Οι ψιθυρισμοί του πένθους πάνω από την πόλη 

Γράφει η Διώνη Δημητριάδου*

Οι ψιθυρισμοί του πένθους πάνω από την πόλη
Βαγγέλης Αλεξόπουλος
Εκδόσεις Οδός Πανός

Έξω από το παράθυρο
βλέπω αστραφτερά μάτια
Ο διάβολος κοιτάζει
κλείνω το παράθυρο
σφραγίζω την πόρτα

Τον κλειδώνω μέσα

Στήνω το σκάκι

Διαβάζοντας την ποίηση του Βαγγέλη Αλεξόπουλου (ήδη βρίσκεται στην έκτη συλλογή του) έχω την αίσθηση πως εντελώς συνειδητά κλειδώνει μέσα στις λέξεις του κάτι που υπερβαίνει το ανθρώπινο μέτρο –όπως θες να το ονομάσεις, θεό ή δαίμονα, δεν έχει σημασία– κι έτσι σε αναμέτρηση μαζί του ποιεί τον λόγο. Πρόκειται για μια ποίηση που εκκινεί από τον άνθρωπο πάντοτε (το δικό του μέγεθος παρατηρεί και αποτυπώνει το σχήμα του), κι όμως νιώθεις πως αιωρείται πάνω από αυτόν· κάποτε λίγο πιο πάνω, ίσα που να τον αγγίζει, και κάποτε σε ικανή απόσταση ώστε να επικοινωνεί ταυτόχρονα με όσα υψιπετή και στην ουσία αόρατα. Κι άλλη φορά έχει επισημανθεί η διττή ποιητική απόδοση τόσο του γήινου όσο και του απογειωτικού, σε συνεχόμενες εναλλαγές. Ίσως είναι ένας τρόπος να μιλήσει για το σκηνικό του πένθους, το οποίο ως έννοια και ως αποτύπωση υπάρχει, νομίζω, ακόμη από την πρώτη του ποιητική συλλογή (Αγχέμαχες λέξεις, Άγκυρα, 2015) ακολουθώντας τον σε όλες τις υπόλοιπες. Ως τώρα, όμως, έμοιαζε να μιλά για το πάθος/πένθος χωρίς τις περισσότερες φορές να το ονομάζει και οπωσδήποτε χωρίς να το τοποθετεί στον τίτλο του βιβλίου του, όπως εδώ στην πρόσφατη συλλογή του Ψιθυρισμοί του πένθους πάνω από την πόλη.

