Category Archives: Uncategorized
Πουπερμίνα, Υποψίες
Προ πάντων όχι άλλα νοήματα
όχι άλλα συμπεράσματα και θεωρίες,
ανέκαθεν όλα σαθρά αποδεδειγμένα
Ούτε να το σκεφτεί, να εξηγήσει το παράλογο
ας πούμε, το πως η απουσία έμαθε άραγε
να ξεκουρδίζει τα ρολόγια ή τάχα
πως η ωραία υψικάμινος Λατώ
από την Κρήτη αφού κολύμπησε διαγώνια
πάνω μέχρι το Λιβάδι των Θεών
γλίστρησε η άτιμη έπειτα
κατά του Φιλοπάππου
Περιδιαβαίνοντας
μπαινόβγαινε λοιπόν σε χώρους να
βρίσκει τρόπους να ξεχνά
μπαινόβγαινε σε χρόνους να
βρίσκει τόπους να θυμάται
Άλλοτε πάλι σε ρόλους μπαινόβγαινε,
σε σελίδες, σε γυμνά γιαπιά
και όλοι οι κόσμοι μοιάζανε
από πάντα στοιχειωμένοι·
πλεχτά κορδόνια, πετονιές, ιστοί και νήματα
της εμποδίζανε το βλέμμα και το βήμα – κι όχι,
δεν επρόκειτο, υποπτεύονταν, για απλή
αποκόλληση υαλοειδούς
και …μυιοψίες
Λίλλυ Ιουνίου, Δύο ποιήματα
Ωδή στο θαυμαστό
το ξεχασμένο
την πρώτη σιωπή
την ύστατη παρουσία
στην άκρη ενός δρόμου
ζει
χάνεται
σε κάποιων ματιών τις κόγχες
ένα χαμόγελο
πυροτέχνημα
που έσκασε στα χέρια μας
ακόμα μια σπονδή στο άγνωστο
μήπως περάσουν ανώδυνα οι απανωτοί χειμώνες
*
Τώρα μιλάω μόνο με ποιήματα
μήπως σωθεί η αγάπη
ο ερωτευμένος απέναντί μου
ένα δύσκολο παιδί
τα σώματά μας που αιωρήθηκαν μαζί
η αυταπάτη του αιώνιου
μια άνοιξη σιωπηλή
με κατατρέχουν
Τώρα πιο ήρεμη από ποτέ
Vladimir Mayakovsky, Ο δειλός
Προσεκτικά
μαύροι και ξανθοί,
κρύβοντας τη ματιά τους,
κρύβοντας τα γούστα τους,
όλο στο πλάι,
στον ίσκιο,
παράμερα,
κυκλοφορούν οι δειλοί
στη δοξασμένη
από ήρωες
χώρα.
Κάθε διευθυντής
για το δειλό
είναι κανόνι,
Ακόμα κι εμπρός σε πρόσωπα συγγενικά του
τα ματάκια ο δειλός χαμηλώνει
και τρυπώνει
στο γιακά του.
Κολλάει
στα χαρτάκια το μάτι,
με των ποδιών
σφιγμένους τους διαβήτες:
«Να μπορούσα να καταχωνιαστώ
πίσω από τη διαταγή…
Να μπορούσα να κρυφτώ
πίσω από την εντολή…»
Δεν μπορείς να καταλάβεις,
αν είναι άντρας
ή ψάρι–
λέξη τζάμπα
κανείς δεν μπορεί
Που να βάλει
σφραγίδα και υπογραφή!
«Μόνο να μη
μ’ εκλέξουν,
μόνο να μην
έχω την ευθύνη…».
Αυτί ένα μέτρο
-καθόλου πιο λίγο–
στους διευθυντές
ξωπίσω τρέχει,
τη γνώμη
τη δική τους
ν’ ακούσει,
και αύριο
πρώτος να την έχει.
Αν όμως
ο ανώτερος
γνώμη αλλάξει,
εκείνος
θ’ αφομοιώσει
τη γνώμη του ανωτέρου;
-Γνώμη είναι
δεν είναι γνώμη,
και δεν είναι φοβερό,
να τη χάσεις–
Κλέψτε,
σφάξτε κοντά του,
δε θ’ ακούσει μήτε κλάμα,
μήτε θρήνο.
«Η δική μας δουλειά
είναι μικρή–
εγώ αυτός καθεαυτός
δεν είμαι και μεγάλος βουβός,
μα το στόμα μου είναι
γεμάτο
νερό,
σαν
νεροχύτης είμ’ εγώ».
Ο δειλός
τυλίγεται
με χαρτόνια
και χαρτιά.
«Πώς να το λύσω;!
Ας το κάνουν άλλοι.
Κι αν ξάφνου
κάνω γκάφα
μεγάλη;».
Μέρα τη μέρα
δένει λεπτά
τα δεσμά
των πιο παράξενων γάμων –
δένει
το λιοντάρι με τα’ αρνί
με τη γάτα
το ποντίκι συμφιλιώνει.
