Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Μαγδαληνή, το μεγάλο θηλαστικό

Περνώ τη ζωή μου
από την κεφαλή της ίδιας πάντα
σκουριασμένης βελόνας
και ράβω, ράβω τα πάθη μου.
Οι ζάρες της κοιλιάς μου
όπως οι δρόμοι της πόλης
η πλατεία με το ηρώον στη μέση
όλα γνωστά
κι εγώ γνωστή μ’ άμαθη
ξέρω μόνο ό,τι είμαι στον έρωτα
ό,τι με νικάει στον έρωτα,
μια κοινοτοπία που τραγουδάει.
Φτιασιδωμένη τις εποχές
αλλάζω υφάσματα
και το σώμα αλλάζει στάση
μπρος στον καιρό
το φουσκώνω κάθε πρωί
κι απομακρύνεται ο πλανόδιος
με το φυσητήρι.

Άρχισα μ’ ένα γαργαλητό
στο κέντρο της παλάμης
καρφί η ατίθαση μύγα
άγγιζε η τριγωνική μουσούδα της
τη σκοτεινή αντιστοιχία
το θυμωμένο σμάρι
το φόβο––σαν της ρίζας.

Και να, σκοινάκι πηδώ στον ουρανό
δειπνώ με τους δαιμόνους
τις μασκαρεμένες αγελάδες
με τα χορταρίσια όνειρα.
Τίποτα δε θ΄αποδείξω
με τη ζωή μου
γι’ αυτό και σ’ ερωτεύτηκα
θηλαστικό μιας προϊστορίας
που θά ‘ρθει
φαρμακωμένη απ΄ τον τόσο σπόρο
μηρυκάζω τα μάταια λόγια
του ρόλου μου
–­–πάντα πως θα πεθάνω σε λίγα χρόνια
παίζω-–
γι’ αυτό και σ’ ερωτεύτηκα.

Ο χρόνος μας είναι μετρημένος
θα επιζήσουμε κι οι δυο
μετά την αποκαθήλωση
εγώ σέρνοντας
χρονοφαγωμένο το σώμα
κι εσύ με λάμψη πάντα
μέσ’ απ’ τα βαθιά, μωρουδίστικα
τραγούδια του Μεσσία:
“Χριστέ μου
τι όμορφος που είσαι
κι έχεις ένα όνομα
σκληρό σαν το ρετσίνι
μ’ άλλο σκληρό απάνω σου
δεν έχεις.
Πάει η καρδιά σου όμοια
με τη θάλασσα
γύρω απ’ όλα τα νησιά”.

Οι γερανοί του λιμανιού
τραβούν τη νύχτα πάνω,
μικρά φτερένια σύννεφα
της θείας γαλάζιας κότας
ανοίγουν τη μέρα στα νησιά.
Σ’ έρημη αποβάθρα
κομμάτι σκοτάδι
πελεκημένη από βράχο σκοτάδι
περιμένω να με πάνε σε κλειστό αμάξι
ή να σπάσω από φως.
Πάντα κάτι παλιό είναι γύρω
για να μοιάζεις βγαλμένος
απ΄ τα χαλάσματα
πάντα κάτι μαλακές λουρίδες
έχει το χώμα
για μας τους άστεγους
της τελευταίας ώρας.
Καμιά ανάσταση δεν κάναμε
καμιά αντίσταση
καμιά πράξη
μόνο κουρνιάσαμε
Απελπισμένοι μες στα ρούχα μας
που μας στένευαν στον έρωτα
σιγομουγκρίζαμε με μύτες υγρές
που πάγωναν στην ψύχρα.
Θα φύγεις για τους ουρανούς
θα φύγεις με φως
σαν να μην είχες σώμα
κι ας ονειρευόσουνα το σκοτεινό καμαράκι
του φωτογράφου.
Πας στο χειμώνα των αηδονιών
και με τα δάχτυλα σε στρώνω
σκιά στο δρόμο με τους ευκάλυπτους.
Σε ακουμπώ ολόκληρη
ολόκληρο
και παλεύω να πειστώ για το θάνατό σου
––για τον δικό μου
είναι ακόμα πολύ δύσκολο––
έτσι όπως το απόβραδο
σκουραίνει το κίτρινο
βαραίνει η κρυφή μυρωδιά
κι είναι το άνθος στίγμα μόνο.
Το τσάγαλο θα γίνει αμύγδαλο
το πάθος πίστη
με τον καιρό…
Πίστη καθίζει μέσα μου
με μικρά τινάγματα λατρεύω
ό,τι υπάρχει
κι ό,τι ποτέ δε δύναται.
Τι θεία διαδικασία
η φλεγόμενη βάτος!
καίγεται πάντα
σε τοπίο παρόμοιο με το δέρμα μου
κάτι ανάμεσα στο έρημο κίτρινο
και το βουβό καφέ της ευφορίας.
Πάσχω τότε και συμπάσχω
τον κόσμο
αποκαλύπτεται ξαφνικά η αλήθεια
στα λόγια των πεθαμένων
πιέζω τον αφαλό
και προχωρώ το άδειο.
Με τον έρωτα μαθαίνω
Τι βάρος θα σηκώνεις εσύ πάντα
––θεός ή επισκέπτης;––
μεταλαβαίνω το σώμα σου
το νερωμένο αίμα
γρατσουνισμένη απ’ τα τόσα αντίθετα
θρησκεύομαι τη γοητεία
Το σχήμα των δοντιών σου
στο παλιό μας μήλο.
Είναι ένα βαθούλωμα
που μύρισε λιβάνι,
ό,τι είσαι διαιωνίζεται
ό,τι εγώ σταματάει εδώ
κι έμεινα χνάρι μοναδικό
στις θεϊκές επαναλήψεις.

