Ζωή Καραπατάκη, Δύο ποιήματα

Έργο Stoian Donev

ΛΥΤΡΩΣΗ

Φθαρτοί και πεπερασμένοι είμαστε
αλλά δεν το παίρνουμε απόφαση
είναι κι αυτό το αγανακτικόν ήθος
που μας κατακαίει
είναι και οι λέξεις -μάσκες που φοράμε
-ενώ άν μας λυτρώνανε-
και η οργή ακόμη
μια γλωσσική παντομίμα είναι
μια ξένη γλώσσα
που ακούγεται
όπως του μετανάστη
και το ανείπωτο να υπάρχει πάντα
σαν τραύμα
διαμπερές

*

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Το αίμα μου
ζητώ να πάρω πίσω με τα ποιήματα
η Ποίηση όμως βρίσκεται
πίσω απ ‘ τη θολή γραμμή του ορίζοντα
και μέσα στη σιωπή της
Και έτσι και γω καίγομαι
μαζί τους
μια μάταιη θυσία
που δε χρειάζεται καν συζήτηση

Jacques Prévert, Τρία ποιήματα

ΦΙΕΣΤΑ

Και τα ποτήρια ήταν αδειανά
Κομμάτια το μπουκάλι
Και το κρεβάτι ήταν ολάνοιχτο
η πόρτα σφαλιστή
Και όλα τ’ αστέρια του γυαλιού
της ευτυχίας και της ομορφιάς
αστράφταν μέσα στη σκόνη
της κακοσκουπισμένης κάμαρας
Και ήμουν μεθυσμένος πεθαμένος
και ήμουν φωτιά από χαρά
κι εσύ μεθυσμένη ζωντανή
ολόγυμνη μέσα στην αγκαλιά μου.

*

ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Ανάμεσα στα δόντια μιας παγίδας
Το πόδι μιας άσπρης αλεπούς
Κι αίμα πάνω στο χιόνι
Το αίμα της άσπρης αλεπούς
Και ίχνη πάνω στο χιόνι
Τα ίχνη της άσπρης αλεπούς
Που φεύγει στα τρία
Μέσα στον ήλιο που γέρνει
Κρατώντας ανάμεσα στα δόντια
Ένα λαγό ακόμα ζωντανό.

*

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΑ ΠΙΟ ΜΙΚΡΑ

Το πουλί που τραγουδάει μέσα στο κεφάλι μου
Κι αδιάκοπα μου λέει πως σ’ αγαπώ
Κι αδιάκοπα μου λέει πως μ’ αγαπάς
Το πουλί με τ΄ανυπόφορο ρεφραίν το πουλί
Θα το σκοτώσω αύριο το πρωί.

*Από τη συλλογή “Στο μεγάλο ποτέ”, Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος (στη σειρά Ξένη Ποίηση Αρ. 16), Δεκέμβρης 2006.
**Μετάφραση: Βαγγέλης Χατζηδημητρίου.

Κατερίνα Λιάτζουρα, Ο πρόσφυγας του Αιγαίου

Στο αμπάρι ενός σαπιοκάραβου είναι στοιβαγμένη η ελπίδα μου.
Στρίμωξα τη ζωή μου ανάμεσα σε νεκροζώντανα κουφάρια.

έχω κλειστοφοβία – σας το ΄πα;

Τα σωσίβια φωσφορίζουν μέσα στη νεκρική μαυρίλα.
Το κρύο διαπερνά τα σωθικά μου.
Με κάθε κυμματισμό
αγίασμα στα πνευμόνια μου το θαλασσινό νερό.

φοβάμαι το σκοτάδι – σας το ΄πα;
και το κρύο και το νερό και τα μεγάλα ψάρια.

