.children. by Sonja Benskin Mesher

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

stand back to spite the craving, look on as from afar.   people, some write hymns & mantra others watch tv, not the news.               oh no not the news, the truth is too depressing, a bit near the mark.

i guess yours sleep in bed, loved and cherished.                                              others love and cherish , yet their families sleep in mud,                                                                                                   on streets.

the words came suddenly. an odd day, no gentle people to woo thee, day of stress,      and horror, you watch the news.                                                         a day of reality, the reckoning that nowhere is safe.

come in dreams, the shape of your face remaining. there is a line now,        dreams and aspirations.   words and degradations.                                                                                   lines deepen, water etched.

the rain falls round our houses.

how small.

how white

the child,

skin rinsed

with tears.

salt in the wind.

sbmblessings

View original post

3 ποιήματα, Izet Sarajlić | μτφρ. Μαρία Δούμπα

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

is

Το πρόσινο ζευγάρι υποζύγιο

Με πράσινο ζευγάρι υποζύγιο
έμπαινε στην πόλη
η Άνοιξη.
Φτερά χήνας παίρνανε οι συγγραφείς
και τη χαιρέταγαν
με διθυράμβους.
Τώρα αεροπλάνα-τούρμπο φτερουγίζουν
κι οι συγγραφείς όλο και πιο σπάνια
για την Άνοιξη γράφουν.

View original post 338 more words

Γιώργος Θέμελης, Άφησε να κοιτάξω

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Μάνος Χατζιδάκις, Τα λιανοτράγουδα (στίχοι: από δημοτικά τραγούδια)
[τραγούδι: Δημήτρης Ψαριανός & Φλέρυ Νταντωνάκη / δίσκος: Ο Μεγάλος Ερωτικός (1972)]

[Ενότητα Στα ίχνη των πουλιών]

Άφησε να κοιτάξω

Άφησε να κοιτάξω το πρόσωπό σου
Στην ήρεμη αστροφεγγιά που κοιμούνται οι άνεμοι
Στους βράχους στα νερά στις όχθες που αναπνέουν
Στην ήρεμη αστροφεγγιά περπατεί ένας ήσκιος
Γνώριμος ήσκιος τον βλέπουνε τ’ άστρα μονάχα
Και τα όνειρα που δοκίμασαν ομορφιά και τρόμο
Δεν ακούς τα φτερά που διπλώνουν τη λησμονιά τους
Το κύμα πεθαίνει στα πόδια μας μετρώντας
Τους αιώνες της θάλασσας της καρδιάς μας τους χτύπους
Τα πλοία δεν κινούνται κρεμάστηκαν στο βλέμμα σου
Τα μάτια περιμένουν τον ήλιο σου για ν’ ανοίξουν
Τα δροσερά τους πέταλα από φως και θλίψη
Κυνηγώ τη σκιά σου ανάμεσα στα σχήματα
Αναζητώ το χέρι σου από άστρο σε άστρο
Άφησε να κοιτάξω το πρόσωπό σου
Σαν το φεγγάρι που κοιτάζεται στον ύπνο…

View original post 121 more words

Richard M. Berlin, Δύο ποιήματα

15822762_1570161913010191_8968552766510430685_n

Εργαστήριο Ανατομικής

Ήταν ξαπλωμένη γυμνή,
νέα και ξανθιά,
θυελλώδης και τρομαχτική

ενώ οι άλλοι πλάι της ήταν τόσο γέροι,
ο καθένας από εμάς στο ατσάλινο ανατομικό τραπέζι
προσποιούνταν πως δεν είχε προσέξει

τον θησαυρό του κορμιού της.
Εκείνη την πρώτη μέρα έκοψα τον μαστό της,
τέμνοντάς τον γύρω γύρω με το νυστέρι

έτσι όπως θα έκοβα σε φέτες ένα ροδάκινο,
για να μελετήσω τα απαστράπτοντα μυστικά του
με επιστημονικότητα και δέος.

Εξερευνήσαμε τις βαθιές προσφύσεις
των τενόντων στις αρθρώσεις της,
απογυμνώσαμε το πρόσωπο, τα μπράτσα της,

ξεριζώσαμε τις ωοθήκες και την καρδιά της όπως οι κλέφτες,
όμως κάπου χάσαμε τον λογαριασμό των θησαυρών
των ακρωτηριασμένων από εμάς.

