Mαρία Πανούτσου, Τρία ποιήματα για το τέλος του 2021

ύμνος

-πριν και πέρα από το σήμερα,
ως κάλεσμα,
μια μόνη ευχή,
ίσως μοναδική
περαστική,
προ προμυθεική

από τις πέτρες πιο πέτρινος
ένας καημός
αναχωρεί τελεσίδικα
μήπως είναι αυτός,
μήπως εκείνος,
μήπως εγώ ή εσύ..

σε μία πόλη γεμάτη ανθρώπους
ξετυλίγεται ένα γίγνεσθαι
στις σκάλες, στο οδόστρωμα,
στα υψώματα και στα χώματα,
στα ασανσέρ,
μουσικές ξεπηδούν
από παντού

κλυδωνίζονται επιλογές
και σκέψεις ολονύχτιες,
δεν επιθυμώ επιστροφή
μόνο η μνήμη
ως συνέχεια, ένα πείραμα στο υπαρκτό

κοιτώ τα χέρια μου, τα δάχτυλα
και παίζω ένα κομμάτι στο πιάνο,
που ακόμη αρνείται το σώμα να ξεχάσει,
τούτες οι γιορτές, δεν μοιάζουν
με καμιά άλλη,
μια σπιθαμή, από το τίποτα

καθώς γυροφέρνουν στο κεφάλι
εικόνες
αναζητούν έναν τοίχο για να υπάρξουν
έστω μια φευγαλέα υπενθύμιση
πριν εξαφανιστούν
έστω τοιχοκολλημένες

μονολογώ
αφού ο διάλογος απεκδύει
κάθε επαφή
και όμως, ο ήλιος μας ζεσταίνει
ο αέρας
γεμίζει τα πνευμόνια μας,
το χώμα,
μας στηρίζει στο περπάτημα
τα σύννεφα μας νανουρίζουν,
αιωνόβιοι ουρανοί και η βροχή
μας προμηθεύουν με χρώματα

ελάτε σταματήστε για λίγο τον βηματισμό
ας σταθούμε εδώ κάτω από τούτο το δένδρο
και ας ταξιδεύσουμε αιώνες πίσω
μήπως και βρούμε τον μίτο της Αριάδνης

ολοταχώς για μια πλεύση
σε ένα τόπο
άτοπο
άχρονο
αστόλιστο
αγεφύρωτο
ανέμελο
απαίδευτο
αδιάβαστο
ανοχύρωτο
άκλαυτο
άστεγο
αξόδευτο
ανόθευτο

με μια στάλα χαράς
παρέα με την γάτα μου
στολίζω τούτο το άσπρο χαρτί
με λίγα σκαλίσματα
πόσο να ζυγίζουν οι λέξεις,
μια στάλα από κάτι τι όμορφο,
και περιμένω,
με το duende στην καρδιά,
μια αναγέννηση,
γιατί πάντα θα υπάρχει αναγέννηση
για τον άνθρωπο-

*
Διαδρομή

λόγος
μια πηγή και δοχεία
με γάργαρο νερό για μια μέρα
ιχνηλαλασίες μικρής διαδρομής
ιεροτελεστία σε πράσινες εικόνες
αυτιά μεγεθυμένα σε φτερά
ακούουν τα φυλλώματα
νερό – πουλιά και η καρδιά
μιλάνε με συνθήματα –
όπως εγώ μιλούσα στον κορμό
δένδρο ψηλό
παιδί δικό μου φυτεμένο
τότε δεν γνώριζα τον φόβο
τον έμαθα στο στρίμωγμα
χωρίς αέρα χωρίς αιδώ
μια ύβρις που σαρώνει
 
επίλογος
 
…σαν να ψύχρανε
δέχομαι επισκέψεις μόνο στην κουζίνα
ασβεστωμένη- να θυμίζει
τον παράδεισο που σβήνει
ωσάν με κάδρο, υγρός πίνακας-
έξω και κάτω απ’ το υπόστεγο
μαδάει η φωλιά των χελιδονιών
κρύωσε ο καιρός …
 
