Ηλίας Θ. Παππάς, Από τις «Αρνήσεις μιας ημέρας»

09.00
(άγουρο ξύπνημα, άνευ ονείρου

Όσο στέκομαι και την κοιτάζω δεν θα βγάλει άχνα
η παλιά, μισοτελειωμένη ζωγραφιά.

Οι σκόρπιες μολυβιές, οι πολύχρωμες μουντζούρες
δε χαρίζουν εικόνα – μόνο πάνω, ψηλά
κάτι σαν ουρανός απλώνεται
την ώρα που κάτω, χαμηλά, κάτι σαν άνθρωπος ή σκύλος
πάει να ξεκινήσει.

Απ’ τον ορίζοντα – αν είναι – αχτίδες ή βέλη ρέουν
στην ανοικτή παλάμη της γης
και γύρω τριγύρω στο σπίτι – αν είναι –
χορεύει ο φαφούτης φράχτης μες στα αγριόχορτα.

Ανοίγω την πόρτα χωρίς να ξέρω ποιος είναι ο δρόμος
και ποιος ο λαβύρινθος.

*Από τη συλλογή «Οι αρνήσεις μιας ημέρας», Εκδόσεις «Στοχαστής», Χειμώνας 2013-2014.

Λεωνίδας Καζάσης, Τρία ποιήματα

Υπάρξεως έγερσις

Κοιτάζοντας γύρω
αφουγκράσου το αναπάντητα δοσμένο,
την ουτοπία σύλλαβε, αγγίζοντας
των σωμάτων τα δελεαστικά αινίγματα.
Στο λευκό περπάτα
πισωβλέποντας τη θάλασσα,
πίνοντας του φεγγαριού τα κίτρα.
Κι αν σ’ αποσπάσει το ηλιοβασίλεμα,
δες που κρύβονται τ’ αστέρια
όταν δεν είναι ερωτευμένα,
πως αντιμάχονται τον ήλιο όταν ερωτεύονται,
ξέροντας τον χαμό τους.

*

Αίσθησις

Στις αποκρίσεις των ματιών μυήθηκα.
Σιωπές αμείλικτες τον χρόνο αίρουν.
Τις ενοχές των αστεριών αρνήθηκα.
Χείλη ενδοτικά,
παλμοί των άκρων σου νεύματα μαγεμένα.
Κόρες χίμαιρες, αφές γυμνές στον ήλιο,
με τα μαλλιά τους βράχους αγκαλιάζουν.
Μέτωπα ιδρωμένα,
στήθη των κυμάτων όρθροι.
Μεσ’ τα χέρια σου τα ακρόθινα αγναντεύω,
μέσα στ’ ακρόθινα με ρίγη ναυαγώ.

*

Εκμυστήρευση

Ανατολή, η μεσημβρία ψεύδεται,
όταν ηλιοπαρμένες συννεφιές
την απειλή προστάζουν
τις Κυριακές που οι μνήμες αναπαύονται.
Τα απόμακρα, τα αλλόκοτα, τα ακροκνεφή προτρέπουν,
ίχνη αδρά προσφέρονται
τις αφελείς αργίες.

Αναστασία Ν. Μαργέτη, Της Μεσολογγίτικης

…εἰ θέλεις λαβὼν κάτοπτρον
περιφέρειν πανταχῆ

Πλάτων, Πολιτεία

Στης σιωπής το ανερμήνευτο
Γαία και Ουρανός καθρεφτίζονται
στου φωτός το υδάτινο κάτοπτρο.
Ο κόσμος
σε ηδονική συνεύρεση
με των αντανακλάσεών του
την καλλίστη.
Δέντρα σκυμμένα στο νερό
τα είδωλά τους αγαπούν
και ας πνιγούν
στη λιμνοθάλασσα
των στεναγμών τους.
Από νύχτα σε άλλη νύχτα
παλινδρομούν περιπαθώς
τα δυο φεγγάρια.
Όμως
στο μέτρο του μεσημεριού
–Αλήθεια, να!-
ένα ζευγάρι ερωδιών
ελεύθερο
από των ίσκιων την πολιορκία
αναζητάει στο εμείς
της ευδαιμονίας την ουσία.
Μέμνησο, ψυχή, της Αρετής
και σπάσε τους καθρέφτες.

*Από τη συλλογή “Τρίτοι από της Αληθείας”, εκδ. Γρηγόρη.

Πάνος Κουτούλιας, Καπνός στα μάτια

Προς το παρόν σκουριά
και τεμενάδες υποχώρησης
κι από βδομάδα πρόοδος και επίλυση’
είμ’ ο σωσίας μου
με χειρότερο γούστο στα ρούχα.