Στο τέλος του έτους, φορτωμένοι ενοχές,
στριφογυρίζαμε πάνω από το άδειο κατασκεύασμά μας,
κάνοντας πως δεν είχαμε δει

τη μικρή ξανθιά πλεξούδα
στη βάση του κρανίου της
που κανένας μας δεν βρήκε το θάρρος να κόψει.

***

Διδασκόμενοι τα Σχήματα (1)

Πέντε φοιτητές
με λευκές κοντές ιατρικές ποδιές,
με τσέπες γεμάτες κάρτες σημειώσεων,
με μεταλλικές διχάλες διαπασών (2),
μ’ ολοκαίνουργια στηθοσκόπια.
Απαιτώντας τη συγκατάθεση των ασθενών
εφαρμόζουμε μ’ ένα ξερό κρότο τα λαστιχένια γάντια,
αλείφουμε τους δείκτες μας με ζελ Κ-Υ,
τους αναποδογυρίζουμε, ανοίγουμε τα σκέλη τους
και μετά εισδύουμε κατά μόνας, ένας προς έναν
για να διδαχθούμε τα ένδον σχήματα:
λείο κάστανο, μαλακό πορτοκάλι,
πέτρα σε λασπωμένο χωράφι.
Αφού σφουγγίσουμε το ζελ
πλένουμε επιμελώς τα χέρια μας,
τα δάκτυλά μας, τόσο ευαίσθητα, όταν ψηλαφούμε
όπως ενός τυφλού μουσικού των μπλουζ
που ακούει την κάθε νότα
μια ελάχιστη στιγμή πριν
αγγίξει την κουρδισμένη ατσάλινη χορδή.

1. Το ποίημα αναφέρεται στην ιατρική πράξη της δακτυλικής εξέτασης του προστάτη.
2. Ιατρικό όργανο για την εξέταση της ακοής.

*Από τη συλλογή “Εργαστήριο Ανατομικής”, σε μετάφραση Άγγελου Γρόλλιου και Μίλτου Αρβανιτάκη, εκδόσεις “Ένεκεν”, Θεσσαλονίκη 2015.

**Ο ποιητής διατηρεί προσωπική ιστοσελίδα στη διεύθυνση http://www.richardmberlin.com/

1406_zimm-652x435

Ζωή Καρέλλη, Χορικό

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Giovanni Baglione, Amor sacro e amor profano, 1602
Πηγή: wikipedia

Χορικό

Εσύ που ξεκινάς απ’ τ’ άγνωστο,
δύναμη αβάσταχτη που μας βαστάς,
τα πιο ανόμοια κυβερνάς μαζί
τα σέρνεις και τα φέρνεις από μακριά,
εσύ τα οδηγείς προς τη συνάντηση.

Απάντηση δική μας δε ζητάς,
εσύ τη θέληση και το μυαλό ποτίζεις,
την άρνηση νικάς, σμίγεις
όσα εχθρεύονται και τα εμπόδια
καταλύεις, με τίποτα δε σταματάς.

Μας τυραννάς κι όμως ούτ’ η χαρά
ούτ’ η ευφροσύνη, ποτέ η γαλήνη
τη δική σου δε θα φτάσει δύναμη.
Γίνεται η ζωή μας η αδύναμη
ακέρια επιμονή, εσύ σαν το ζητάς.

Ακατανίκητη εσύ,
του κόσμου μυστική προσπάθεια,
η αχάλαστη και νίκη στου θανάτου
την επιβολή, ευλογημένη
ώρα υπέροχη, ξεχωριστή,

ποιος στην ορμή σου αντέχει;
Ποιος είν’ εκείνος που μπορεί να πει
σαν τον κατέχ’ η δόξα σου,
πως από σένα δεν υπάρχει
και για σένα δεν υπάρχει;

Χάρη ανήσυχη κι ανένδοτη,

View original post 235 more words

παγοθραυστικό

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

15871919_10154910702018874_2360329914987699043_nτο χιόνι, που σκάλιζε το σπίτι,
στον υπόκωφο χρόνο/
κι ένας ένας τους παρέλαυναν
με τις εικόνες φορεμένες στο πρόσωπο,
φωτογραφίες διαβατηρίων
με μισή σφραγίδα
ακόμη νωπή/
ανέκφραστοι
σαν να μη γνωρίζονταν,
στα ταξίδια που βρίσκονταν
ενώ απομάκρυναν/
την υγρή άργιλο της ανάσας τους,
με το φάντασμα
από ένα αχνιστό φιλί/