*
Μνήμη


Α’ ΜΕΡΟΣ
 
Αρσινόη
 
αγαπημένες στιγμές της μάζωξης
στον κήπο με τα λεμονόδενδρα
αγουροξυπνημένος ο πατέρας
 
μια ξύλινη σκάλα με όμορφη καμπύλη
μας χώριζε από τον παράδεισο
 
μετρούσα τα σκαλιά καθώς κατέβαινα
Βαρώσι μου Αμμόχωστο
 
μια όμορφη κόρη ήσουν και σε ζήλεψαν
 
ένα κομμάτι γης με γύρω θάλασσα
 
μα άχρηστες οι προσευχές
αγροίκοι σε βατέψανε μικρή μου όμορφη
 
δεν ήταν όλοι ο μάρτυρας Μαρκαντώνιος
να θυσιάσουνε ζωές και πλούτη
 
ας ήταν να μην σε γνώριζα
ας ήταν να μην σε διάβαζα
ας ήταν να μην σε πόνεσα
να μη ήξερα το ένα και το άλλο
 
η ιστορία σου περίτρανα αντιλαλεί
κι εσύ ακόμη ζωντανή παλεύεις
εσύ,
απόηχος της Αρσινόης.
 
Β’ ΜΕΡΟΣ
 
Οχλαγωγία
 
Δίχως το Ίχνος, δίχως Ηθμό τι γυρεύουμε;
 Απαριθμώ μόνο ασέβειες.
Καταγράφω έλλειψη δικαιοσύνης.
Ξεχάσαμε τους άγραφους νόμους.
Με νομοθεσία ελλιπή.
Όλα έχουν υποβαθμιστεί.
Διάγουμε επικίνδυνη εποχή.
Με το μανδύα της ελευθερίας.
Μισανθρωπισμός.
 
Συγκρατώ και διώχνω μακριά ό,τι σάπιο.
Οι θεσμοί της κοινωνίας όχι μόνο νοσούν αλλά επιθυμούν και εμείς το ίδιο να νοσούμε.
Γονυπετώ με μια προσευχή στο στόμα, στην καρδιά.
 
Και οι φιλίες έγιναν σύννεφο
που περπατά στον ουρανό,
μικρές σταλαματιές  της βροχής
και ευχές για ένα αύριο,
τίποτα δεν μένει αχρωμάτιστο-
γλυπτό είναι στιβαρό,
που στηρίζει το χθες
 
κι οι κουκουβάγιες νουθετούν
καθώς μαζί στα μονοπάτια
κι οι νυχτερίδες
άλλαξαν σπίτι, ευτυχώς,
όλα στη θέση τους-
 
καθώς ταΐζω
ένα πληγωμένο περιστέρι
σκέπτομαι
πως όλα είναι σωστά βαλμένα.
 
Τέλος του 2021
Μαρία Πανούτσου

Χαρά Χρηστάρα, Ποιήματα 

Γύρω-τριγύρω σιωπή
μόνο το φτεροκόπημα της μνήμης μου
ακούω

*

Σφίγγω τα χείλη
τα βλέφαρα και τις παλάμες
στη φούχτα μιας ανάμνησης κρυμμένης

Πείθω τις κόρες, τους καρπούς,
το στόμα
για τους κινδύνους που παραμονεύουν

*

Κλειστή αποδοκιμασία

Κλειστή αποδοκιμασία
κρυφά βλέμματα
κι αγάπες

και υποκρισίες
και παιχνίδια

*

Κρυφές αναπνοές

Κρυφές αναπνοές
κρυμμένες αντιρρήσεις

κάτω από την άνοιξη
να κουφοβράζουνε

Για την αδυναμία μου
αναστενάζω

*

Τέλος της γιορτής

Και τώρα το τέλος της γιορτής
οι δρόμοι ξαναβρίσκουν το σκοτάδι
τα λίγα φώτα που απόμειναν
μοναχικά και ξεχασμένα