Όλη μέρα
την καρδούλα
ο τρόμος σκεπάζει,
αφορμές για πετάρισμα –
άπειρες.
Των λεωφορείων ο τροχός
τον τρομάζει
και οι ανώτεροι,
και η γυναίκα του,
και η γρίπη.
Το συνδικάτο,
Ο δήμος,
όσοι ζητούν δανεικά,
το νεκροταφείο,
η αστυνομία,
τα δάση,
τα σκυλιά,
ο καιρός,
το κουτσομπολιό,
ο χειμώνας
και οι πρότυπες δίκες.
Τρέμει
και ξαπλώνει ο πολίτης,
το τρέμουλο
τη νύχτα
τον τσακίζει…
Σύντροφε,
τι τρέμεις;
Τι,
συμβαίνει,
λοιπόν;
Στο ενυδρείο,
θέλεις,
να σε βάλω;
Η επανάσταση απαιτεί,
να υπάρχει
θάρρος,
θάρρος,
και άλλη μια φορά –
θ-ά-ρ-ρ-ο-ς.
*Μετάφραση: Χρήστος Τρικαλινός.
Γιώργος Κοζίας, Δύο ποιήματα
Hotel de la Gloria
Ελάτε… Δεν είναι μακριά!
Ελάτε πιο γυμνοί στο Τίποτε
με την ομορφιά
ελάτε, νύμφες και νυμφίοι
από την ξεχασμένη Ταρούσα
όρθιοι σαν λεύκες, σαν αέρινες σημύδες
Τα λάγνα μάτια, τα χάδια
τα ερωτικά καλέσματα
της ηδονής τα ανεξίτηλα σημάδια
Ελάτε σ’ αυτό το ταπεινό ξενοδοχείο
έξω από τα πέτρινα τείχη
«GLORIA, μακρινή και μόνη»
στην πρόσοψη θα γράφει
Ελάτε περήφανα τα φύλα
μισό αγόρι, μισό κορίτσι της αγάπης
κι η Φύση αν γελάσει
μην ρωτήσετε την καμαριέρα
Σιωπή: Τι θα πει HOTEL Νεκρών;
Κανείς δεν θα απαντήσει
Σφιχτά αγκαλιαστείτε στο βραδινό κενό
Ελάτε πιο κοντά στο Τρυφερόν και φιληθείτε.
*
Στον Καύκασο το Φως
Ποιος θα με άκουγε αν ούρλιαζα
στο φτερούγισμα των αγγέλων;
Κανένας δεν ακούει μήτε ο Ζούκερμπεργκ
ο μέγας προσωπάρχης.
Τις μέρες που φυσάει παραφροσύνη
κανένας θεός στη μάχη
κανένας ήρωας στον θρίαμβο
και κραταιός τραγουδιστής πάλι κανένας
Οι μούσες βουβές, οι χορευτές νεκροί
Ω, δεν αλλάζει ο ρυθμός
αυτού του κούφιου κόσμου
Πού πας, ψυχή μου, με τέτοια ανθρωπότητα;
Ψάξε πουλάκι σε κλαρί
βρες μιαν αγάπη δροσερή
μίλα τη γλώσσα των βουνών
Στον Καύκασο του τρελο-Χαίλντερλιν το Φως.
*Από τηγ συλλογή «Εξάγγελος», Εκδόσεις Περισπωμένη, 2021.
Τάσος Π. Καραντής, Η ζωή μας
Χτισμένοι
ο ένας πάνω στον άλλον
προσπαθούμε
ν’ ανέβουμε
όλο και ψηλότερα
να ξύσουμε
τον ουρανό!
Όμως η κορυφή
είναι μια αυταπάτη
και τα όνειρά μας
εργοστασιακά.
Κι έτσι
η ζωή μας
η μικρή ζωή μας
κυλάει γρήγορα
από κουτάκι σε κουτάκι.
Μόνο τα ονόματα
αλλάζουνε,
το ‘να το λέμε διαμέρισμα
και τ’ άλλο φέρετρο.
*Από τη συλλογή «Υπήκοοι», Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούλιος 2008.
Νικόλας Μιτζάλης, Μάθημα πολιτικής θεωρίας
Στο μάθημα περί πολιτικής θεωρίας
καθόταν στο βάθος της αίθουσας
Ξεχώριζε για των ματιών του τη σκοτεινιά
και τα ρούχα του τα πολυκαιρινά
Ποτέ δεν ρώταγε
Διακριτικά έφευγε
Πριν το τέλος
Ένα μεσημέρι τον ακολούθησα
στα κρυφά
Καβάλησε ένα μαύρο ποδήλατο και απομακρύνθηκε αργά
Έμαθα ότι δούλευε στη διαλογή απορριμμάτων
καθημερινά
Την επόμενη στο μάθημα περί πολιτικής θεωρίας
στο βάθος της αίθουσας δεν καθόταν κανένας
Ήταν η μέρα που η εφημερίδα έγραψε για κάτι πυροβολισμούς
και κάτι αστυνομικούς νεκρούς
Ήταν κι ένα μαύρο ποδήλατο που απομακρυνόταν αργά
Ήταν η μέρα που σταμάτησα να διδάσκω
Κωνσταντίνα Γεωργαντά, Τρία ποιήματα
Σκοτεινά και υγρά μπιτ με δοξάρια
Νέρωνε το κρασί
Γύμνασε το ένστινκτο
Νέρωνε
Γύμνασε
Νέρωνε
Γύμνασε
Νέρωνε
Ολοκλήρωσε την Ιστορία
Εξασφάλισέ τα αρκετά
Μην μεταλλάσσεσαι
Γέμιζε
Γέμισε
Προχώρα.
