Νατάσα Χατζηδάκι, Επιστασία

Πρόσεξε

χωρίς δυνατότητες

χωρίς συμπάθεια

μπορείς να κτίσεις σ’ έναν καινούργιο κόσμο
με ή χωρίς ενστάσεις

άκουσέ με

δενμπορείς να ξεκινήσεις για κάπου
μακρύτερα.
Αφήστε με λοιπόν
να περάσω

όλες οι ενστάσεις
Είναι
Καρφιτσωμένες
στο κορμί μου.


Γιάννης Κοντός,  Η γενική απεργία

Ένα παιδί τρέχει μέσα στις φωτιές.
Η άσφαλτος είναι θάλασσα.

Η φωνή μνήμη και η μνήμη μαχαίρι
που σχίζει τη χάρτινη ησυχία σας.
Ένα παιδί τρέχει μέσα στις φωτιές

να σπάσει την τζαμαρία της Ιστορίας.
Εδώ είναι, εκεί είναι. Άνοιξη είναι,

θέρος είναι, αέρας είναι και μας παίρνει μαζί του.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Μαγδαληνή, το μεγάλο θηλαστικό

Περνώ τη ζωή μου
από την κεφαλή της ίδιας πάντα
σκουριασμένης βελόνας
και ράβω, ράβω τα πάθη μου.
Οι ζάρες της κοιλιάς μου
όπως οι δρόμοι της πόλης
η πλατεία με το ηρώον στη μέση
όλα γνωστά
κι εγώ γνωστή μ’ άμαθη
ξέρω μόνο ό,τι είμαι στον έρωτα
ό,τι με νικάει στον έρωτα,
μια κοινοτοπία που τραγουδάει.
Φτιασιδωμένη τις εποχές
αλλάζω υφάσματα
και το σώμα αλλάζει στάση
μπρος στον καιρό
το φουσκώνω κάθε πρωί
κι απομακρύνεται ο πλανόδιος
με το φυσητήρι.

Άρχισα μ’ ένα γαργαλητό
στο κέντρο της παλάμης
καρφί η ατίθαση μύγα
άγγιζε η τριγωνική μουσούδα της
τη σκοτεινή αντιστοιχία
το θυμωμένο σμάρι
το φόβο––σαν της ρίζας.

Και να, σκοινάκι πηδώ στον ουρανό
δειπνώ με τους δαιμόνους
τις μασκαρεμένες αγελάδες
με τα χορταρίσια όνειρα.
Τίποτα δε θ΄αποδείξω
με τη ζωή μου
γι’ αυτό και σ’ ερωτεύτηκα
θηλαστικό μιας προϊστορίας
που θά ‘ρθει
φαρμακωμένη απ΄ τον τόσο σπόρο
μηρυκάζω τα μάταια λόγια
του ρόλου μου
–­–πάντα πως θα πεθάνω σε λίγα χρόνια
παίζω-–
γι’ αυτό και σ’ ερωτεύτηκα.

Ο χρόνος μας είναι μετρημένος
θα επιζήσουμε κι οι δυο
μετά την αποκαθήλωση
εγώ σέρνοντας
χρονοφαγωμένο το σώμα
κι εσύ με λάμψη πάντα
μέσ’ απ’ τα βαθιά, μωρουδίστικα
τραγούδια του Μεσσία:
“Χριστέ μου
τι όμορφος που είσαι
κι έχεις ένα όνομα
σκληρό σαν το ρετσίνι
μ’ άλλο σκληρό απάνω σου
δεν έχεις.
Πάει η καρδιά σου όμοια
με τη θάλασσα
γύρω απ’ όλα τα νησιά”.