Ακούει τους ψιθυρισμούς πάνω από την πόλη των ανθρώπων, ως απόηχο των θνητών ενασχολήσεων, ως απομεινάρια μιας εξακολουθητικά βαρετής και συνηθισμένης καθημερινότητας, σε έναν χώρο ενδιάμεσο που επιτρέπει το ανθρώπινο βλέμμα να ανυψώνεται με εναγώνια ελπίδα ανταπόκρισης, αλλά ταυτόχρονα και το θεϊκό να παρατηρεί το θνητό γένος και τα πάθη του. Ο λόγος εδώ δεν κραυγάζει. Ψίθυρος είναι, που εύκολα γίνεται να αγνοηθεί, να παρερμηνευθεί σαν ένας ακόμη υπόκωφος γήινος βόμβος μέσα στην πολυτάραχη ζωή της πόλης ή σαν ένας άνωθεν αναστεναγμός αμηχανίας και αδυναμίας μιας νοητής παρουσίας ή απουσίας· η στιγμή που η δημιουργία του κόσμου αμφισβητείται από τον ίδιο τον δημιουργό. Ψιθυρισμοί μοιρασμένοι σε ανθρώπινο και θεϊκό πεδίο (Οι Ψιθυρισμοί του Θεού, Οι Ψιθυρισμοί του Ανθρώπου), στα δύο μέρη που αποτελούν το κέντρο του βιβλίου, ανάμεσα σε Εισαγωγή και Επίλογο, με ένα Προοίμιο να ανοίγει την ποιητική θύρα. Είναι η προσφιλής επιλογή του ποιητή να δομεί αρχιτεκτονικά τις ποιητικές του συλλογές, έτσι που να συνιστούν ένα στέρεο οικοδόμημα, ένα ποίημα στην ουσία που μόνον σε συνθετική μορφή μπορεί να νοηθεί σε όλο του το εύρος. Κι εδώ το πένθος είναι κυρίαρχο από το Προοίμιο (Τα ποιήματα που γράφουν οι ζωντανοί/ τους τα υπαγορεύουν οι πεθαμένοι) ως την τελευταία φράση που κλείνει το ευφυές κείμενο του οπισθόφυλλου (Η εγκατάλειψη της μήτρας είναι το μεγαλύτερο πένθος). Ο ποιητής, εν είδει απολογητή των επιλογών του ή, κατά άλλη εκδοχή, ως καθοδηγητής της ανάγνωσης, παραθέτει στο οπισθόφυλλο την πολυμορφία του πένθους, απομακρύνοντας από την οικεία έννοια και πυροδοτώντας (ναι, από το οπισθόφυλλο παραδόξως) τις πολλαπλές αναγνώσεις των ποιημάτων του, εκκινώντας από την πρωταρχική συνθήκη: το πάθος/πένθος έχει την αρχή του στη γέννηση του ανθρώπου, σε μια μονόδρομη πορεία σε δύσβατο μονοπάτι που ούτε καν χαραγμένο δεν είναι αλλά πρέπει να το φτιάξει μόνος του, αυτός ο εν αρχή και εν συνεχεία διαρκώς αδαής. Αν, όμως, η αρχική ποιητική ιδέα είναι αυτή, τότε η ποίηση που χτίζεται ποίημα το ποίημα αποβαίνει σπουδαία.

Διαβάζω τους στίχους: Ερωτεύομαι την εμμονή εκείνων/ Που προσκυνούν και λατρεύουν/ Τα άκρα («Τα πέλματα») και κατανοώ τον ποιητικό τρόπο του Αλεξόπουλου. Διατηρώντας την πρόθεση η ποίηση να λειτουργεί αμφίδρομα και προς τον ίδιο και προς τον αποδέκτη, βαδίζει σε τεντωμένο σκοινί, να μην πατά το χώμα (δεν έχουμε εδώ μια απολύτως γήινη ποίηση, κι ας είναι γήινα τα υλικά της) επιλέγοντας τα επικίνδυνα άκρα, λίγο πιο πάνω, λίγο πιο πέρα από τα ασφαλή συνήθη· ακόμα κι αν κατακρημνισθεί από το μπαλκόνι, από όπου συχνά παρατηρεί τον κόσμο καπνίζοντας, είναι κι αυτή η πτώση μέσα στο παιχνίδι τόσο το ποιητικό όσο και της ζωής, άλλωστε αυτοσχέδιοι πτητικοί μηχανισμοί επινοήθηκαν και σε προηγούμενες συλλογές του ποιητή. Τα όρια στενεύουν. Αν σωθεί, θα γίνει από το ίδιο το ποίημα, αλλού δεν προσβλέπει. Ήδη από την πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα είχε δείξει τη στενή συνάφεια του λόγου με την εξωλογική εικόνα, που καθίσταται ορατή μέσω λειτουργίας του υποσυνειδήτου – επιλογή του, που παρέπεμπε στην υπέρβαση του αισθητού πλαισίου της ζωής (ορατά μέσω των αισθήσεων και κατανοητά μέσω της λογικής όλα τα πράγματα) και δρομολογούσε τη σύνδεσή του με τη μακρά αλυσίδα των υπερρεαλιστών (με σαφείς επιρροές από την εξπρεσιονιστική τάση παραμόρφωσης της πραγματικότητας και έκφρασης προσωπικού πάθους) ως φυσική συνέχειά τους, όχι ως απλή μίμηση. Σταδιακά κινήθηκε από το πιο γήινο περιβάλλον στην πρώτη του συλλογή (με υποψίες ανόδου) για να επιλέξει τον υπερβατικό τρόπο γραφής στις επόμενες, και να αντιστρέψει την πορεία στην προηγούμενη (Οδηγίες χρήσης ιπτάμενης ραπτομηχανής, Οδός Πανός, 2020) οδηγώντας πίσω προς την προσγείωση, με μια γραφή που ανακαλύπτει εκ νέου τον ρεαλισμό έχοντας ως βιωμένη συνείδηση τις υπερρεαλιστικές υπερβάσεις – δεν θα μπορούσε να φθάσει αλλιώς σε αυτό το επίπεδο.