ακόμη αναρωτιέμαι/

το ξέρουν ότι,
κι αν κόλλησαν τα χείλη
στο σκοτεινό πέλος της θάλασσας/
με μια ακίδα θερμότητας που γεννιέται απ’ τον ίδιο τον αχό τους,
θα ανάψει -και πάλι -η νύχτα τους
σαν παροπλισμένο παγοθραυστικό;

photo: Thomas Annan ‘Old Vennel, Off High street’, 1868 – 1871

View original post

PMQs by Di Coffey

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

Can the Prime Minister tell us
if she gives a fuck
about the thousands relying on food banks?
And what about army vet, Bob,
who sleeps under a bridge?
Can we find a nearer treatment centre
for Lil’s kid who has mental health problems
and put an end to suicides among
the mentally ill forced to take jobs?
And can home-care be arranged for Martha
who’s been bed-blocking for months?

Is the Prime Minister aware that
the rent on Tom’s flat has increased
in parallel with his decrease in wages
and that elderly Cath, living in the sticks,
misses the library bus that
brought the world to her door?
Does the prime Minister give a damn
about London being cleansed
of unemployed families, forcing them
to live in cheaper houses up North?

Will the Prime Minister prevent
police and firemen’s jobs being cut?
What will she do about families
who…

View original post 54 more words

Νίκος Σφαμένος, Άγιες, αιματόβρεκτες και άχρηστες Λέξεις

img_3958

X
μου ’παν πως θα βρέξει

εδώ και καιρό

στέκομαι

κοιτάζω τα σύννεφα

κι όταν μεθάω

κι όταν παραμιλάω

κοιτάζω τα σύννεφα

μου ’παν πως θα βρέξει

κι έτσι διψασμένος σακάτης

περιμένω

περιμένω

περιμένω

κουράστηκα να γέρνω στους τοίχους

τα χαμένα χρόνια γελάνε

οι χαμένοι έρωτες γελάνε

κοιτάζω τα σύννεφα

όλα τα βράδια που περίμενα να βρέξει με αγωνία

τα κρύα

θλιμμένα

σιωπηλά βράδια

τα βιβλία ακουμπισμένα στο τοίχο

οι νυχτερινοί περίπατοι στη πόλη

τα ποιήματα

τα όμορφα κορίτσια

τα παραμιλητά
εκλιπαρώντας

απλώνοντας το χέρι
ζητιανεύοντας

λίγη βροχή

XI

ναι ρε

συνεχίζουμε να είμαστε κλεισμένοι

στα ίδια δωμάτια

δε θα μας βρεις πουθενά

εν τω μεταξύ

υπάρχουν πολλές αργίες να περάσεις καλά

πολλά σαββατοκύριακα

πολλές εκπομπές να ανακαλύψεις το

ταλέντο σου και να γίνεις φίρμα

-αν είσαι τυχερός εξώφυλλο-

πολλά μαγαζιά που δέχονται πιστωτικές

πολλοί εκδοτικοί οίκοι

ναι ρε
εμείς θα υπάρχουμε

ευτυχισμένοι

οι μέρες άδεια βαγόνια εδώ

θα γράψουμε αυτές τις λέξεις

ένα βράδυ του οκτώβρη

και θα τις μοιράσουμε σε καναδυό φίλους

κοίτα μας

δεν έχουμε τίποτα και τραγουδάμε τα βράδια

εδώ

στις πολύχρωμες πολιτείες μας

εδώ

η ζωή και ο θάνατος μας

χαμογελούν

και ξέρουμε και οι δύο

πως δεν θα συναντηθούμε

ποτέ

XII

δεν μπορώ να το εξηγήσω

είναι λυπηρό

οι μέρες εναλλάσσονται

και τα ηλιοβασιλέματα δεν

μου λένε τίποτα

κοιτάζω απ’ το παράθυρο

και η μουσική παίζει

παίζει αργά γλυκούς σκοπούς
περπατώ από το ένα

δωμάτιο στο άλλο