Οι γερανοί του λιμανιού
τραβούν τη νύχτα πάνω,
μικρά φτερένια σύννεφα
της θείας γαλάζιας κότας
ανοίγουν τη μέρα στα νησιά.
Σ’ έρημη αποβάθρα
κομμάτι σκοτάδι
πελεκημένη από βράχο σκοτάδι
περιμένω να με πάνε σε κλειστό αμάξι
ή να σπάσω από φως.
Πάντα κάτι παλιό είναι γύρω
για να μοιάζεις βγαλμένος
απ΄ τα χαλάσματα
πάντα κάτι μαλακές λουρίδες
έχει το χώμα
για μας τους άστεγους
της τελευταίας ώρας.
Καμιά ανάσταση δεν κάναμε
καμιά αντίσταση
καμιά πράξη
μόνο κουρνιάσαμε
Απελπισμένοι μες στα ρούχα μας
που μας στένευαν στον έρωτα
σιγομουγκρίζαμε με μύτες υγρές
που πάγωναν στην ψύχρα.
Θα φύγεις για τους ουρανούς
θα φύγεις με φως
σαν να μην είχες σώμα
κι ας ονειρευόσουνα το σκοτεινό καμαράκι
του φωτογράφου.
Πας στο χειμώνα των αηδονιών
και με τα δάχτυλα σε στρώνω
σκιά στο δρόμο με τους ευκάλυπτους.
Σε ακουμπώ ολόκληρη
ολόκληρο
και παλεύω να πειστώ για το θάνατό σου
––για τον δικό μου
είναι ακόμα πολύ δύσκολο––
έτσι όπως το απόβραδο
σκουραίνει το κίτρινο
βαραίνει η κρυφή μυρωδιά
κι είναι το άνθος στίγμα μόνο.
Το τσάγαλο θα γίνει αμύγδαλο
το πάθος πίστη
με τον καιρό…
Πίστη καθίζει μέσα μου
με μικρά τινάγματα λατρεύω
ό,τι υπάρχει
κι ό,τι ποτέ δε δύναται.
Τι θεία διαδικασία
η φλεγόμενη βάτος!
καίγεται πάντα
σε τοπίο παρόμοιο με το δέρμα μου
κάτι ανάμεσα στο έρημο κίτρινο
και το βουβό καφέ της ευφορίας.
Πάσχω τότε και συμπάσχω
τον κόσμο
αποκαλύπτεται ξαφνικά η αλήθεια
στα λόγια των πεθαμένων
πιέζω τον αφαλό
και προχωρώ το άδειο.
Με τον έρωτα μαθαίνω
Τι βάρος θα σηκώνεις εσύ πάντα
––θεός ή επισκέπτης;––
μεταλαβαίνω το σώμα σου
το νερωμένο αίμα
γρατσουνισμένη απ’ τα τόσα αντίθετα
θρησκεύομαι τη γοητεία
Το σχήμα των δοντιών σου
στο παλιό μας μήλο.
Είναι ένα βαθούλωμα
που μύρισε λιβάνι,
ό,τι είσαι διαιωνίζεται
ό,τι εγώ σταματάει εδώ
κι έμεινα χνάρι μοναδικό
στις θεϊκές επαναλήψεις.

*Μαγδαληνή, Το Μεγάλο Θηλαστικό (1974)

**Το ποίημα και τη φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://www.kalliopex.com/feature-poet-katerina-anghelaki-rooke/

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

Leonora Carrington (1917-2011), The Messenger, from The Dybbuk Series, lithograph (1974)

ΣΥΝΕΝΟΧΗ

Με ρώτησαν.
Στα λιβανέζικα ποτάμια
των μαυρισμένων γιασεμιών,
το φευγαλέο πέρασμα
τι σημασία έχει;

Και δεν εγνώριζα,
κλυδωνισμούς, πλοκάμια,
καθημαγμένων οιμωγές
του τρομαγμένου νότου.

ΚΟΡΥΒΑΝΤΩΝ ΑΠΟΗΧΟΙ

Ταϋγετοι απεκήρυξαν
φιλαρέτων αγοραία υπέρογκα.
Λίθων αιχμηρών όψεις,
στις παρειές σας αίματα.
Πνοή! Αρωγή τελευταία.
Φέρετρα τα βλέμματα.

Γιώργος Μπλάνας, Αυτό δεν είναι ένα ποίημα

Photo: John Cannon

Αυτό δεν είναι ένα ποίημα. Δυστυχώς
ούτε δρεπάνι να θερίζει

το χέρι εκείνου που νομίζει

πως επειδή κουνάει το χέρι σταθερά
περνούν από το χέρι του πολλά.
Εννοείται: ο δεξιός πρωθυπουργός.
Αυτό δεν είναι ένα ποίημα. Δυστυχώς
ούτε σφυρί για να τσακίζει

το χέρι εκείνου που νομίζει

πως επειδή του έδωσε πιστόλι
εκείνος που έχει χέρι σταθερό,
πρέπει να δέχονται όλοι

τυφλά ένα τραύμα φανερό.
Εννοείται: ο κάθε μπάτσος
φασίστας, «Ελλην», «Χριστιανός».
Αυτό δεν είναι ένα ποίημα ̇ ευτυχώς.