Στους Ψιθυρισμούς κάνει ένα βήμα ακόμη πιο πέρα. Ατενίζοντας πλέον το γήινο τοπίο από μικρότερη απόσταση (με τον απόηχο του υπερβατικού ωστόσο ακόμη ζωντανό), γράφει φτιάχνοντας στην ουσία μια γέφυρα που ενώνει ευκρινέστερα την ποιητική πρόθεση με την αναγνωστική πρόσληψη. Στην ωριμότερη ώρα του ο ποιητής, αν η ουσία της ποίησης έγκειται και στο μοίρασμά της, δείχνει καθαρότερα το νήμα που οδηγεί στον λαβυρινθώδη κόσμο του, που τώρα μοιάζει πιο κατανοητός, πιο βατός. Ο ποιητής βαδίζει πάνω στα γνωστά και αναγνωρίσιμα στοιχεία της ποίησής του, συναρμολογώντας τα πράγματα που συνιστούν τον κόσμο του (το όλον των φυσικών όντων αλλά και των κατασκευασμένων και επινοημένων) το καθένα με το δικό του βάρος, ικανό να φέρει πάνω του το άχθος της ποιητικής εμβάθυνσης. Ωστόσο, προχωράει πιο πέρα από τα ειωθότα δημιουργώντας σε κάθε νέα συλλογή του μια διαφορετική λίγο ως πολύ θέση από την οποία θεάται το ποιητικό ζήτημα ή μάλλον πρόβλημα· για πρόβλημα πρόκειται, φυσικά, σύνθετο και πολύμορφο μέσα στις πολλαπλές εκδοχές/προτάσεις μιας πληθώρας ποιητών, στο οποίο ο Αλεξόπουλος τολμά να προτείνει λύσεις – τι άλλο από απόπειρα λύσης είναι το κάθε ποίημα που γράφεται;

Στους Ψιθυρισμούς το πένθος, σε όλο του το μέγεθος και το εύρος του νοήματός του, είναι χαμηλόφωνο, με τη δύναμη όμως της ηχηρής σιωπής· χωρίς κραυγαλέο θρήνο, είναι ικανό να αγκαλιάσει τα πάντα, προφανή και ασαφή, επίκαιρα και διαρκή, καθημερινά και υπαρξιακά προβλήματα, ανθρώπινα και απόκοσμα. Οι ακροτελεύτιοι στίχοι του δείχνουν την επιθυμία μιας προσωπικής διαφυγής: Θέλω να κρυφτώ/ σε μια μήτρα αρχέγονη/ υγρή/ ζεστή/ σκοτεινή/ φιλόξενη. Γίνεται να συνοψισθεί σ’ αυτούς τους στίχους όλο το νόημα της συλλογής; Αν ναι, τότε ο ποιητής εκφράζει εδώ την απώτερη επιθυμία του ανθρώπου που, κοιτάζοντας είτε προς τα κάτω τα θνητά δικά του ή προς τα πάνω τα αθέατα υπερβατικά και αιώνια, πλέον κουράστηκε να ελπίζει.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://frear.gr/?p=32782&fbclid=IwAR0TqfYYIAE3BB9eh1P_4ryC38nksGkbw8SBpoMk7CJm8D-dUP5D-LLzi94

Χρήστος Διαμαντής, Για την εκείνη πλευρά

Μεσημεριανή ζέστη. Ζάλη.

