός Κόσμος

New World
Καινός Κενός Κόσμος

Πέρα δυϊσμών
Σύμμαχος η γλώσσα

*

Απαιτήθηκαν λεξικά

Old World
Γέρος και Γερός Κόσμος

New World
Νέος Κενεός Κόσμος

*

Calling for a ride

Στους Λ.Κ., Χ.Χ. Και Φ.Τ.,
Baton Rouge, LA (1986-1992)

Όπως κάθε Τρίτη
μια ώρα πριν τη βάρδια
έρπει προβλέψιμα
η κλήσις

Όπως κάθε Τρίτη
μια ώρα πριν τη βάρδια
η αξιοπρέπεια μπουκώνει την εξάρτηση
με θηλιά φωνής ατάραχης

*

“Είμαστε όλοι μετανάστες”

το τζάκισες για να χορεύουν σέικ
τα κωλόπαιδα

Ντίνος Χριστιανόπουλος

ξενιτεμένη Κυρά Νίτσα να ‘ξερες
γιατί τσάκισες τη μέση σου

την τσάκισες για να ορίζουν
τη μετανάστευση οι μεσαίοι

*Από τη συλλογή “Διασπορικές διαδρομές”, Εκδόσεις Απόπειρα, 2012.

Φάνης Παπαγεωργίου, Τρία ποιήματα

ΠΑΡΟΠΛΙΣΜΕΝΗ ΩΡΑ

Η ήττα που πιστέψαμε
ότι δεν είναι δική μας
μεγαλύτερη καθώς ήταν
και από τον ίσκιο της
μικρότεροι καθώς ήμασταν
και από το άθροισμά μας
μας βρήκε στον χάρτη

όπως το σύννεφο εκείνο
που ρίχνοντας τα αντίβαρα
στάθηκε από πάνω μας
και άνοιξε στα δύο

ΠΟΙΑ ΓΕΝΙΑ;

Η καύτρα στο στόμα της
το αστέρι του Δαυίδ
έδειχνε κατακείθε
τον Θεό να παίζει στα ζάρια
τον σκύλο του
και τον άνθρωπο
γονατιστό καθώς
έχανε την πίστη του
στον εαυτό του

Φως φανάρι
πως παγιδεύτηκε κι εκείνος
όπως η αράχνη λεία
και ο παλλόμενος ιστός της

Είχε ορέξεις
ο αέρας
Ήθελε να ξεριζώσει
τον όλεθρο

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΟΡΑΣΗ

Δεν κλειδώνουν το μέλλον
ούτε γράφουν ιστορία
ανάβουν με καντήλι ή κερί

Μόνο στα νεκροταφεία
τις έβλεπε
ανάλογα με τον καιρό
όταν μαύρες ή άσπρες
του έκαιγαν τη σάρκα

Είχε περπατήσει
σε όλες τις ενδείξεις.

*Από τη συλλογή “Διώρυγα μεταξύ νεφών”, Εκδόσεις Θράκα, Φεβρουάριος 2018.

Λεωνίδας Καζάσης, Στιγμής κάλεσμα αδόκητο

Donaggio Franco Urbis 12

Βράδυ Σαββάτου διαβάζοντας,
το πορτατίφ φέγγει από μέσα κοντά στο μπαλκόνι.
Το πνεύμα ερεθίζεται όταν ασκείται.
Ιδρωμένος κοιτώ στον καθρέφτη το σώμα μου,
τα μαλλιά, τα μάτια.
Τα χέρια αγγίζουν παλμικά και οι μορφασμοί
εικόνες που σφύζουν.
Απολαμβάνω την ανήσυχη ησυχία του κορμιού,
του σπιτιού,
θηρεύοντας άπεφθο της στιγμής μυστήριο.
Μεθώντας παραδίδομαι στων σιωπών τις άρπες.
Με την δροσιά του νερού το σφρίγος χαίρομαι.
Ηδονή οικουμενική ψελλίζει φθόγγους πρωτάκουστους,
στους βρυχηθμούς της νύχτας που νήνεμη ειρωνεύεται.
Να μοιραστώ την χαρά της ύπαρξης,
του σύμπαντος το δέος!
Τα αποθέματά μου σωτήρια. Φενάκη!
Της μοναξιάς η ευωχία συνδαιτυμόνες ποθεί.

Γρηγόρης Σακαλής, Καθοδήγηση

Το πρωινό του ανέργου
μια βόλτα στην πλατεία
στα παγκάκια
κι ύστερα σπίτι
τηλεόραση
πολιτικοί ψευδολογούν
η αστική τάξη
χαριεντίζεται
μοντέλα πλασάρουν
το κορμί τους
διαφημίσεις προϊόντων
τεχνητών αναγκών
δημοσιογράφοι μεταφέρουν
στις μάζες
τις κυβερνητικές πολιτικές
ώσπου να εμπεδωθούν
αυτά κάθε μέρα
κάθε μέρα
μέχρι να γίνει
το μυαλό ζυμάρι
να μη μπορεί να κρίνει
να σκεφτεί
ότι μαζί με τους άλλους
κάτι μπορεί ν΄αλλάξει.