*Μαγδαληνή, Το Μεγάλο Θηλαστικό (1974)

**Το ποίημα και τη φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://www.kalliopex.com/feature-poet-katerina-anghelaki-rooke/

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

Leonora Carrington (1917-2011), The Messenger, from The Dybbuk Series, lithograph (1974)

ΣΥΝΕΝΟΧΗ

Με ρώτησαν.
Στα λιβανέζικα ποτάμια
των μαυρισμένων γιασεμιών,
το φευγαλέο πέρασμα
τι σημασία έχει;

Και δεν εγνώριζα,
κλυδωνισμούς, πλοκάμια,
καθημαγμένων οιμωγές
του τρομαγμένου νότου.

ΚΟΡΥΒΑΝΤΩΝ ΑΠΟΗΧΟΙ

Ταϋγετοι απεκήρυξαν
φιλαρέτων αγοραία υπέρογκα.
Λίθων αιχμηρών όψεις,
στις παρειές σας αίματα.
Πνοή! Αρωγή τελευταία.
Φέρετρα τα βλέμματα.

Γιώργος Μπλάνας, Αυτό δεν είναι ένα ποίημα

Photo: John Cannon

Αυτό δεν είναι ένα ποίημα. Δυστυχώς
ούτε δρεπάνι να θερίζει

το χέρι εκείνου που νομίζει

πως επειδή κουνάει το χέρι σταθερά
περνούν από το χέρι του πολλά.
Εννοείται: ο δεξιός πρωθυπουργός.
Αυτό δεν είναι ένα ποίημα. Δυστυχώς
ούτε σφυρί για να τσακίζει

το χέρι εκείνου που νομίζει

πως επειδή του έδωσε πιστόλι
εκείνος που έχει χέρι σταθερό,
πρέπει να δέχονται όλοι

τυφλά ένα τραύμα φανερό.
Εννοείται: ο κάθε μπάτσος
φασίστας, «Ελλην», «Χριστιανός».
Αυτό δεν είναι ένα ποίημα ̇ ευτυχώς.

Θα προτιμούσε να θερίζει, να τσακίζει.
Θανατηφόρα ευμάρεια δεν θέλει να μυρίζει
και είναι ανένταχτο γραμματολογικώς.

Manolis, Διαίσθηση/ Sence of movement

Διαισθάνομαι την κίνηση του αγέρα
προς της ζωής την άλλη μεριά
εκεί που η ελαφρότητα επισκοπεί
συναίσθημα απόλυτης μοναξιάς
κάτω απ’ το υπόβαθρο
που δισεκατομύρια τρέχουν
σαν σκόρπιες σκέψεις
τυχαίες συγγένειες και ρίζες
που τους οδηγούν
σ’ όνειρα που τείνουν
προς τ’ απρόσιτο
σταμάτα τις βαθειές σκέψεις
κι απόλαυσε το ηλιοβασίλεμα
η φωνή απ’ το πάνω στρώμα
απαλύνει την υπαρξιακή μου έρευνα.

SENSE OF MOVEMENT

I sense the movement of air
on the other side of being
where lightness reigns
there where I suddenly discover
my emotion of utter loneliness
down on the inferior stratum
where billions run around
like scattered thoughts
random lineages and uncovered
roots that guide them
to dreams of reaching
the unreachable
stop your deep thoughts
and enjoy the sunset
the voice from the above stratum
soothes my existential search

*Από τη συλλογή “Red in Black”, Ekstasis Editions, 2019.