Πόρτα βιβλιοπωλείου. Βαριά.

Αυστηρή μορφή. Επιβλητική, πίσω από τον πάγκο.

Σαχτούρη, λίγο Σαχτούρη δώστε μου.

Τέτοια δηλητήρια δίνονται μόνο κατόπιν συνταγής, κύριε.

Είμαι ο Ισραήλ Βαραντσιόφσκι
και ασκώ το δικαίωμά μου στην σιωπή.

Ορίστε, κύριε.

Σε μικρές ποσότητες ανά δωδεκάωρο, κύριε.

Κλείσιμο πόρτας. Πτώση αυλαίας.

Ενδοφλέβιος οργασμός
Ολοκληρωτικός
Σε ταχύτητες ακραίες

Κι ύστερα

στα σιντριβάνια
τα κοκόρια ξενύχταγαν

τον ήλιο και τον θάνατο

*Από τη συλλογή “Ονειρεμένος πόλεμος”, εκδόσεις δήγμα, Φθινόπωρο 2011.

Nina Zivancevic, QUaRaNtaine

I saw myself shaking in the street
I saw a man taking 2 meters of distance from me as he crossed the street
I went back to my room and started reading the Decameron*

Βλέπω τον εαυτό μου να τρέμει στο δρόμο
Βλέπω έναν άντρα να παίρνει δύο μέτρα απόσταση από μένα καθώς διασχίζει το δρόμο
Πήγα πίσω στο δωμάτιό μου κι άρχισα να διαβάζω το Δεκαήμερον

*Εννοεί το Δεκαήμερον του Βοκκάκιου.

**Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Δύο ποιήματα

Η ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ

Η υστεροφημία παφλασμός
κύμα που σκάει
στις ακρογιαλιές του αγνώστου
με αδέξια σχηματισμένα κρόσια
ρυάκια με ερωτηματικά
στον ίσαλο του καραβιού
πλέει σαν φάντασμα
προς το νησί των κρεμασμένων

ΔΕ ΘΑ ΠΕΣΩ ΜΑΧΟΜΕΝΟΣ

Στο μετερίζι της διαιώνισης
δεν θα πέσω
ηρωικά μαχόμενος
υπέρ απίστων
και λοξών φαλάγγων
με τσιτάτα του τίποτα

Βίκυ Δερμάνη, Τρία ποιήματα

LIBERTA O MORTE

Αντάρα θλίψη χαμός
ραγισμένα στομάχια άδεια
πείνα δαιμονοσμένη
χάσκουσα η πείνα πληγή
άσκεπος βρόγχος θανατερός
ανέστιας ζωής αθλίας

παρηκασμένη πόρνη
χώρα μου πικρή

ΠΟΛΗ ΝΕΚΡΗ

Πόλη νεκρή
οι δρόμοι κόκκινοι
λευκή σιωπή

μαβής ουρανός
μαύρος ο φόβος
σπίτια σταχτιά

πόσα χρώματα
ο θάνατος έχει!

ΔΟΥΝΑΙ ΚΑΙ ΛΑΒΕΙΝ

Στο στήθος της μέσα πουλιά γεννήθηκαν
πρώτα πεινασμένα την καρδιά τσιμπολογούν
χορτάτα μετά της τιτιβίζουν τραγούδια εύμολπα

σκοπιμότητας αλισβερίσι’ η αγνότητα έπεται
σε διαδοχή αέναη μια ακολουθία αχώριστη
αναρωτιέται
θυμώνει το αίμα το αίμα χαίρεται

μια θάλασσα φουρτουνιασμένη
το δούναι και λαβείν

*Από τη συλλογή “Μικρές ταριχεύσεις”, Εκδόσεις ΑΩ, 2021.

