Νένα Δούρου, Δύο ποιήματα

I.
Η ύπαρξη με την ύπαρξη, αναπτυσσόμενης ταχύτητας δυνάμεις.
Η ανυπαρξία με την ανυπαρξία, δεσμός αχανούς αβεβαιότητας.
Η ανυπαρξία με την ύπαρξη, σπόρος που δεν φύεται.

II.
Η νύχτα και η μέρα.
Σαν τον θάνατο με τη ζωή.
Πεθαίνεις, γεννιέσαι.
Πεθαίνεις, γεννιέσαι.
Επανάληψη…
αργεί να ξημερώσει απόψε.

III.
Κουράγιο μου και αιτία μου,
πέρασέ μου την ελπίδα,
σήμερα που σαν ράκος περιφέρεται.
στον κήπο του νόστου,
τα γρασίδια να μας χαϊδέψουνε
να ασφυκτίσουμε σε παλιρροϊκές θάλασσες.
Έλα να ερωτευτούμε, απόψε αργεί να ξημερώσει.

*

21 ΓΕΝΑΡΗ

Αστοί και Πληβείοι,
μασκαρεμένοι γέροι,
φιλεύσπλαχνοι πολίτες,
καλοντυμένες κυρίες,
ανυποψίαστα πιτσιρίκια,
η υπαίτια αντιπολίτευση και συγκυβέρνηση,
μάζες διατροφικών κτηνών
που παρελαύνουν ατιμωρητί
συνοδοιπόροι στο Μαντείο των Δελφών
εκλιπαρούν την Πυθία
να τους στολίσει
με παραισθησιογόνες αναθυμιάσεις…

*Από τη συλλογή «νάρκη», Εκδόσεις «Ναυτίλος», 2021.

Ευθύμιος Λέντζας, Δύο ποιήματα

ΑΠΟ ΤΟ ΧΕΡΙ ΣΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Τέλεια νύχτα – σώμα ζεστό στα σκεπάσματα.
Πουλιά που δεν στέκονται παρά μόνο στα μάτια σου
Γιατί εσύ έχεις το κόκκινο χρώμα σε κάθε άγγιγμα.

Κάτω απ’ τον ίσκιο της ώριμης σάρκας, ένας
Ουρανός περνά από αγκαλιασμένα ποτάμια.
Όλα τα πρωινά είναι πράσινα, τρυφερά σαν παιδιά
Όλες οι μέρες αναπαυμένες στα πόδια σου.

Από το χέρι σου πέφτει η απαλή σιωπή:
Ένας ημίφωτος τοίχος, μια καρέκλα αδειανή
Κι είναι το αίμα μου σταγόνα δανεική από τ’ άστρα.

*

ΗΤΑΝ Η ΝΥΧΤΑ, ΗΤΑΝ ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΟΥ

Η μυρωδιά της θάλασσας – τραύμα
Για τα ρουθούνια.
Ήσουν ωραία στο νερό και στον ήλιο
Στη χούφτα μου ασχημάτιστο βότσαλο
Και δεν ήξερα πώς να σε πιάσω.
Με τ’ άλογα των νεκρών, ανοίγοντας στον
Ουρανό το βήμα μου∙ακούραστη να σε ζητά
Η φωνή μου: μες απ’ το ποτάμι και στα δέντρα.
Ντύθηκα την Ηχώ και τον Νάρκισσο,
Ντύθηκα το παιδί με τα δάκρυα.
Μην ξέροντας πώς να αποφύγω τον κόσμο,
Σε κοίταξα στα μάτια.

*Πηγή: https://exitirion.wordpress.com/2022/02/15/euthimios-lentzas-ii-poiimata/?fbclid=IwAR36_IpYG33zEzAcJEtFEVQsfsyu8G6UoL_qZfO1qRo_MJV2S82e6bkqiQw

Ζήσης Δ. Αϊναλής, 9η Νοεμβρίου 1938

Τους άκουσα την νύχτα ν’ ακονίζουν τα ξυράφια τους
επίδοξοι μνηστήρες
μ’ ένα σταυρό στρατόπεδο στο στήθος
των ολυμπίων ομοιώματα ευτελή
φυλακισμένοι στη μορφή τους

Κι ο μέλας λεληθώς πιο σκοτεινός
βαθιά μες στο λαγούμι του ήλιου
μώλωπες οροθετικές κραυγές
λάθρες πληγές ο βρόχος

είν’ ο καρκίνος που πλαγιοδρομεί
Ίσια
στην επικράτεια του κτήνους

κι είναι το σκούρο κυανό γενόσημο του τρόμου
(πάνω σε βόλια δίκυκλα)
βάρβαροι λαιστρυγόνες μ’ ολοπρόσωπες
εντολοδόχοι διαταγές βιασμοί κατ’ οίκον

Μα στην προστακτική
αγέρωχο το ι της φυχής σου

Ότι
δια νόμου τώρα διώκεται
η διαζευκτική
ζωή χωρίς διαστάσεις

Κι ο υπερθετικός λαός στις παρυφές
εκεί όπου γερνά το δράμα

Μα δεν αιρείται δίχως γδικιωμό το πλαστικό της ύλης
και η φωνή ολόρθη
ακέραια
στον οφθαλμό της μνήμης

Στο εκ διαμέσου
μην ξεχνάς

το ειλητάρι της ψυχής
δεμένο!

*Από τη συλλογή “Ένα κάτι πιο αργά”, Εκδόσεις Υποκείμενο”, 2021.