Peter Dent, Between / Ανάμεσα

What is it
loses me
(this thin
high cloud)
and takes my eyes
split seconds
nothing more
(that drift
and turn to ice)
when I’d be
lost to you?

ΑΝΑΜΕΣΑ

Τι είναι αυτό
που με χάνει
(αυτό το λεπτό
σύννεφο εκεί ψηλά)
και παίρνει τα μάτια μου
σε κλάσματα δευτερολέπτου
τίποτα περισσότερο
(που παρασύρονται
και γίνονται πάγος)
όταν θα μπορούσα
να χανόμουν για σένα;

*Από τη συλλογή ”From the flow”, TAXVS 1983. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Ντίνος Σιώτης,  Εφεύρεση

Να εφεύρουμε άλλες λέξεις να εφεύρουμε
λέξεις μολότωφ που ν’ αντιστέκονται στα
δελτία των ειδήσεων που να μιλάνε τη
γλώσσα των καταφρονεμένων που να
μιλάνε στον άμαχο πληθυσμό για τη
χειμαζόμενη πείνα να εφεύρουμε μια
άλλη μνήμη που να ανακαλεί μιαν
άλλη αυγή χωρίς ακρωτηριασμούς
ηλίου και παρεξηγημένες καταιγίδες
να εφεύρουμε έναν χτύπο ρολογιού
που κάτι να μας λέει πεσμένος κάτω
στο πάτωμα ή μέσα σε σπασμένο
κομοδίνο ζάλης έναν θάνατο που να
μην κολλάει πάνω μας σαν βδέλα ένα
λεξιλόγιο πιο γυμνό κι απ’ την ποίηση

Kofi Awoonor, Δύο ποιήματα

Μετάφραση-Επίμετρο: Νικολέττα Σίμωνος

ΤΟ ΧΑΡΛΕΜ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

Συνωστισμένα πεζοδρόμια, σκοτάδι,
το μοναχικό ουρλιαχτό της σειρήνας ενός περιπολικού
να διασχίζει λαθραία

της ανωνυμίας τα γκρίζα στενοσόκακα
τροφή ζητούν είτε σαν πλάσμα σε φιάλες νοσοκομείου,
βγαίνοντας σώα μέσα από φλεγόμενους οικισμούς
κρύους και ελεεινούς,
είτε ψάχνοντας αποφάγια μες στους σκουπιδοτενεκέδες του δήμου
σε μια προσπάθεια απόδρασης απ’ τον αέναό τους εφιάλτη.
Το Χάρλεμ, το μαύρο μοιρολόι της Αμερικής
που ακούγεται τα βράδια
αδίστακτοι της φτώχειας δρόμοι, 
αποστέρηση, πρόωρος θάνατος
σε πόρτες φρακαρισμένες και σε ανελκυστήρες που τριζοβολούν
κατάφωρη ήττα την αυγή
τούτης της όμορφης, όμορφης Αμερικής.

*Από τη συλλογή Ride Me, Memory (1973)

*

ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΘΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Κάποτε, ο πόνος και η θλίψη επιστρέφουν
κυρίως τη νύχτα.
Θα θρηνήσω ξανά και ξανά αύριο
για τη μνήμη ενός θανάτου προαναγγελθέντος.
Θα θρηνήσω ξανά αύριο
θα διαλέξω ένα λουλούδι από τον κήπο
θα ακούσω τα πουλιά πάνω στο δέντρο.

Θα θρηνήσω ξανά αύριο
για έναν πόνο που μεγαλώνει
έναν πόνο της μοναξιάς μου φίλο
σ’ ένα κρεβάτι άδειο από καιρό, από επιλογή·
θρηνώ ξανά αυτός ο θρήνος
αμνημόνευτος για
τούτο τον πόνο
τούτο το βάρος κάτω από το οποίο τυλίγομαι και πενθώ

Χθες να πάω δεν μπόρεσα
για το υποχρεωτικό περπάτημά μου,
έτσι την ώρα ξόδεψα
για να θυμηθώ τα μονοπάτια, τα δέντρα
τα πουλιά, το περιστασιακό γρύλισμα του σκύλου
τα καφετιά πρόβατα σ’ έναν παγιδευμένο κάμπο
το νανούλικο δέντρο μάνγκο φορτωμένο καρπούς
τα αρειανά φοινικόδεντρα ψηλόλιγνα και ευθυτενή
τα πεύκα φρουροί να λικνίζονται
σ’ ένα απόμακρο χωράφι.