νικημένος

όμως ίσως μ’ ανακηρύξουν

ποιητή της χρονιάς

-ελπίζω της δεκαετίας-

καθώς κοιτώ μια λευκή κόλλα

οι νύχτες φεύγουν γρήγορα

ο καιρός ψυχραίνει

το όνειρο γίνεται

άσχημο

κοιτάζω τα δυο μου χέρια

ενώ η μουσική ακούγεται όλο και

πιο βαθιά
όλο και πιο μακριά

και πέρα στην άκρη του ορίζοντα

ήχοι μηχανής τρένου

XIII

εκείνος ο ποιητής είναι

επιχειρηματίας με

σπουδές στο εξωτερικό και

πρόεδρος σε κάποιο ινστιτούτο

δίνει συχνά ποιητικές βραδιές

και πρόσφατα γνωστός εκδοτικός

οίκος κυκλοφόρησε

με τιμές

το βιβλίο του

με την εικόνα του να

φιγουράρει σε πολλά

καθώς πρέπει

περιοδικά

μείνετε ήσυχοι:

ούτε που το άνοιξα
θλίψεις που χορέψαμε

τόσες νύχτες μαζί

κι όμως

δεν μάθαμε ποτέ το όνομα τους

*Αναδημοσίευση από την Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης – Ποιείν http://www.poiein.gr/archives/2432/index.html#more-2432

Ποιήματα, Mark Strand | Ανθολόγηση-μφτρ. Ασημίνα Ξηρογιάννη

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

ksir

Τα απομεινάρια

Αδειάζω τον εαυτό μου από τα ονόματα των άλλων.
Αδειάζω τις τσέπες μου.
Αδειάζω τα παπούτσια μου και τα αφήνω δίπλα στο δρόμο.
Τη νύχτα γυρίζω πίσω τα ρολόγια·
ανοίγω το οικογενειακό άλμπουμ
και με κοιτάζω όταν ήμουν αγόρι.
Τί έχει να κερδίσει; Οι ώρες έχουν κάνει τη δουλειά τους.
Λέω τ’ όνομά μου. Λέω αντίο.
Οι λέξεις ακολουθούν η μια την άλλη προς την κατεύθυνση που φυσάει ο άνεμος.
Αγαπώ τη γυναίκα μου αλλά τη διώχνω .
Οι γονείς μου σηκώνονται απ’ τους θρόνους τους
μες στα λευκά δωμάτια από σύννεφα. Πώς να τραγουδώ;
Ο χρόνος μού λέει τι είμαι. Αλλάζω και πάλι ίδιος μένω.
Αδειάζω τον εαυτό μου απ’ τη ζωή μου
και η ζωή μου εξακολουθεί να υπάρχει.

View original post 896 more words

βύρωνα λεοντάρη, μικρά αλλά μεγάλα πεζά

χαρη's avatarσημειωματαριο κηπων

η ασθένεια προς θάνατον επελαύνει μονίμως ακάθεκτη όπως φαίνεται, πάνω και γύρω μας, και μέ αναγκάζει να διακόψω τήν επ’ ολίγον αδιάκοπη παράθεση λόγων τού συνοφρυωμένου προτεστάντη δανού, για να θυμηθούμε (και πάλι επ’ ολίγον) έναν άλλον αυστηρό, αλλά γλυκύτατο, άθεο (ελληνικότατης, αυτή τή φορά, καταγωγής) : ο θάνατος τού βύρωνα λεοντάρη πλήττει ερωμένες κι εραστές και τής ποίησης και τής νόησης (στις κριτικότερες και λαμπρότερες στιγμές τους) σ’ αυτόν τόν φτωχό και μουντό τόπο

ελάχιστη απότιση μνήμης λοιπόν, αποσπάσματα από τό δοκιμιακό του έργο, που θα τά ξεκινήσω αλλοιώνοντας ελαφρώς τή σειρά με τήν οποία τά κείμενα αυτάεκδόθηκαν, ξεκινώντας δηλαδή με ένα σημαδιακό (κατά τή γνώμη μου) κείμενο τού ’75 τό οποίο δεν βαδίζει απλώς χειροπιασμένο με τήν πικρή σατιρική διάθεση τού κίρκεγκωρ στα κείμενά τουεναντίον τών συγχρόνων του «κριτικών», αλλά παρακολουθεί και περιγράφει (και συνοδοιπορεί, θα ’λεγε κανείς, περίφημα, με) τόν γενικότερο εξευτελισμό τής…

View original post 1,615 more words