Υποθήκευσα τη ζωή μου.
Αποθήκευσα τη ψυχή μου σε αιγαιοπελαγίτικο φέρετρο.
Πλήρωσα πλήρωσα πλήρωσα.
Χρήματα οικογένεια πατρίδα αξιοπρέπεια.
Σε ποιο χρηματιστήριο ανθρωπιάς να αναζητήσω την τιμή μου;

Αγκίστρωσα τον αγκώνα μου σ’ ένα απομεινάρι του ναυαγίου
Μπορεί όμως και στο πτώμα της συντρόφου μου.
Δεν ξέρω.
Δεν κοίταξα.
Δεν θυμάμαι.

Φοβάμαι και το θάνατο – σας το ‘πα;

*Από τη συλλογή “Αποκαΐδια ηθικής”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017.

Χ.Π. Σοφίας, Πέντε ποιήματα

Albert Tucker (1914-1999): The Intruders (1964)

ΝΕΚΡΑΝΘΕΜΑ

Εχθές
δύο
εραστές
Σάββατο
βράδυ
η
λύσσα
της
γλώσσας
τους
έφερε
μιαν
ανάσα
πριν
το
θάνατο

*

ΕΦΕΝΤΡΑ

Γυναίκα-μοναδικότητα πιθανοτήτων

Διαβάζεις τα ακρογιάλια με το σώμα σου
Κάτω από την κοιλιά σου η προσευχή
του καλοκαιριού
Ο ενεστώτας που συλλαβίζει
τα αστέρια

*

ΑΕΡΗΔΕΣ

Κάτι απογεύματα στους Αέρηδες
Με φτεροκοπήματα πουλιών
Λεηλατούσες την αγάπη μου

*

ΠΡΟΦΗΤΕΣ

Προφήτες δίχως μάτια
Με αμφίεση αστροναύτη
Σκόρπισαν ανθρώπινα μάτια
δελφινιών

*

ΚΙΤΡΙΝΗ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

Φεγγαρολούλουδα
Αστρόδεντρα
Καθρεπτοσκιές

Πλάτυναν κατά πολύ τα όρια
της άνοιξης

Όσοι πεθαμένοι έμειναν
χάρηκαν το θάνατο

*Από τη συλλογή “Ο έρωτας της βροχής είναι παντοτινός”, Εκδόσεις Κουκκίδα (στη σειρά Ποίηση Αρ. 32), Αθήνα 2019.

Dylan Thomas, Μια πορεία στον καιρό της καρδιάς

Μια πορεία στον καιρό της καρδιάς
Την υγρασία σε ξηρασία μεταλάσσει’ η χρυσή βολή
Λυσσομανά στον παγωμένο τάφο.
Μια πορεία στην εποχή των φλεβών
Τη νύχτα σε μέρα μεταλάσσει’ αίμα στους ήλιους τους
Φωτίζει το ζωντανό σκουλήκι.

Μια πορεία στο μάτι προειδοποιεί
Τα κόκκαλα της τύφλωσης κι η μήτρα
Οδηγεί στο θάνατο καθώς η γη διαρρέει.

Ένα σκοτάδι στον καιρό του ματιού
Είναι το μισό του φως’ η βυθομετρημένη θάλασσα
Σκάζει σε λεία γη
Ο σπόρος που πλάθει ένα δάσος νεφρών
Καρφώνει το μισό καρπό του’ και μισό στάζει
Αργά σ’ έναν άνεμο υπνωμένο.

Ένας καιρός σε κόκκαλα και σάρκα
Είναι υγρασία και ξηρασία’ ο ζωντανός κι ο νεκρός
Κινούνται σαν δυο φαντάσματα μπροστά στο μάτι.

Μια πορεία στον καιρό του κόσμου
Το στοιχειό σε στοιχειό μεταλάσσει’ κάθε μητέρας παιδί
Κάθεται στη διπλή σκιά του.
Μια πορεία συνεπαίρνει το φεγγάρι προς τον ήλιο,
Κατεβάζει τις κουρελιασμένες κουρτίνες του δέρματος
Κι η καρδιά εγκαταλείπει τους νεκρούς της.