Πιστεύω στην πιθανότητα της ελευθερίας
στον ερχομό των μελισσών το θέρος
στους ήπιους χειμώνες και στους τυφώνες τους μαινόμενους·
πιστεύω στην άφιξη των αμερικανικών σιφώνων
πριν πάω για κυνήγι
σε κείνο το νησί της νιότης
όπου μύριζα τη βαριά οσμή
της άγριας φραγκόκοτας
κι αφουγκραζόμουν το χαχανητό για το παιδί της
στο φως της αυγής μια μέρα του Απρίλη.
Πιστεύω στην ελπίδα και στο μέλλον
της ελπίδας, στη νίκη πριν τον θάνατο
συλλογική, ανυποχώρητη, επιβεβλημένη·
στην αέναη προσδοκία της αγάπης
έστω κι αν το κρεβάτι είναι αδειανό,
στην ευτυχία του παιδιού
έστω κι αν είναι φτωχικό το γεύμα.

Πιστεύω στο φως και τη μέρα
πέρα από τον τάφο μακριά από τη μοναξιά
της μήτρας, και τη δύναμη την υπερφυσική,
στον ερχομό των φρούτων
στον ριγωτό σολομό και στο καβούρι το στραβοκάνικο·
πιστεύω στους ανθρώπους και τους θεούς
στο πνεύμα και την ουσία,
στον θάνατο και την ανάσταση
στης Επαγγελίας τη γιορτή και τη διάψευση
στους ήρωές μας και το έθνος
στη σοφία των ανθρώπων
στη βεβαιότητα της νίκης
στην εγκυρότητα της μάχης.

Πέρα από τους κάμπους και την κραυγή
της νιότης, πέρα από τα πεύκα
και τα δέντρα μάνγκο τα ροζιάρικα
που θυμίζουν τα χρόνια μου τα παιδικά μα και τα προ της γέννησής μου,
κατακλύζομαι από ένα όραμα
σαν οπτασία φολιδωτή
να περπατά με βήμα βαρύ πάνω στον τοίχο
βγάζοντας ένα κολοσσιαίο μουγκρητό.
Το όνομά του είναι αγών.
Είναι ο σύντροφός μου κι ο αδελφός
οικείος, λαβωμένος, επείγων
και παντοτινός.

Δε θα θρηνήσω ξανά αύριο.
Δε θα θρηνήσω ξανά.

*Από τη συλλογή The Promise of Hope: New and Selected Poems, 1964-2013 (2014)

Επίμετρο:

Ο Κόφι Αβουνόρ (George Kofi Nyidevu Awoonor-Williams, 1935-2013) ήταν γκανέζος ποιητής, συγγραφέας, κριτικός λογοτεχνίας, ακαδημαϊκός, πολιτικός και διπλωμάτης. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στα θύματα της τρομοκρατικής επίθεσης της 21ης Σεπτεμβρίου 2013, στο Westgate Shopping Mall, στο Ναϊρόμπι της Κένυας. Σπούδασε λογοτεχνία στην Γκάνα, στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ. Το 1975, μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στο εξωτερικό, επέστρεψε στη χώρα του όπου ανέλαβε το Τμήμα Αγγλικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Cape Coast. Επί δικτατορίας, φυλακίζεται χωρίς δίκη για ένα χρόνο, ενώ μετά την αποφυλάκισή του αποφασίζει να ασχοληθεί ενεργά με την πολιτική. Τη δεκαετία του ’80, διετέλεσε πρεσβευτής της Γκάνας στη Βραζιλία και την Κούβα, ενώ από το 1990 μέχρι το 1994 διετέλεσε Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Γκάνας στα Ηνωμένα Έθνη και τέθηκε επικεφαλής της επιτροπής των Η.Ε. κατά του απαρτχάιντ. 

H πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Rediscovery (1964) κυκλοφόρησε στα φοιτητικά του χρόνια, με έντονη επίδραση από την προφορική ποιητική παράδοση της Αφρικής – κάτι που χαρακτηρίζει, άλλωστε, και όλο του το έργο. Η ποίησή του αποτελεί συγκερασμό της ποιητικής παράδοσης της φυλής του (Ewe) και του σύγχρονου και θρησκευτικού συμβολισμού, σε μια προσπάθεια αποκρυπτογράφησης της Αφρικής κατά την περίοδο της αποαποικιοποίησης. Επικρατεί η άποψη πως πολλά από τα ποιήματά του γράφτηκαν υπό το όραμα του θανάτου του. Πρόκειται για έναν ξεχωριστό ποιητή και έναν ιδιαίτερα καλλιεργημένο και χαρισματικό άνθρωπο, που έδωσε πραγματική μάχη ώστε να πετύχει την ενσωμάτωση στην ποίησή του της ιδιαίτερής του καταγωγής. Πίστευε πως ο πολιτισμός στην ολότητά του βρισκόταν σε εντροπία, και ο θρήνος του γι’ αυτόν (πόσο μάλλον και για τη δική του θνητότητα), εκδηλωνόταν στο ποιητικό έργο του σαν να επρόκειτο για το δικό του τέλος. Παράλληλα, επέκρινε εκείνο που ο ίδιος θεωρούσε ως το παρηκμασμένο φάσμα των δυτικών επιρροών (σε θρησκευτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο) στην ιστορία των αφρικανικών λαών γενικότερα. Κατέκρινε, δε, με αυστηρότητα τον απερίσκεπτο ενθουσιασμό με τον οποίο οι λαοί της αφρικανικής ηπείρου ασπάζονταν τις επιρροές αυτές, οι οποίες σταδιακά τους οδηγούσαν στον ξεπεσμό· έναν ξεπεσμό που εκτεινόταν πολύ πιο πέρα από την απώλεια της πολιτισμικής ταυτότητάς τους. Ο Αβουνόρ διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο στην ανάπτυξη του θεάτρου και του κινηματογράφου στη χώρα του, ενώ στο συγγραφικό του έργο περιλαμβάνονται μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, πολιτικά δοκίμια, κριτικές λογοτεχνίας και αρκετές ποιητικές συλλογές.

Λίνα Βαταντζή, Ποιητική αδεία

Ο πυρήνας της σκέψης μου
απαρτίζεται από σένα.
Μπορείς να το αποδεχθείς;

Στα κύτταρα
πολλαπλασιάζεται η εικόνα σου,
στις συνάψεις
καλπάζει η φωνή σου.

Θα σου πλάθω παραδείσους
από πολύτιμες
βιωμένες και αβίωτες στιγμές.

Παραδέξου το!
Και η δική σου δημιουργικότητα
πλημμυρισμένη από εμένα
μεγαλουργεί.

Νάνος Βαλαωρίτης, 12 ποιήματα και αποφθέγματα

“Αθήνα. Η Κόρη της μακαβριότητας”
“Πουλιά”
“Απαράδεκτο”
“Το φάντασμα”
“Αγάπα με”
Εκπληξη”
” Τα ποιήματα είναι μεγευθυντικοί φακοί”
“Η στρατιά”
“Στο υποκύανο μάτι του Κύκλωπα”
” Πως εξόντωσε ο Ξέρξης τους 300 του κύκλου των ποιητών”
“Η τιμωρία των μάγων”
-Αποφθέγματα-

Απόδοση: Νάνος Βαλαωρίτης – Κατερίνα Κανάκη-Αξούγκα
Κάμερα: Νίκος Νέζος
Επιμέλεια-οπτικοποίηση: Θανάσης Πάνου

Αρχείο Οπτικής ποίησης
Ελλήνων & Ξένων Λογοτεχνών.

Ένας σκωπτικός κι ανατρεπτικός επίγονος του Καρυωτάκη

Γιώργος Κοζίας, Πολεμώντας υπό σκιάν… Ελεγεία και σάτιρες, εκδ. Περισπωμένη, Αθήνα 2017