Ενοικιαζόμενα δωμάτια για πήδημα
κι ο έρωτάς μου προχειρογραμμένο έπος,

Πιο σουρωμένη εδώ η άνοιξη
σε βάζει να βαράς πεναλτάκια στον τοίχο.

Γιαγιά φοβάμαι να πάω για κρέας’
θα με τυλίξουνε με κηδειόχαρτα
Και θα με πάνε κολατσιό στο δήμαρχο.

Ας σκέφτεται κανείς τι ταριχεύσεις,
προμηθευμένος συλλογές αυτοτραυματισμών.

Ξημερωμένος τσίκνα και νηστίσιμα,
κωλόγερους
και χειροναξία σε ντουζινες.

Είκοσι μέτρα από το νεκτοταφείο των πλοίων
στα ογδόντα βήματα παρότρυνσης
ένα λευκό ελευσίνειο λυκόσκυλο,
Που τρέμει
από το φόβο σου.

*Από τη συλλογή «Προϊστορία για έναν», Εκδόσεις «Υποκείμενο», Ιούνιος 2017.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Τρία ποιήματα

Ο ΠΟΝΟΣ Ο ΠΑΛΙΟΣ
Αργόσυρτο σούρουπο
θολό
τσαλακωμένο
στον ίδιο τόπο
στο ίδιο σταυροδρόμι.

Πάλι μπροστά μου βλέπω να περνούν
ανάσες που ψάχνουν να κρυφτούν
λιμουζίνες
και τρόικες
παιδιά μ’ αυλάκια σκοτεινά στο μέτωπο
να κοιτούν
να φεύγουν τρομαγμένα

πουλιά γυρίζοντας για να πεθάνουν.

Άδειες στα σύννεφα παρτίδες στεναγμών
λέξεις βουβές
κομμάτια των νεκρών και των αγγέλων.

Πάλι με παίρνει ο πόνος ο παλιός
πάλι χτυπιέμαι
στο στοιχειωμένο μου ποτάμι.

ΦΟΡΤΩΜΕΝΑ ΚΑΡΒΟΥΝΟ ΚΑΙ ΛΥΠΕΣ
Μπορεί να βλέπεις ουράνια τόξα
να αιωρούνται πάνω από ποτάμια αστραποβόλα
κοιλάδες κάτω απ’ τον ήλιο να λαμποκοπούν
ή στο σούρουπο να τραγουδούν πουλιά

αίματα όμως κυλούν στα ρήγματα του εδάφους
απ’ τα χώματα διαρρέουν αναφιλητά
σκεπάζοντας τα οστά
κι όνειρα σπαράζουν κάτω απ’ τα μνήματα του κόσμου.

Πλοία ταξιδεύουν σκοτεινά
σε θάλασσες υπόγειες
χωρίς προορισμούς
φορτωμένα κάρβουνο και λύπες.

ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ
Ξυπνάς με φόβο το πρωί
συνηθισμένος πια.

Άλλη μια μέρα άρρωστη
ανεβαίνεις στην επιφάνεια
μια κιτρινίλα παλαβή να βρυχιέται
κουρέλια του κόσμου
καθένας με τη δική του καταδίκη

βγαίνεις στο δρόμο
παίρνεις το τραμ
φεύγεις
στην ίδια πάντα διαδρομή
μέσα στον ίδιο φόβο
χωρίς αίμα στις φλέβες

δίπλα στον εαυτό σου
που βλέπεις κάθε μέρα.

*Από τη συλλογή “Ρήγματα”, Εκδόσεις 24 γράμματα, 2021.

Νίκος Σφαμένος, Ποιήματα

Α.
Στον ξέγνοιαστο τόπο
που κάποτε κατοικούσαμε
τώρα
έχουν τη φωλιά τους
οι σαύρες
διανυκτερεύουν
γέροι παράξενοι ταξιδιώτες
δεν θ’ ακουστεί
ποτέ ξανά
γέλιο.
Τα σπίτια είδαν
τρομακτικές φωτιές
και ξέρεις
και ξέρω
πως ποτέ πια
δε θα δει
το χρώμα της αυγής.

ΜΑΝΑ
Κούμπωσε τη ζακέτα
σου παιδί μου
έρχεται χειμώνας βαρύς
και θα κρυώνεις.
Σου ‘χω ετοιμάσει κρασί,κουβέρτες
και δυο λευκά περιστέρια.
Άπλωσε τα χέρια σου
στη φλογίτσα που καίει
ακόμη
παιδί μου.
Κρυώνεις και θα ‘ναι βαρύς
ο χειμώνας που έρχεται.