*Από το βιβλίο “Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία”, Εκδόσεις “Ελεύθερος Τύπος” (σειρά Ξένη Ποίηση Νο 4). Εκδόθηκε προφανώς το 1988, γιατί δεν αναφέρεται χρόνος έκδοσης).
**Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.

Ηλίας Τσέχος, Τρία ποιήματα

ΔΥΟ ΧΑΪΚΟΥ

Μάντισσες χαρές
Το χιόνι ανθίζει
Και μοσκοβολά

Ας σπαθίζουμε
Το φως που δωρίζουμε
Στις σκοτοδίνες

*

ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΑ

Ήρθε και πήγε η ζωή
Σαν κερί αχρείαστο
Κοιτά το δίλαβο
Κάνει με και κλαίω
Ανοίγει τρύπες και βοά
Η στράτα να κραυγάζει
Πρόσεχε μην πέσεις μέσα
Χίλια χείλη αφίλητα
Γιατί αν έρθει πάλι η βροχή
Πάλι το τέλος θα ποτίζει

*

ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΡΟΧΗ ΔΕ ΒΡΕΧΕΙ

Δεν βρέχεσαι
Οι στύλοι ποιήσεως
Ξηρότατο φιλί υγραίνουν
Μαύρα δάκρυα
Πριν και μετά που κλαίεις
Αξέχαστη πάλι βροχή
Αν μουσκευτεί πάλι να κλαίεις

*Από τη συλλογή “Τα ηλικιωμένα Ανήλικα”, Εκδόσεις “Φεγγίτης”, 2020.

Amiri Baraka (1934-2014), Epistrophe / Επιστροφή

Its such a static reference; looking
out the window all the time! The eyes’ limits…
On good days, the sun.

& what you see. (Here in New York)
Walls and buildings; or in the hidden gardens
of opulent Queens; profusion, endless stretches of leisure.

it’s like being chained to toe dead actress;
& she keeps trying to tell you something horribly maudlin.

e.g. (“the leaves are flat and motionless.”)

What I know of the mind
seems to end here;
Just outside my face.

I wish some weird looking a animal
would come along.

Τόσο στατική αναφορά’ κοιτάζοντας
έξω απ’ το παράθυρο όλη την ώρα! Τα όρια των ματιών…
Στις καλές μέρες, τον ήλιο,

& ότι βλέπεις, (εδώ στη Νέα Υόρκη)
Τοίχους και κτήρια’ ή στους κρυμμένους κήπους
των πλούσιων Βασιλισσών: πλησμονή, ατέλειωτα διαστήματα αργίας.

Είναι λες και περιορίζεσαι σε κάποια νεκρή ηθοποιό:
& αυτή συνεχίζει να σου λέει κάτι τρομακτικά μεμψίμοιρο.

για παράδειγμα (“τα φύλλα πεσμένα & ακίνητα.”)

Ό,τι ξέρω για το μυαλό
φαίνεται να τελειώνει εδώ’
Μόλις έξω από το πρόσωπό μου.

Εύχομαι κάποιο αλλόκοτο ζώο
Να εμφανιζόταν.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα για την τζαζ”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2018.

**Μετάφραση: Χρήστος Αγγελακόπουλος.

Ελένη Ντούξη, Δύο ποιήματα

ΔΟΞΑΡΙ

Σκάνε στο δοξάρι οι αστραπές
επάνω από τις λαμαρίνες των τρόλεϊ
ξύνοντας με τα νύχια
γυάλινα δόντια του καιρού
τη σκασμένη μπογιά των κροτάφων μας

Δεν μας σώνει τίποτα
δεν μας φυλάγεται τίποτα
ανένδοτες οι λεωφόροι
ανένδοτοι ωκεανοί
παφλάζουν το ξημέρωμα
στα παντζούρια και στις γρίλιες μας
για κάτι χρωστούμενα και δανεικά
έναν ξερό ενικό
για μια χούφτα αλάτι
που τυχόν περίσσεψε
απ’ το νωπό μας μαξιλάρι.