Μνήμη Τάσου Δενέγρη (πέθανε στις 7 Φεβρουαρίου 2009) – Τρία ποιήματα 

ΚΥΡΙΑΚΕΣ

Αυτά τα πρόσωπα που διασταυρώνονται
Τι να γυρεύουν περπατώντας
Στα πέτρινα τα πεζοδρόμια
Την ώρα που τα φώτα παρουσιάζουν όπλα.
Σφιγμένα μέσα στα δόντια τους
Πρόσωπα από σκόνη
Πρόσωπα από λάβδανο
Πρόσωπα δίχως όνομα
Τυφλά πρόσωπα που σεργιανίζετε
Πρόσωπα δίχως πρόσωπο
Πρόσωπα από χαρτοσακούλα.

Σεπτέμβριος 1953

VITAMIN C

Νέα μορφή τα μάτια σου πολλαπλασιάζουν κρίνα
σώμα δεμένο με τη μοίρα μου
κορμί εναλλασσόμενο φρούτο
ανεμοδείχτης στην πράσινη στέγη μου
όλο μου το αίμα τ’ αφιερώνω στα χείλη σου
και τα δυο μου μπράτσα να κλείνουν
το μαλακό σου τοπίο
Τα όνειρά μου έχουν το ύψος της πυραμίδας
Κι ο αίθριος ουρανός είν’ ατελεύτητος.

Φεβρουάριος 1954

ΖΥΡΙΧΗ

Ο ήλιος είναι άρρωστος και το ποτάμι ακίνητο
Γέροι με διάφανα κόκκαλα περπατούν στις πέτρινες γέφυρες
Η πόλη είν’ αδειανή και δεν υπάρχει κανείς να συλλαβίσει τ’ όνομά της.

Απρίλιος 1956

Δημήτρης Λεοντζάκος, Πέντε ποιήματα

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ

Το παρόν, το διαφεύγον
σώμα της φωνής του.

Το μόνο, το μονό.

Πρόσωπο της διχασμένης
-το διπλό της-

ύπαρξής του

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΥΦΟΡΙΑ

Η ηλιθιότητα
περισσότερο απ’ την ευφυΐα.

Στην απόλυτη ευγλωττία
της γραφής.

Στην αδιέξοδη, στην ανείπωτη
φρίκη ταιριάζει.

ALMA MATTER

Στων νεκρών τη χώρα
η ώρα δεν χωρά τα δώρα.

Και η χαρά ηχεί παράταιρα
ο Πλάτων σιωπά στον οισοφάγο.

Κατηφόρα ο Φαίδων απόψε
κατάφορα το δάκρυ ζεστό θηλάζοντας.

Ο θάνατος θερμός και νήπιος
στο μαγουλάκι.

ΚΥΡΙΑ ALMA Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ

Στην ποίηση υπάρχει κάτι σαν ένας ορίζοντας.

Μια γραμμή διαχωριστική σαν γράμμα
Απ’ όπου ανατέλλει στο φως σαν λάθος άλμα.

Σαν κλάμα ένα διεστραμμένο χρώμα.

Πάνω και κάτω απ΄ την οποία
όλα είναι δράμα.

ΑΦΟΥ

Ο θάνατος δεν είναι το χειρότερο.

Πόσο δε μάλλον δεν είναι χειρόγραφος.

Ούτε βέβαια είναι χειρόγραφο.

Ο θάνατος είναι άγνωστος.

*Από τη συλλογή “Περπατώντας / μερικά ποιήματα για το τίποτα”, Εκδόσεις Υποκείμενο, Οκτώβριος 2020.