Επιστροφή στις γνώριμες συνήθειες
ο καπνός αλλάζει μυρωδιά
η μέρα μεγαλώνει
η πάλη ξαναρχίζει η καθημερινή
και πεταρίζει η καρδιά στο ξανασμίξιμο
σαν στη «Σονάτα των αποχαιρετισμών»

*

Παιχνίδι ατέλειωτο

Βουτάω πάλι στη σιωπή μου
η κάμψη των αισθήσεων
σταματά την κρίση
να νοιώσω ελεύθερη πασχίζω

παιχνίδι στήνει ατέλειωτο
η απουσία με την παρουσία
δεν μένει παρά να το ακολουθήσω

*

Παρακαμπτήριος

Η παρακαμπτήριος του πάθος
αλλάζει τα δεδομένα

Οι συναντήσεις των ψυχών αόρατες
Στρατιές πεινώντων και διψώντων
ψάλλουν σε αρχαίους ήχους

Ύμνος σε άγνωστο Θεό
οι παρεκκλίσεις μας

*

Πλήθος κινήσεις

Σελίδες
με λεκέδες αίμα

Πλήθος κινήσεις
δεν κατορθώνουν να διαπεράσουν
τη φλούδα που μας περιβάλλει
δήθεν για προστασία
δήθεν για ενότητα

Οι κόποι μας μοιάζουν χαμένοι
Πότε θα σηκωθούμε από τον ύπνο μας;

Οι γέροι μάντεις
λείπουν απ’ την εποχή μας

*

Ολόκληρη

Η μέρα ξεκίνησε παράξενα
Διαμελισμός

Φωνές, σχήματα, λέξεις,
πασχίζουν να ενώσουν τα κομμάτια
να ξαναδώσουν στην εικόνα μου το ολόκληρο
το βλέμμα να πετάξει στον ορίζοντα

καθρέφτης ο ήλιος
να φωτίσει
τη σκοτεινή μου περιοχή

*Η Χαρά Χρηστάρα (1957-2021) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στο Παρίσι κοινωνιολογία, γλωσσολογία, εθνολογία και εθνομουσικολογία και ήταν κάτοχος διδακτορικού διπλώματος κοινωνικής ανθρωπολογίας από την E.H.E.S.S. Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες. Είχε εκδώσει δώδεκα ποιητικές συλλογές και τρεις συγκεντρωτικές εκδόσεις.

**Τα ποιήματα αυτά, όπως και η φωτογραφία της ανάρτησης, αναδημοσιεύονται από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2021/12/28/ποιήματα-χαρά-χρηστάρα/

Χρήστος Διαμαντής, Δύο ποιήματα – Εις μνήμην

Καμουφλάζ

Θα κρυφτώ
Πίσω από το δάχτυλό μου,
Στην καλύτερη κρυψώνα
Που μου ‘μάθαν στο σχολείο.

Θα παίξω
Κρυφτό μ’ ολόκληρο τον κόσμο.
Πέντε – δέκα – δεκαπέντε…
Φτου – ξελευτερία στους φυλακισμένους.

Θα προσποιηθώ
Πως είμαι χαμαιλέων σε ανθρώπινες ζούγκλες·
Καμουφλάζ στην ερημιά
Μη τυχόν με δει κανείς.

*

Μάτια

Μάτια.
Δίδυμοι πλανήτες
Αναγκασμένοι να περιστρέφονται
Αδιάλειπτα.

Και οι κόρες,
Αποστακτήρια δακρύων
Που δουλεύουν
Ασταμάτητα.

Τα μάτια.
Έγχρωμη ανέμη
Που ξετυλίγει το νήμα
Φυγόκεντρης ψυχής.