Η ποίηση του Γιώργου Κοζία (γ. 1958), από το σχετικά μακρινό 1989 και τον Ζωολογικό κήπο του ακόμα, όπου και ο ίδιος ο τίτλος προϊδεάζει αλληγορικά για την ανατρεπτική έως διαλυτική σάτιρα που θα συναντήσει ο αναγνώστης στις επόμενες σελίδες, δεν μπορώ να πω ότι ήταν συντονισμένη με την ποίηση των συνομηλίκων του. Για να μην αφήσω εδώ υπονοούμενα, και για να αναδείξω ευκρινέστερα τις συγκλίσεις και τις αποκλίσεις όσων εμφανίστηκαν στα ίδια πάνω κάτω χρόνια με τον Κοζία, στη νεότερη ποίησή μας, ας πω ότι ως συνομηλίκους του εννοώ τους ποιητές που είναι συνέχεια της ομάδας του ’70 και χαρακτηρίζονται, όπως και οι τελευταίοι, για την πολυμορφία, την πολυτροπία και την πολυθεματική τους ταυτότητα. Πρόκειται για ποιητές που θα μπορούσαν από τα πρώτα πρώτα βήματά τους να έχουν ως κοινό επίθεμα την προϊούσα επέλαση του μεταπολιτευτικού χάους, μετά την ένταση που κυριάρχησε τη δεκαπενταετία 1960–1975, χωρίς συνάμα να συνοδεύονται οι ίδιοι αυτοί ποιητές με κάποιο ιδιαίτερο ιστορικοκοινωνικό γεγονός! Σπύρος Βρεττός (γ. 1960), Γιάννης Τζανετάκης (γ. 1956), Στρατής Πασχάλης (γ. 1958), Χάρης Βλαβιανός (γ. 1957), Βαγγέλης Κάσσος (γ. 1956), Γιώργος Γώτης (γ. 1956), Δημήτρης Χουλιαράκης (γ. 1957), Κώστας Ριζάκης (γ. 1960) κ.ά. Όπως λοιπόν είπα προηγουμένως, η ποίηση του Κοζία εκ μιας αρχής συνεισφέρει το αντίδωρο της σάτιρας και της σκωπτικής στάσης στο «κοινό ταμείο» (αν υπάρχει τέτοιο) των ποιητών που είχαν μπροστά τους την είσοδο προς την «εποχή της αυταπάτης» από το ’80 και έπειτα. Εν πολλοίς, ξεχωρίζει ανάμεσά τους γι’ αυτό. Όμως το ξεχώρισμά του ασφαλώς και δεν έχει κάτι το μεμπτό, αφού ο λόγος του ήταν καταγγελτικός διότι έτσι, ως οξύς διαγνώστης, θέλησε να βρει το δικό του ξέφωτο, ξεκόβοντας από τις πεπατημένες οδούς της χαμηλόφωνης δραματικής έκφρασης που χαρακτήριζε αρκετούς από τους συνομηλίκους του.

Αν πάντως αναγνωρίσουμε, περνώντας από τις συλλογές του, ότι προϊόντος του χρόνου μέστωσε με τα δικά της υλικά η ποιητική φωνή του, θα είχα να παρατηρήσω ότι δεν έλειψαν από τα ταυτοτικά χαρακτηριστικά της οι πρώτες της ιδιότητες: σαρκαστική οξύτητα, οργίλο ύφος, έξαψη που κορυφώνεται ως θυμός, αλλά και μελαγχολία βαθιά για τα συνεχώς ανυψούμενα αδιέξοδα που συναντά μπροστά του ο σύγχρονος πολλαπλά ηττημένος άνθρωπος. Στα προηγούμενα προστίθεται και μια αμετάθετα αιρετική στάση∙ αιρετική με την έννοια ότι δεν συγκλίνει ο λόγος της ποίησης του Κοζία με τους λόγους των συνομηλίκων του. Πράγμα που σημαίνει ότι ο ανυποχώρητα αντιρρητικός λόγος του (εντατικοποιημένος μάλιστα στο Πολεμώντας υπό σκιάν…) δεν χτυπάει στα τυφλά. Έχει χαράξει την προοπτική της ρητορικής του. Είναι αποδομητικός, ενώ στον πυρήνα του είναι οργανωμένος γύρω από ένα ελάχιστο αμετάβλητο όπου συναιρούνται η κατάφαση απέναντι στη ζωή, ή η άρνηση της φθοράς, η δοξαστική του έρωτα και των αισθήσεων, του ανθρώπινου σώματος, του άδολου και πηγαίου των συναισθημάτων.

Φύση, ψυχή μου, μας γέλασαν οι εποχές.
Γέμισε ο κόσμος
χρηματοκιβώτια χτισμένα στη γη
θησαυροφυλάκια ψυχοπαθών
μέντιουμ, νταντάδων, χονδρεμπόρων
[…]
Φύση, μακρινή μου αγάπη
τα στεγνά μάτια πρέπει να φοβάσαι.