*
Μπουσούλησα τον κρύο αυλό
μιας γριάς μάγισσας
δόθηκα σε σκοτεινές κοιλάδες
έπαιξα
έπαιξα
πήρα μιαν αγάπη και τη νανούρισα
πήρα μιαν αγάπη και τη λιθοβόλησα
έγραφα
έγραφα
ένα παιχνίδι χαμένο από καιρό
το ήξερα
όλοι οι γέροι του κόσμου το ήξεραν.
Πάρε κι εσύ μιαν αγάπη και νανούρισέ την
πάρε μιαν αγάπη και λιθοβόλησέ την
και γράψε
και γράψε
σ΄ ένα παιχνίδι χαμένο.

Langston Hughes (1902-1967), Τραγούδι για να τραγουδιέται από μαύρο κορίτσι

Πέρα, μακριά κατά τον Ντίξι,
(πώς μου σπαράζεται η καρδιά)
κρεμάσανε ψηλά σε δέντρο
τον νιό, τον μαύρο αγαπημένο μου.

Πέρα, μακριά κατά τον Ντίξι,
(ψηλά στον αέρα τσακισμένο
ένα κορμί).
Πες μου, λευκέ Ιησού Χριστέ μου,
η προσευχή σε τι ωφελεί;

Πέρα, μακριά κατά τον Ντίξι
(πως μου σπαράζεται η καρδιά)
είναι γυμνή σκιά η αγάπη

σ’ ένα γυμνό, ροζιάρικο δεντρί.


*Aπό το βιβλίο “Νέγροι ποιητές”, Εκδόσεις Θεμέλιο, 1966.

**Μετάφραση: Δημήτρης Σταύρου.

Χ.Π. Σοφίας, Βαβυλώνα

Με επισκέπτεσαι συχνά μέσα στα ερείπια
της Βαβυλώνας
Κρατάς σφιχτά στα χέρια σου τη συνοδεία
των αστεριών
Με λέξεις υγρές που μου μιλούν όπως η θάλασσα
στο ακρογιάλι της
Στη σκοτεινή τραπεζαρία των επισκεπτών αφήνεις
επάνω ηλιοτρόπια πληγωμένα
Τι να σημαίνει το μοβ χρώμα στα χείλη σου;
Τι να σημαίνουν τα ασημένια καρφιά σου;
Και τα σκόρπια βότσαλα στην ιατρική σου τσάντα
που τα βρήκες;
Δεν υπήρξες ποτέ ταξιδιώτης μόνο μια δυο φορές
θυμάσαι ένα πρωί;
Όταν θέλησες να πετάξεις από την ταράτσα και δε
σε άφησαν τα χελιδόνια
Τις ζωγραφιές σου δεν τις πέταξα τις έχω κρατήσει
για τα απογεύματα που τα δένδρα κρυφομιλούν
Με επισκέπτεσαι συχνά μέσα στα ερείπια
της Βαβυλώνας
Φοράς ένα καπέλο με φτερά νεκρού παγονιού
και μυρίζεις λιβάνι
Έρχεσαι μόνος με αυτό τον άγνωστο ίσκιο
που κάθε φορά λιγοψυχάει όταν με συναντάει
Δε σε γνωρίζω δε με γνωρίζεις και όμως έχουμε
το ίδιο σημάδι στο μέτωπο όπως οι εχθροί
Ξέρω είχαμε κάποτε συναντηθεί σε εκείνο το λόφο
έξω από την πόλη που δεν υπάρχει πια
Σε θυμάμαι με θυμάσαι ήμουν αυτός που
προτίμησα να βγάλω τα μάτια μου για να μη βγάλω
τα δικά σου
Είμαι ο τυφλός της Βαβυλώνας με γνωρίζουν
όλοι εδώ πέρα
Πρέπει να φύγεις ξημέρωσε είσαι εχθρός και εδώ
δε σε γνωρίζει κανένας
Πρέπει να φύγεις πριν ξυπνήσουν τα πουλιά
και οι άνθρωποι πρέπει να φύγεις

*Από τη συλλογή “έαρ ραμφίζει”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2020.

Sreemanti Sengupta, Haiku

Sleepless

The Watchman’s
Wife
Cannot sleep

Shivarati

Bare moon
Milky women
Shiva gets a bath

Silence

Silence is was
A scream
Or will be

Love

Love me
Like the poem that’s
Never quite arrived

*

Άγρυπνη

Του Νυχτοφύλακα
Η γυναίκα
Δεν μπορεί να κοιμηθεί

Shivarati

Γυμνό φεγγάρι
Γαλακτώδεις γυναίκες
Η Shiva παίρνει ένα μπάνιο

Σιωπή

Σιωπή ήταν
Μια κραυγή
Ή θα είναι

Αγάπη

Αγάπα με
Όπως το ποίημα που
Δεν έφτασε ποτέ

*Από τη σειρά Free Poetry Series, Ragged Lion Press, London, UK, 2019. #2. Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.