Και κάθε βλέμμα,
Ένα βασίλειο
Που αρχίζει να πλάθει
Όραση αληθινή.

Γρηγόρης Σακαλής, Υδρόγειος

Θα είμαι γυμνός
θα φορέσω το ματωμένο
πουκάμισό σου
αυτό μόνο
θα περπατήσω
σε φλεγόμενους δρόμους
σε δρόμους
της ζωής και του θανάτου
θα υπερβώ
όλα τα πρέπει και τα όχι
με υπερφυσικές δυνάμεις
που θ΄ αποκτήσω απ΄ το επέκεινα
θα εξαφανίσω την αδικία
και την πίκρα
αγαπημένη μου
μόνο εσύ μπορείς
να με πληγώσεις
κι εγώ εσένα
σε μια πυρακτωμένη υδρόγειο.

Έρμα Βασιλείου, Femmes (Γυναίκες)

Les Femmes d’Alger. Photo: Philippe Lopez/AFP/Getty Images

Οι γυάλινες γυναίκες
έχουν άμμο στον κόρφο
που σε κλεψύδρες δεν χωρά
και οι υδάτινες περνούν χωρίς κλάμα
και ιδρώτα
φλερτάρουν με σκορπιούς
την ώρα που αυτοί κρύβονται…
οι αέριες έχουν χρώμα χαλκού
στα μάτια
δεν παντρεύονται σιδηρουργούς
οι αργίλινες αγαπούν πολύ τα παιδιά τους
κι είναι έτσι πιο φθαρτές
οι αέρινες αγαπούν την αλήθεια
ο αγέρας μ’ αυτιά δεν ακούει
με στέμμα μιλάει χωρίς να φαίνεται
μα οι γυναίκες των λέξεων
είναι γυναίκες έλξεων
κι είναι τόσο εύκολη λεία
να βρεις τι έλκει κι απωθεί
τι απωθεί που έλκει
και ποιος μαγνήτης παίρνει
φέρνει θεραπεία
και δύσκολο να βρεις
στη λεία
τη γυναίκα των λέξεων
των πνευματικών ορέξεων 
να είσαι το συστατικό του μέρους
παρά μέρος του συστατικού
της έλξης των λέξεων
άκρατος οίνος

*Από τη συλλογή “Σκέρτσο ή Τα σκέρτσα της Αλέγρας” (περιλαμβάνεται στο μεγάλο έργο “Νηρηίδες” Α’ Τόμος – Δέλεαρ).

Χριστιάνα Αβρααμίδου, Τρία ποιήματα

Τη στιγμή που πέφτεις
δεν υπάρχει σωστή κραυγή
λέξη να πεις,
να ψιθυρίσεις.

Τη στιγμή που πέφτεις,
λες ήξερα πως θα γινότανε έτσι
μα δεν μπορούσα να κάνω κάτι.

Πέφτεις.

*

Στον Θανάση

Τις μεγαλύτερες αλήθειες
τις λέμε όσο είμαστε μικρά.
Με λόγια απλά
χωρίς καμιά
τελεία.

*

Έψαχνα πυρετωδώς
αυτό το μαύρο πενάκι
που βάζεις στον υπολογιστή
να ανοίξεις τα κεφάλαια της ζωής σου…
Νόμιζα ότι το έχασα’
την τσάντα έκανα άνω κάτω
για αυτό το μαύρο πεν’ακι
που ήταν ήδη
στον υπολογιστή μου

*Από τη συλλογή “Εσένα σε έχω ξαναγαπήσει”, Εκδόσεις Οροπέδιο, 2014 (σελ. 13 και 20).