*

ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Οι στρόβιλοι των δαχτύλων του στα χείλη μου
Συρίγματα φωνών πριν την ύστατη τρικυμία
πεντάλεπτα μαύρα όστρακα
καρφωμένα στην πόρτα ναυαγού αποστάτη
να βουίζουν
να βουίζουν
τις θάλασσες που δεν ξάφρισα
σε όσες ζάφτι δεν έκανα
τη λαμπή ψηλομυτιά τους.

*Από τη συλλογή “Αντιδραστήρας”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2020.

Βασίλης Κουντζάκης, Τρία ποιήματα 

Φωτογραφία: Patrick Comerford

ΑΣΠΡΟ ΦΩΣ
Φωνές έπεφταν
σαν ψίχουλα
στο βρεγμένο χώμα
μη ορατή περιοχή
πίστη που διέσχιζε τη νύχτα
εκεί που σταματούσε η σιγή
το σώμα σου ανέτεμνε την αδυναμία
σαν ηλικία
σαν εποχή
που μας αρνήθηκε.

ΣΤ’ ΑΝΟΙΧΤΑ
Βουβά και αθόρυβα να επιστρέφεις στις ρίζες
να γυρίζεις σε μια πατρίδα –
στον ήχο του φόβου.
Όπως εγώ απόψε που έμεινα να μετράω πληγές
παρυφές γεγονότων
ενδοιασμούς κινήσεων
σαν τηλεφωνικός θάλαμος στημένος σε εθνική οδό
σαν δημόσιος χώρος που στέγασε διαδρομές και αποτυχίες.

2070
Οι δρόμοι φωτισμένοι
κάτω από τα σπίτια
όλα τόσο όμοια
κι όμως διαφορετικά
ακουγόμαστε
εν μέσω εκπομπών
και ψιθύρων
μυστικές συνελεύσεις
στις άκρες φθαρμένων ρούχων
βαμμένα μάτια
νύχτες συνεχούς καταγραφής
παίρνεις ξανά
αυτή την παράξενη έκφραση
θα μπορούσε να είναι
μια καινούργια ζωή
μες από τα σπλάχνα του χρόνου
θα μπορούσε να είναι
μια υπόγεια ανανέωση
μια συμφωνία
ή
–όπως στην ποίηση–
ένα αθόρυβο τέλος.

*Δημοσιεύτηκαν στο τεύχος, 42 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2021), του περιοδικού “Τα Ποιητικά”.

Ζωή Δικταίου, Άυπνος ο τόπος άγιος ο χορός

Και να που τα μάτια βλέπουν προς τα μέσα
μοιρολόι Ηπειρώτικο αλήστευτη ομορφιά,
αμέρωτο ελάφι η σκέψη
ένα κλαρίνο κλαίει μακριά, αγκαλιάζονται τα έλατα
πρώτο φιλί στο μέτωπο
το κόνισμα ας μένει.
Στη μέρα μην ορκίζεσαι, τα σκιορτικά δεξιά μου
θεόρατος ο ουρανός άφαντος μουσαφίρης.

Σωπαίνουν τα πουλιά στη Λεσινίτσα
λαλήματα δοξαστικά
κρατά η καρδιά, κρατά ο χορός
την κούπα ως τον πάτο
στο διψασμένο σου ξενύχτι,
βαριές οι λέξεις γίναν πέτρες.
Αλαφιασμένες θωριές, πέπλα καπνού στο χιόνι,
φωνές περιφρονημένες.
Αλέθουν οι μυλόπετρες στο Καλπάκι.
Όταν χορεύοντας,
γέρνει το σώμα χαμηλά στη γη,
μάννα, τα πέτρινα γεφύρια δεν γίνονται
ερείπια στην Κόνιτσα, ακούς! Μαγεμένα νερά!
Αρχαία φρόνηση, στεφανωμένο αγιόκλημα το κεφάλι,
Μπαμπάκι τα μαλλιά. Ακέρια η θέληση.
Παντού η ζωή σε ζώνει.