Θα προτιμούσε να θερίζει, να τσακίζει.
Θανατηφόρα ευμάρεια δεν θέλει να μυρίζει
και είναι ανένταχτο γραμματολογικώς.

Manolis, Διαίσθηση/ Sence of movement

Διαισθάνομαι την κίνηση του αγέρα
προς της ζωής την άλλη μεριά
εκεί που η ελαφρότητα επισκοπεί
συναίσθημα απόλυτης μοναξιάς
κάτω απ’ το υπόβαθρο
που δισεκατομύρια τρέχουν
σαν σκόρπιες σκέψεις
τυχαίες συγγένειες και ρίζες
που τους οδηγούν
σ’ όνειρα που τείνουν
προς τ’ απρόσιτο
σταμάτα τις βαθειές σκέψεις
κι απόλαυσε το ηλιοβασίλεμα
η φωνή απ’ το πάνω στρώμα
απαλύνει την υπαρξιακή μου έρευνα.

SENSE OF MOVEMENT

I sense the movement of air
on the other side of being
where lightness reigns
there where I suddenly discover
my emotion of utter loneliness
down on the inferior stratum
where billions run around
like scattered thoughts
random lineages and uncovered
roots that guide them
to dreams of reaching
the unreachable
stop your deep thoughts
and enjoy the sunset
the voice from the above stratum
soothes my existential search

*Από τη συλλογή “Red in Black”, Ekstasis Editions, 2019.

Peter Dent, Between / Ανάμεσα

What is it
loses me
(this thin
high cloud)
and takes my eyes
split seconds
nothing more
(that drift
and turn to ice)
when I’d be
lost to you?

ΑΝΑΜΕΣΑ

Τι είναι αυτό
που με χάνει
(αυτό το λεπτό
σύννεφο εκεί ψηλά)
και παίρνει τα μάτια μου
σε κλάσματα δευτερολέπτου
τίποτα περισσότερο
(που παρασύρονται
και γίνονται πάγος)
όταν θα μπορούσα
να χανόμουν για σένα;

*Από τη συλλογή ”From the flow”, TAXVS 1983. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Ντίνος Σιώτης,  Εφεύρεση

Να εφεύρουμε άλλες λέξεις να εφεύρουμε
λέξεις μολότωφ που ν’ αντιστέκονται στα
δελτία των ειδήσεων που να μιλάνε τη
γλώσσα των καταφρονεμένων που να
μιλάνε στον άμαχο πληθυσμό για τη
χειμαζόμενη πείνα να εφεύρουμε μια
άλλη μνήμη που να ανακαλεί μιαν
άλλη αυγή χωρίς ακρωτηριασμούς
ηλίου και παρεξηγημένες καταιγίδες
να εφεύρουμε έναν χτύπο ρολογιού
που κάτι να μας λέει πεσμένος κάτω
στο πάτωμα ή μέσα σε σπασμένο
κομοδίνο ζάλης έναν θάνατο που να
μην κολλάει πάνω μας σαν βδέλα ένα
λεξιλόγιο πιο γυμνό κι απ’ την ποίηση

Kofi Awoonor, Δύο ποιήματα

Μετάφραση-Επίμετρο: Νικολέττα Σίμωνος

ΤΟ ΧΑΡΛΕΜ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

Συνωστισμένα πεζοδρόμια, σκοτάδι,
το μοναχικό ουρλιαχτό της σειρήνας ενός περιπολικού
να διασχίζει λαθραία

της ανωνυμίας τα γκρίζα στενοσόκακα
τροφή ζητούν είτε σαν πλάσμα σε φιάλες νοσοκομείου,
βγαίνοντας σώα μέσα από φλεγόμενους οικισμούς
κρύους και ελεεινούς,
είτε ψάχνοντας αποφάγια μες στους σκουπιδοτενεκέδες του δήμου
σε μια προσπάθεια απόδρασης απ’ τον αέναό τους εφιάλτη.
Το Χάρλεμ, το μαύρο μοιρολόι της Αμερικής
που ακούγεται τα βράδια
αδίστακτοι της φτώχειας δρόμοι, 
αποστέρηση, πρόωρος θάνατος
σε πόρτες φρακαρισμένες και σε ανελκυστήρες που τριζοβολούν
κατάφωρη ήττα την αυγή
τούτης της όμορφης, όμορφης Αμερικής.