Θεοδώρα Βαγιώτη, Η τελευταία μέρα του χρόνου

Photo: Calisto

Κοιτώ τις γρίλιες
κι είναι το φως τόσο λίγο
τόσο θαμπό
τόσο μάταιο
μα η καρδιά μου βροντάει στο στήθος
να βγει
να φωλιάσει σ’ ένα άρπισμα σι μινόρε
ν’ αφήσει για πάντα το τέλος
να αιωρείται
πριν για τα καλά πέσει κάτω στη γη
σε μία λύση δραματική
όπως αυτή που γυρεύει ο πιο τραγικός ήρωας
που ξάπλωσε με τη μάνα του
και γέννησε μαζί της
το είδος μου∙
/ μια πεταλούδα πεταρίζει μέσα στο αστικό λεωφορείο
κι όλο γυρίζει
κι όλο γυρίζει
δε βρίσκει δρόμο προς την ελευθερία
στο τέλος ξαπλώνει
στον ώμο του πεινασμένου
και δεν τρώγονται -σκέφτεται-
ύστερα τη βουτάει στη χούφτα
τής ψιθυρίζει
την προσευχή του δείπνου
και τη χαρίζει σε ένα όμορφο κορίτσι
με κόκκινα μάγουλα∙
εκείνη τη βάζει στο στήθος
σαν χαρτονόμισμα
και κατεβαίνει στη στάση
Ωδείο

/ λυπήσου με ξαγρύπνησα στο πλάι σου ανθέ μου
δίπλα μου η νύχτα ξαγρυπνά κι αυτή με συλλογιέται
σαν το τραγούδι της ζωής που λένε οι αγγέλοι

και μούδιασαν τα μέλη

πέφτουν στη γη σαν ξένοιαστα πτίλα των ομματιών μου
το ‘χει η καρδιά μου να γρικά τα λόγια να καυχιέται
σαν το τραγούδι της ζωής που ξέχασαν οι αγγέλοι

στο στόμα μου το μέλι

/ Κοιτώ τις γρίλιες
κι είναι το φως τόσο λίγο
τόσο γλυκό
τόσο κι ελπίζω

Nikanor Parra, Ιεροτελεστίες

Κάθε φορά που επιστρέφω
από ένα μακρινό ταξίδι
Το πρώτο που κάνω
Είναι να ρωτήοω για κείνους που πέθαναν.
Όλοι οι άνθρωποι είναι ήρωες
Από το απλό γεγονός του ότι πεθαίνουν
Κι οι ήρωες είναι οι δάσκαλοί μας.

Κι ύστερα
για τους λαβωμένους.

Μόνο μετά
ποτέ πριν κάνω
Αυτό το μικρό τρισάγιο στους νεκρούς
Αισθάνομαι πως έχω δικαίωμα στη ζωή.
Κλείνω τα μάτια για να δω καλύτερα
Και τραγουδάω με κακία
Ένα παλιό τραγούδι της αρχής του αιώνα.

*Από το βιβλίο “Νικανόρ Πάρρα, Ποιήματα και Αντιποιήματα”, εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2002. Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Πέτρος Γκολίτσης, Δύο ποιήματα

Μια μαύρη τρύπα ο ουρανός

Μια μαύρη τρύπα ο ουρανός
σαν πλαστικό πηγάδι
και τα άστρα πέτρες
που τον διέσχισαν
χτυπώντας τις πλευρές
κάποτε φτάνοντας στον μαύρο του βυθό

Βουλιάζουμε
-για λίγο-
φωσφορίζουμε
στον άνω θόλο του κρανίου μου
προτού
πέσω μέσα
κι εγώ

*

Ανάληψη

Μια τόση δα ανάληψη στο στόμα
να μαραίνεται
συνέχεια εκεί
με τους ανέμους
να πηγαίνεις

Αν ήξερα, θα μίλαγα
θα πήγαινα
το στόμα του θα το άνθιζα
και με σεντόνι θα τον έπνιγα
θα ξεγεννούσα την ψυχή του
μες στο άσπρο

*Από τη συλλογή “Σκάζοντας κρέας” (2017).