*
Μειδίαμα
Φοβάμαι ν’ ακολουθήσω μια ιδέα
γιατί αυτή μεταλλάσσεται και εξελίσσεται
τόσο γρήγορα, παράλληλα με τα δεδομένα
που είναι από τη φύση τους περίπλοκα
που δεν νομίζω πως είναι δυνατόν
να μεταλλαχθώ κι εγώ παράλληλα
και ποικιλοτρόπως με το ίδιο τέμπο’
με τόσες μορφές,
αν βρεθώ μόνος μου,
ποια μουτσούνα θα φορέσω;
*
Ξημέρωμα
Πάγωσα στο ξημέρωμα
καθώς σε περίμενα να ’ρθεις
πάγωσαν οι παλάμες μου
μπροστά στο παραθύρι.
Πάγωσε το κέρμα στο σιντριβάνι
της πλατείας και αυτή η θλιμμένη
φάτσα που χάραξα με την πνοή μου
στο τζάμι.
Πάγωσα και ράγισα
και πριν να βγει ο ήλιος
για μια στιγμή
ένιωσα όλος.
*Από τη συλλογή “ρακοσυλλέκτης χρόνος”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούνιος 2015.
Γωγώ Λιανού, Τρία ποιήματα
1
Λυπάμαι για τα χρώματα, που δεν βρίσκουν το δρόμο τους.
Για το κόκκινο,
σε όλες του τις αποχρώσεις,
μα περισσότερο για εκείνη, τη ζωηρή.
Ξέμεινε η κακόμοηρη να χρωματίζει σημαιάκια,
να λεκιάζει πληγές,
να ταυτοποιεί ιδεολογίες.
Είναι όλα πάλη κι αυτός πιο δυνατός.
Γι’ αυτό λυσσάω αγάπη μου.
Να ’χεις βουλώσει τις τρύπες.
Να ’ναι ελαφρύ το λάβαρο.
Μη πέσει να σε πλακώσει.
Να βρει το κόκκινο το δρόμο του.
Όποιος κι αν είναι τελικά.
Να βρεις κι εσύ τον δικό σου.
Κι ας μη σε φέρει πίσω.
Να μην είσαι λειψός.
Να πεις στο τέλος «τα κατάφερα».
2
Όταν σε θυμάμαι και δεν έρχεσαι,
σε φιλώ με κλειστά μάτια.
Και τιμώ το χέρι σου,
έτσι απαλά που μ’ άγγιζε.
Και σε φοράω γύρω απ’ το λαιμό,
να σ’ έχω φυλακτό.
Και έμαθα απ’ έξω τη χροιά σου,
να σε βρίσκω εύκολα.
Άκου!
Η άνοιξη καθυστερεί.
Όταν σε θυμάμαι και δεν έρχεσαι,
πιο εύκολα ξεχνώ.
Όταν σε θυμάμαι και δεν έρχεσαι,
μυρίζει βαλς και σείεται η γη.
Κι ήταν γραφτό το βράδυ εκείνο να με στοιχειώσει.
4
Είναι-αλήθεια-περίεργο συναίσθημα.
Ξυπνά στο στομάχι βαθύ σφίξιμο.
Κι ύστερα σέρνεται μέσα μου ένα χέρι,
με φίδι όμοιο.
Αρπάζει την καρδιά.
Τη σφίγγει, να μη παίρνει άλλο αίμα.
Ανεβαίνει ψηλά ως το λαιμό
κι είναι έτοιμο να βγει.
Το έμεσμα.
Έτσι αποκαλώ τη θύμησή σου.
*Από τη συλλογή “Θλίψη καιρική”, Αθήνα 2017.
Λίνα Βαταντζή, In dubio abstine
Η όραση τρεμοσβήνει.
Μηδέν.
Πιθανόν υπερίπταμαι
πιθανόν βυθίζομαι.
Σύννεφα και κύματα
περιφέρονται.
Η βροντή από τον ουρανό,
ο αχός της θάλασσας,
η φωνή σου.
Το λευκό και το γαλάζιο
μετατρέπονται σε στάχτη –
στον βυθό ανατρέπεται
η γυάλινη κλεψύδρα,
στο στερέωμα διασκορπίζεται
η άμμος της πυξίδας.
Ίλιγγος – αμφιβολία
Όλα.
Μας προσδιορίζουν.