Το ποίημα, μαζί με άλλα σαράντα οχτώ στην τελευταία συλλογή του Κοζία, ανασυνθέτει κι αυτό τη διπλή φύση του ποιητικού λόγου του, διπλή φύση που από τον τίτλο ακόμα της συλλογής υπογραμμίζει τη λύπη, τη νοσταλγία και, από το άλλο μέρος, την αγανάκτηση, η οποία σπρώχνει με τη σειρά της την οξύτητα του ύφους του ποιητή και την ενίοτε επιθετική ρητορική του. Άλλωστε, ο υπότιτλος Ελεγεία και σάτιρες δεν ανακαλεί μόνο τις δυο συμπληρωματικές όψεις της τελευταίας —προ αυτοκτονίας— συλλογής του Κ. Γ. Καρυωτάκη. Προσδιορίζει επίσης, όπως το περιέγραψα, το διφυές της ηθικής οντότητας του καρυωτακικού επιγόνου. Ασκεί διαβρωτική σάτιρα, εμπαίζοντας και πλήττοντας με ευφορία ψυχής τη μακαριότητά μας, συνάμα όμως θλίβεται, πενθεί για την απόσυρση, την ιδιώτευση, τον ατομικισμό που περίσσεψαν, αντί να ελαττωθούν, στη μεθοδευμένη από ποικίλα συμφέροντα, δήθεν ανοιχτή κοινωνία της Δύσης:

Τύμπανα χτυπούν,
ηχούν τρομπέτες, κουδουνίστρες:
«Περνάει της Ευρώπης η εμπορική ακμή!».
[…]
Ευρώπη, τσίρκο των νομισμάτων
και πάνω απ’ τα σχοινιά των σαλτιμπάγκων
Γηραιά Κυρία με Ωσαννά την στρυχνίνη να κερνά.

γράφει στο ποίημα «Ευρώπη, η Κυρία με την στρυχνίνη», παίζοντας ανατρεπτικά και ειρωνικά με το μουσικό δρώμενο του Γιάννη Χρήστου «Η Κυρία με τη στρυχνίνη» (1967), όπου και οι αρχετυπικές αναγωγές των ονείρων στη θεωρία του Carl Jung.

Απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ, είχα αρκετά χρόνια να διαβάσω τόσα ποιήματα όσα αυτής της συλλογής του Κοζία, συγκεντρωμένα μαζί, που να ενσωματώνουν στην κειμενική τους σύσταση τόσο πολλές αναφορές σε πρόσωπα, γεγονότα, τόπους, άλλα ποιήματα, μυθικές και ιστορικές μορφές. Πρόκειται για έναν τάπητα, ένα χαλί υφασμένο από δεκάδες πραγματολογικά στοιχεία που το καθένα τους έχει τη δική του ιστορία, τη δική του σημασία, τον δικό του συμβολισμό. Συνταξιδεύοντας με αυτό τον τάπητα, που τον ξεδιπλώνουν h φαντασία και οι γνώσεις του ποιητή ο αναγνώστης (θέλει δεν θέλει) συμμετέχει στη διαδικασία μια εξαλλαγής, καθώς με την ανάγνωση κάθε ποίημα αναδεικνύει τους κόμπους του, τις διακειμενικές και πραγματολογικές αναφορές του και προσφέρεται ως ένα σύνθεμα στην πρόσληψη του αναγνώστη. Έτσι, υποθέτω ότι για τον Κοζία η κειμενική απόλαυση δεν σημαίνει την εγκατάλειψη του αναγνώστη στη μαγεία αυτής της σύνθεσης, αλλά τη γνωσιακή του ενεργοποίηση. Τη διαύγεια. Κάθε ποίημα, με αυτή την έννοια, είναι σύστημα σημείων, ένα πεδίο ιστορικών, πολιτικών, λογοτεχνικών και άλλων αναφορών που το σημαίνουν ως εγκατεσπαρμένοι πυκνοί οδοδείχτες. Λόγου χάριν, στο ποίημα «Το βάραθρο που χάσκει» χρειάζεται να σταθούμε στον έκτο στίχο, όπου η αναφορά του Κοζία στο «Δημόσιο Σήμα», και να θυμηθούμε ότι από εκεί ο Περικλής εκφώνησε τον Επιτάφιό του. Αν δεν τα σκεφτούμε όλα αυτά, συνειρμικά ή όπως αλλιώς, θα μείνει στον αέρα, ανεξήγητη, η γνωστή καλβική προτροπή «Κρούε την λύρα», με την οποία και κλείνει το ποίημα.

Ή, πάλι, «Το παλτουδάκι της μοδός», ένα βαθύτατα σατιρικό ποίημα για τα κοινωνικά ήθη, παίρνει ένα επιπρόσθετο αντιρρητικό νόημα αν σταθούμε για λίγο στο καταληκτικό του μέρος

—έρμαια, αθύρματα, κουκλάκια μια χρήσεως—
[…]
η Μπαραμπαντού, οι φτωχοδιάβοι,
μέχρι το τελευταίο κουμπάκι στο παλτουδάκι της μοδός.