Ύστερα πετάγεται ψηλά ν’ αθροίσει άστρα
και φως από τις σπαραγμένες μέρες
μάννα, εδώ το βλέμμα γδύνεται το ψέμα
πάνω απ’ τον Γκέσο το φεγγάρι τών φτωχών
κυλίστηκε στην πάχνη
μα αν κάνεις και το πλησιάσεις ξυπνούν τα παλιά αίματα,
οι σκισμένες αρβύλες τρέχουν μοναχές
και ο ιδρώτας κεχριμπάρι στο μέτωπο.

Εδώ είσαι εσύ, αλλού ο νους, με τους ξεριζωμένους.
Άυπνος ο τόπος άγιος ο χορός

Το ραγισμένο καθρέφτη στο ποτάμι
κρατάς δεμένο με μια κόκκινη κλωστή
μάντισσα Μοίρα,
πρόσωπο καινούριο
πάνω στο κρύσταλλο με κάρβουνο ζωγράφισε
στάζουν παράπονο τα μάτια.

Όταν χορεύοντας,
κατεβαίνει στις ρίζες τής ιτιάς,
αγνώριστο ταξίδι,
γονατιστός μ’ ένα κλωνί βασιλικό στ’ αυτί,
ψιθυριστά ο άνεμος ασύνορος
ξαναφέρνει ονόματα, σημάδια, τραγούδια.

Παλιά μορφή δανείστηκα
να ρθώ μαζί σου
και στο μαντήλι πρόχειρα δυο μαντινάδες τύλιξα,
παραμονεύοντας ισκιώματα στη νερομάνα
οι Κένταυροι ερμηνεύουν τις σκουριές
λυγούν τα νιόβγαλτα κλαδιά
λυγίζει και η καρδιά μου. Ούτε προφήτης, ούτε ζητιάνος…
Απ’ τα μεγάλα πάνε χρόνια που έχω ξεστρατίσει
αμνημόνευτες σκέψεις
ψηλώνουν τα βουνά στην άγρια μπόρα.

Όταν χορεύοντας,
μαύρος κισσός τρυγά τον πόνο τον αψύ και τον μυριόκλωνο
σου παραγγέλνει ο θάνατος, τον Έρωτα φοβάσαι.
Μετρά ο θεός, ξαναμετρά, το δίχτυ ρίχνει ο Χάρος
άλυτο πάθος, σερπετό σε ξένο περιβόλι,
η αγάπη η ανίκητη την Άνοιξη τραγούδι.

Ανάθεμα που μ’ έμαθε φρόνιμη μες στα ρόδα
δεν είναι ενθύμια οι φωνές
και οι φωτιές τού Γράμμου.
Φέγγει τ’ άσπρο πουκάμισο, όλος ο κόσμος ξέρει.
Στη Γράμουστα μαζεύει καινούρια δάκρυα η Γκιστόβα
και βροχές ξενιτεμένες.
θυμάται η λίμνη Βασίλη. Θυμάσαι κι εσύ.

Ματώνουν τα καρφιά, λύσε τα χέρια
έλα στο χορό,
αλλάζει πρόσωπα και εποχές τούτη η φλούδα
μέχρι να βρεις την φλόγα που δεν τρέμει,
θ’ αλλάζουν τα φίδια πουκάμισα,
μια φλόγα στα βουνά, στην ψυχή
Ψυχή στο βλέμμα, ψυχή στο χώμα. «Ψυχή βαθιά…»

Αύριο, εν ονόματι τής Αγάπης


Κέρκυρα, 10 Απρίλη 2019