Kenneth Rexroth, Πεσμένα φύλλα και πρώιμο χιόνι

Στα χρόνια που θα έρθουν θα πουν,
“Πέφτουν σαν τα φύλλα
Το φθινόπωρο του 1939″.
Ο Νοέμβριος ήρθε στο δάσος,
Στα λιβάδια όπου μαζέψαμε τα χρυσάνθεμα.
Τα χρόνια χάνονται με τον λευκό πάγο
Στην καφετιά κύπερη στους ομιχλώδεις λειμώνες
Όπου οι πατημασιές των ελαφιών είναι μαύρες το πρωί.
Τα σχήματα του πάγου στις σκιές’
Αναμαλλιασμένοι σφένδαμοι αφήνουν απομεινάρια στο νερό’
Βαθύ χρυσαφί ηλιοβασίλεμα λαμποκοπά στο συρρικνωμένο ρυάκι.
Γλαρωμένη πέστροφα κινείται μέσα από στήλες του καφέ και του χρυσού.
Τα κίτρινα φύλλα του σφένδαμου στροβιλίζονται,
Τα εντυπωσιακά φύλλα της λεύκας,
Η ελιά, με την απαλή σκλήθρα,
Η άλικη κρανιά,
Η πιο σπαρακτική απ’ όλες.
Το απόγευμα λεπτές λωρίδες από σύννεφα
Κινούνται πάνω απ’ τα βουνά’
Τα σύννεφα της καταιγίδας τα ακολουθούν’
Ψιλόβροχο πέφτει χωρίς άνεμο.
Το δάσος είναι γεμάτο με υγρή ηχηρή σιωπή.
Όταν η βροχή σταματά τα σύννεφα
Κολλούν στα βράχια και στους καταρράκτες.
Το απόβραδο ο άνεμος αλλάζει’
Χιόνι πέφτει το ηλιοβασίλεμα.
Στεκόμαστε στο χιονισμένο λυκόφως
Και κοιτάμε το φεγγάρι να αναδύεται μέσα από το άνοιγμα ενός σύννεφου.
Ανάμεσα στα μαύρα πεύκα απλώνονται στενές λωρίδες φεγγαρόφωτου,
Λαμποκοπούν με το αιωρούμενο χιόνι.
Μια κουκουβάγια κλαίει στο σκοτάδι.
Το φεγγάρι έχει τη λάμψη ενός παγετώνα.

*Εδώ ο ποιητής διαβάζει το ποίημα αυτό: https://www.poetryfoundation.org/play/76506

**Μετάφραση: Σπύρος Θεριανός.

Χρίστος Κασσιανής, Παράλληλοι έρωτες

Τότε,
χωρίς να το πολυσκεφτεί,
ξεδιψά από το άδειο κύπελο
δαγκώνει την εσάρπα της
που είχε φανταστεί μπλε με πορτοκαλί σκιές,
που νόμιζε πως της χάρισε
ο φευγάτος εραστής της
και βγαίνει βόλτα
στην έκταση του μικρού της δωματίου,
κατευθύνεται στο μπαρ για τη νυχτερινή της διασκέδαση
-ενώ ξημερώνει-
και πιάνει να γράψει το γράμμα της ζωής της,
αφιερωμένο στον εαυτό της, χωρίς παραλήπτη,
τακτοποιεί ξυπόλητη τα λιγοστά της βιβλία
και σφίγγει την καρέκλα της στον τοίχο
με τη φωτογραφία της χαμένης άνοιξης

Ύστερα γυρίζει να σε κοιτάξει,
με το τσιγάρο στα χείλη,
το ξανασκέφτεται (δεν καπνίζει βλέπεις)
ούτε κι εσύ είσαι εκεί,
να της χαρίσεις το χαμόγελό σου,
το χάδι μιας αγκαλιάς.
Είναι αργά το βράδυ,
κι οι δυό σας χαμένοι στην ονειροπόληση,
του μετέωρου έρωτά σας,
που δεν σας συνάντησε,
στις παράλληλες γραμμές σας.

Μιχαήλ Μήτρας, Χρονογραφία

εκείνο που θα συμβεί μετά
εκείνο που θα συμβεί μετά
εκείνο που θα συμβεί μετά
εκείνο που θα συμβεί μετά
εκείνο που θα συμβεί μετά
εκείνο που θα συμβεί μετά
εκείνο που θα συμβεί μετά
εκείνο που θα συμβεί μετά
εκείνο που θα συμβεί μετά
εκείνο που θα συμβεί μετά
εκείνο που θα συμβεί μετά
εκείνο που θα συμβεί μετά
αυτό που συμβαίνει
τώρα