*Από τη συλλογή Ride Me, Memory (1973)

*

ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΘΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Κάποτε, ο πόνος και η θλίψη επιστρέφουν
κυρίως τη νύχτα.
Θα θρηνήσω ξανά και ξανά αύριο
για τη μνήμη ενός θανάτου προαναγγελθέντος.
Θα θρηνήσω ξανά αύριο
θα διαλέξω ένα λουλούδι από τον κήπο
θα ακούσω τα πουλιά πάνω στο δέντρο.

Θα θρηνήσω ξανά αύριο
για έναν πόνο που μεγαλώνει
έναν πόνο της μοναξιάς μου φίλο
σ’ ένα κρεβάτι άδειο από καιρό, από επιλογή·
θρηνώ ξανά αυτός ο θρήνος
αμνημόνευτος για
τούτο τον πόνο
τούτο το βάρος κάτω από το οποίο τυλίγομαι και πενθώ

Χθες να πάω δεν μπόρεσα
για το υποχρεωτικό περπάτημά μου,
έτσι την ώρα ξόδεψα
για να θυμηθώ τα μονοπάτια, τα δέντρα
τα πουλιά, το περιστασιακό γρύλισμα του σκύλου
τα καφετιά πρόβατα σ’ έναν παγιδευμένο κάμπο
το νανούλικο δέντρο μάνγκο φορτωμένο καρπούς
τα αρειανά φοινικόδεντρα ψηλόλιγνα και ευθυτενή
τα πεύκα φρουροί να λικνίζονται
σ’ ένα απόμακρο χωράφι.

Πιστεύω στην πιθανότητα της ελευθερίας
στον ερχομό των μελισσών το θέρος
στους ήπιους χειμώνες και στους τυφώνες τους μαινόμενους·
πιστεύω στην άφιξη των αμερικανικών σιφώνων
πριν πάω για κυνήγι
σε κείνο το νησί της νιότης
όπου μύριζα τη βαριά οσμή
της άγριας φραγκόκοτας
κι αφουγκραζόμουν το χαχανητό για το παιδί της
στο φως της αυγής μια μέρα του Απρίλη.
Πιστεύω στην ελπίδα και στο μέλλον
της ελπίδας, στη νίκη πριν τον θάνατο
συλλογική, ανυποχώρητη, επιβεβλημένη·
στην αέναη προσδοκία της αγάπης
έστω κι αν το κρεβάτι είναι αδειανό,
στην ευτυχία του παιδιού
έστω κι αν είναι φτωχικό το γεύμα.

Πιστεύω στο φως και τη μέρα
πέρα από τον τάφο μακριά από τη μοναξιά
της μήτρας, και τη δύναμη την υπερφυσική,
στον ερχομό των φρούτων
στον ριγωτό σολομό και στο καβούρι το στραβοκάνικο·
πιστεύω στους ανθρώπους και τους θεούς
στο πνεύμα και την ουσία,
στον θάνατο και την ανάσταση
στης Επαγγελίας τη γιορτή και τη διάψευση
στους ήρωές μας και το έθνος
στη σοφία των ανθρώπων
στη βεβαιότητα της νίκης
στην εγκυρότητα της μάχης.

Πέρα από τους κάμπους και την κραυγή
της νιότης, πέρα από τα πεύκα
και τα δέντρα μάνγκο τα ροζιάρικα
που θυμίζουν τα χρόνια μου τα παιδικά μα και τα προ της γέννησής μου,
κατακλύζομαι από ένα όραμα
σαν οπτασία φολιδωτή
να περπατά με βήμα βαρύ πάνω στον τοίχο
βγάζοντας ένα κολοσσιαίο μουγκρητό.
Το όνομά του είναι αγών.
Είναι ο σύντροφός μου κι ο αδελφός
οικείος, λαβωμένος, επείγων
και παντοτινός.

Δε θα θρηνήσω ξανά αύριο.
Δε θα θρηνήσω ξανά.