και θυμηθούμε ότι η Μπαραμπαντού είχε επανεμφανιστεί ως ποίημα του Μιχάλη Κατσαρού στη συλλογή του 4 Μαζινό (1982). Με αυτές τις πραγματολογικές αναφορές, που δεν έχουν επιδεικτική ή φιλολογική σκοπιμότητα, αλλά θέλουν να δείξουν τον γόνιμο χειρισμό του πλέγματος των διακειμένων στη γλώσσα της λογοτεχνίας —καθώς στα ποιήματα του Κοζία συνεχώς συμφύρονται και διασταυρώνονται χρόνοι, τόποι, πρόσωπα, ονόματα και συμβάντα—, θέλω επίσης να επισημάνω την ιδιαίτερη αξία και σημασία που έχει σ’ αυτή την ποίηση ο αιφνίδιος λόγος. Ο αιφνίδιος λόγος είναι ο λόγος που αποκαλύπτει και που βρίσκεται το ουσιώδες, όπως για παράδειγμα στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Δημήτρη Παπαδίτσα, του Νίκου Καρούζου, του Έκτορα Κακναβάτου κ.ά. Στο Πολεμώντας υπό σκιάν… πάντως, εμφανίζεται με δύο κατευθύνσεις. Αφενός, γίνεται η αιχμή του δόρατος για να εκφραστεί η εξεγερμένη απέναντι στην τακτοποιημένη τάξη διάθεση του ποιητή, θραύοντας ως επιθυμία της ελευθερίας τα όσα παγιδεύουν τον ανθρώπινο αυθορμητισμό. Αφετέρου, ο αιφνίδιος λόγος, ή, αλλιώς, η στιγμιαία κατάσταση της κεραυνοβόλας διαύγειας, είναι που βοηθά στο να ανασύρουμε από τη μνήμη και το μη συνειδητό μας πράγματα γνωστά αλλά τώρα θαμμένα. Ιδιαίτερα στην ποίηση του Κοζία, ο αιφνίδιος λόγος ξεπηδάει από τις αμέτρητες νησίδες διακειμενικών και πραγματολογικών αναφορών, από την αναφορά στον Ezra Pound, στον Bertolt Brecht, στον Γιώργο Σεφέρη και στον Γιάννη Ρίτσο ως τη συχνότερη μνεία του Καρυωτάκη, έτσι που οι απροσδόκητες αυτές συναντήσεις και διασταυρώσεις δημιουργούν μια πολυφωνία και αίρουν τον συνήθως μονοφωνικό χαρακτήρα της νεότερης μοντέρνας ποίησης.

Με αυτή την προοπτική, τα ποιήματα του Πολεμώντας υπό σκιάν… είναι ορθάνοιχτα στη διαχρονία της ιστορίας, της παγκόσμιας λογοτεχνίας, των πολιτισμικών γίγνεσθαι, των υλικών εντέλει ψηφίδων από τις οποίες συντίθεται, αποσυντίθεται και ανασυντίθεται ασταμάτητα η ανθρώπινη ζωή και η αναπαράστασή της. Ένας τέτοιος συγκερασμός, άλλωστε, υπάρχει και στο ποίημα που ακολουθεί, το «Προμετωπίδα στο “Επί ασπαλάθων…”», όπου συμφύρονται η Πολιτεία του Πλάτωνα, ο γνωστός μύθος του Παμφύλιου Αρδιαίου, η ανασκευή του μύθου όπως έγινε από τον Σεφέρη στο ποίημά του «Επί ασπαλάθων…», και, το ίδιο αισθητά, ο υπόρρητος Καρυωτάκης που κοιτά «τους μαιάνδρους στο ταβάνι».

Ο Παμφύλιος Αρδιαίος
δεν πλήρωσε τα κρίματά του.
Κυκλοφορεί ανάμεσά μας
ο πανάθλιος μελανοχίτωνας,
καραδοκεί και απειλεί,
μπήγει τα φαρμακερά βελόνια
των ασπαλάθων τα αγκάθια,
όταν σηκώνουμε κεφάλι.
Κοιτάμε τους μαιάνδρους στο ταβάνι
Ασίνην τε… Ασίνην τε…
οι μαύρες προσωπίδες μάς σκεπάζουν.
Κι όλο κάτι τελειώνει στο χάος
κι όλο κάτι αρχίζει βαρβαρικό
το άνθος μαραίνεται,
το φύλλο ξηραίνεται, ο κόσμος περνά,
μόνον ο τύραννος
επλάσθη αθάνατος, αυτός ποτέ δεν γερνά!

Αλέξης Ζήρας
Ποιητική, Άνοιξη–Καλοκαίρι 2021