Μαύρες Ρίζες. Αφροαμερικανοί Ποιητές και Ποιήτριες του Μεσοπολέμου

Λάνγκστον Χιουζ, Έλην Τζόνσον, Άνν Σπένσερ κ.ά.

Μαύρες Ρίζες. Αφροαμερικανοί Ποιητές και Ποιήτριες του Μεσοπολέμου

Εκδόσεις Στοχαστής
ISBN 978-960-303-279-3
ΣΕΛΙΔΕΣ: 242, ΤΙΜΗ: 15 ευρώ

ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ-ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Νίκος Λάιος

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Στέλιος Ελληνιάδης

«Σαν πρέπει να πεθάνουμε – μην είν’ σαν τα καπριά/Κυνηγητά, φραγμένα σε μεριά ντροπιαστική/ Με γύρω ν’ αλυχτάν’ λυσσάρια, λιμάρια τα σκυλιά/Τη μοίρα περγελώντας μας την τρισκατάρατη./Σαν πρέπει να πεθάνουμε, ω, ας πέσουμε στο χώμα/Τίμια, το ατίμητό μας το αίμα τού κάκου μη χυθεί·/Τότε ως κι αυτά τα τέρατα που τ’ αψηφάμε ακόμα,/Θ’ αναγκαστούν σέβας να δείξουν κι ας είμαστε νεκροί!»

Η παρούσα Ανθολογία μαύρων ποιητών και ποιητριών των ΗΠΑ του Μεσοπολέμου, φιλοδοξεί να αποτελέσει έναυσμα για μια διαρκή γνωριμία του ελληνικού αναγνωστικού κοινού με την έκρηξη, μιας αυθεντικής, πλατιάς, σύνθετης και αντιφατικής καλλιτεχνικής δημιουργίας στους κόλπους της μαύρης διανόησης των ΗΠΑ, στα ζοφερά χρόνια ανάμεσα στον Α ́ και Β ́ Παγκόσμιο Πόλεμο και των επιπτώσεων της Οκτωβριανής Επανάστασης και της καταλυτικής οικονομικής κρίσης του 1929.

Η έκρηξη της κουλτούρας των μαύρων στον Μεσοπόλεμο δεν έφερε την ποθούμενη απελευθέρωση, φυλετική και κοινωνική την οποία προσδοκούσαν, αλλά κατάφερε να φέρει στο προσκήνιο, με άλλους όρους, τους μαύρους της Αμερικής και να στεριώσει τα θεμέλια για τους μεγάλους αγώνες που αναπτύχθηκαν με τον πόλεμο και οδήγησαν σε σημαντικότατες κατακτήσεις που άλλαξαν ριζικά τη θέση τους στην Αμερική και τον κόσμο ολόκληρο.

Διαβάζοντας κανείς προσεκτικά τα ποιήματα θα καταλάβει πως μιλάμε για ποίηση εκρηκτική, μια ποίηση που «αντιστέκεται». Οι δεκαοκτώ ποιητές της συλλογής είναι αντιπροσωπευτικοί των τάσεων και ανησυχιών που διακατέχουν και εμπνέουν τους μαύρους διανοούμενους και καλλιτέχνες στα χρόνια του Μεσοπολέμου.

Με ποιήματα που δεν περιχαρακώνονται στις φόρμες του μπλουζ τραγουδιού, αλλά η θεματολογία τους ίσως να είναι πιο μπλουζ από πολλούς στίχους τραγουδιών, όπως είναι, για παράδειγμα, τα συγκλονιστικά «Ο γέρο-Λεμ» και «Ανάμεσα στον κόσμο και σε μένα», που αναφέρονται σε σκλάβους και λυντσαρίσματα. Ποιήματα που ενσυνείδητα καταγράφουν τη ζωή των μαύρων, των καταπιεσμένων, των οργισμένων, των επαναστατημένων.