*Από τη συλλογή The Promise of Hope: New and Selected Poems, 1964-2013 (2014)

Επίμετρο:

Ο Κόφι Αβουνόρ (George Kofi Nyidevu Awoonor-Williams, 1935-2013) ήταν γκανέζος ποιητής, συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας, ακαδημαϊκός, πολιτικός και διπλωμάτης. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στα θύματα της τρομοκρατικής επίθεσης της 21ης Σεπτεμβρίου 2013, στο Westgate Shopping Mall, στο Ναϊρόμπι της Κένυας. Σπούδασε λογοτεχνία στην Γκάνα, στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ. Το 1975, μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στο εξωτερικό, επέστρεψε στη χώρα του όπου ανέλαβε το Τμήμα Αγγλικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Cape Coast. Επί δικτατορίας, φυλακίζεται χωρίς δίκη για ένα χρόνο, ενώ μετά την αποφυλάκισή του αποφασίζει να ασχοληθεί ενεργά με την πολιτική. Τη δεκαετία του ’80, διετέλεσε πρεσβευτής της Γκάνας στη Βραζιλία και την Κούβα, ενώ από το 1990 μέχρι το 1994 διετέλεσε Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Γκάνας στα Ηνωμένα Έθνη και τέθηκε επικεφαλής της επιτροπής των Η.Ε. κατά του απαρτχάιντ. 

H πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Rediscovery (1964) κυκλοφόρησε στα φοιτητικά του χρόνια, με έντονη επίδραση από την προφορική ποιητική παράδοση της Αφρικής – κάτι που χαρακτηρίζει, άλλωστε, και όλο του το έργο. Η ποίησή του αποτελεί συγκερασμό της ποιητικής παράδοσης της φυλής του (Ewe) και του σύγχρονου και θρησκευτικού συμβολισμού, σε μια προσπάθεια αποκρυπτογράφησης της Αφρικής κατά την περίοδο της αποαποικιοποίησης. Επικρατεί η άποψη πως πολλά από τα ποιήματά του γράφτηκαν υπό το όραμα του θανάτου του. Πρόκειται για έναν ξεχωριστό ποιητή και έναν ιδιαίτερα καλλιεργημένο και χαρισματικό άνθρωπο, που έδωσε πραγματική μάχη ώστε να πετύχει την ενσωμάτωση στην ποίησή του της ιδιαίτερής του καταγωγής. Πίστευε πως ο πολιτισμός στην ολότητά του βρισκόταν σε εντροπία, και ο θρήνος του γι’ αυτόν (πόσο μάλλον και για τη δική του θνητότητα), εκδηλωνόταν στο ποιητικό έργο του σαν να επρόκειτο για το δικό του τέλος. Παράλληλα, επέκρινε εκείνο που ο ίδιος θεωρούσε ως το παρηκμασμένο φάσμα των δυτικών επιρροών (σε θρησκευτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο) στην ιστορία των αφρικανικών λαών γενικότερα. Κατέκρινε, δε, με αυστηρότητα τον απερίσκεπτο ενθουσιασμό με τον οποίο οι λαοί της αφρικανικής ηπείρου ασπάζονταν τις επιρροές αυτές, οι οποίες σταδιακά τους οδηγούσαν στον ξεπεσμό· έναν ξεπεσμό που εκτεινόταν πολύ πιο πέρα από την απώλεια της πολιτισμικής ταυτότητάς τους. Ο Αβουνόρ διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο στην ανάπτυξη του θεάτρου και του κινηματογράφου στη χώρα του, ενώ στο συγγραφικό του έργο περιλαμβάνονται μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, πολιτικά δοκίμια, κριτικές λογοτεχνίας και αρκετές ποιητικές συλλογές.

Λίνα Βαταντζή, Ποιητική αδεία

Ο πυρήνας της σκέψης μου
απαρτίζεται από σένα.
Μπορείς να το αποδεχθείς;

Στα κύτταρα
πολλαπλασιάζεται η εικόνα σου,
στις συνάψεις
καλπάζει η φωνή σου.

Θα σου πλάθω παραδείσους
από πολύτιμες
βιωμένες και αβίωτες στιγμές.

Παραδέξου το!
Και η δική σου δημιουργικότητα
πλημμυρισμένη από εμένα
μεγαλουργεί.