Φάνης Παπαγεωργίου, Δαιδαλική αυγή 

Μια σειρά στιγμών είχε ενώσει
το μαύρο των ματιών με τα πλευρά της γης,
εκείνα που βρισκόταν καθισμένα γυμνά
έξω από το άγγιγμα του ήλιου
έξω από τα όρια.
Στο εύρος τους λέγεται ότι στέκει ο έρωτας,
ιδίως όταν πρόκειται για όρια-κη ανάσα
όρια-κο βήμα και τελικά όρια-κο αίμα και βλέμμα

Το ίχνος και η σκιά των ορίων
τοποθετούσαν εμπόδια στην κυκλοφορία
τόσο μεγάλα που μεγαλώνουν
καθώς αυξάνονται οι αποστάσεις
απομακρύνονται στην τύχη, οι μέρες ή οι ώρες
κυλιόμενες διαμέσου κρεβατιού
ώστε να κρίνονται περασμένες

δευτερόλεπτο ένα
τα σώματα μοιάζουν από έλξη
δευτερόλεπτο 138.001
αυτός να έχει τοποθετήσει τα χέρια στο στήθος του
αναζητώντας την ανάσα – πρέπει να έχανε την ζωή,
έφτιαξε μια φυλλωσιά με χάδια για να την βάλει μέσα
μάζεψε τις σκιές για να φαίνεται σημαντικότερος
και ένωσε τα ίχνη για να την βρει μέσα σε μια ευθεία

προχωρώντας χάθηκε μέσα στην πληθυντική διαδήλωση
ενω τα ίχνη τον οδηγησαν σε δαιδαλική αυγή
το μόνο όριο που έβλεπε ήταν εκείνο της στεριάς
και εκείνο της θάλασσας

τοποθέτησε με προσοχή την θαλασσινή αύρα
στους πνεύμονες του
και σκόρπισε το σώμα του στη θάλασσα

Derek Adams, Undertow / Ρεύμα επιστροφής

The overwhelming tsunami
has retreated, leaving a landscape
of scattered bricks and broken branches.

People send aid and say
you can start to rebuild now.
It will take years.

Even with shiny new building in place,
I will still feel undertow;
still struggle for breath.

Ρεύμα επιστροφής

Το κατακλυσμιαίο τσουνάμι
έχει υποχωρήσει, αφήνοντας ένα τοπίο
από διάσπαρτα τούβλα και σπασμένα κλαδιά.

Ο κόσμος στέλνει βοήθεια και λέει
μπορείτε να αρχίσετε να ανοικοδομείτε τώρα
Θα πάρει χρόνια.

Ακόμα και με τα αστραφτερά νέα κτίρια στη θέση τους,
πάντα θα αισθάνομαι το ρεύμα επιστροφής
ακόμα θα αγωνιώ για μια ανάσα

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Αλεξάνδρα Ζαμπά, Εμφανίσεις έρωτα και πόθου 

Φώτο/Artwork: Georgia O’Keefe 

1.

Έλα είπε,
με αργό βλέμμα μηρυκαστικού τη τράβηξε
μονοδεντρί στο χείλος του φαραγγιού εκείνη
στη μεταμόρφωση έπεσε η εισπνοή συναγερμός
στου έρωτα το κατρακύλισμα ίλιγγος
να κρατιέται σαρκωμένος από το βλέμμα της εκείνος
ώσπου το θάμπωμα να γείρει βαρύ στα σκοτεινά μπλε
να βρεθεί στο γκρέμισμα ν’ αρπάται απ΄τα ζιζάνια
αγκάθια στο σώμα – αχτίδες αιχμηρές να επιτίθενται –
κάτι πέτρες να κυλούν κάτι τύμπανα να κτυπούν κροτάφους
Και ο σκύλος από ψηλά να γαυγίζει και εκείνη να μην αγγίζει γή

2.

Έλα είπε,
τρομερό το τράβηγμά του σε χώρους αδιέξοδου
το σώμα στο αγκάλιασμα θάλασσα τρεμούλιαζε
οχιές τα μαλλιά ρουφήχτρα σκέψεων τα χέρια του
Καμία αντίσταση στο κάλεσμα, τα γόνατα λύγισαν
το πάτωμα υποχώρησε αβίαστα σεισμικά έτρεμε
– διαστίζαν το σώμα σπαθωτά νύχια παφλασμοί
στο κάλεσμα άγριου ρυθμικού παράξενου χορού-
θυμήθηκε στο θάνατο του αντρός της μάνας γέλιο νευρικό
επιθυμία νεκρική και την αναπνοή κομμάτιαζε η ζωή
Κλάμα γοερό για τόση αγάπη και ειρμό αισθημάτων τη σπάραξε

3.

Έλα του είπε,
και πλάγιασε το βαρύ φόρτωμα σαν τρελό μυρμήγκι
μπερδεύτηκαν σκιές παλιά όνειρα έπαιρναν νέες διαστάσεις
κοίταζε τις κουρτίνες κούρνιαζαν σκόνη σε παλιρροιακή δίνη
οι λέξεις έραψαν τη γλώσσα αποχώρησαν σε αρχαϊκό κάλεσμα
τράβηξε απάνω της τη καρδιά άταχτα να ρυθμίζει τα κύματα
και του φεγγίτη το φως να τρώει βαθιά το χώρο
να φτύνει παντού κουκούτσι το σώμα της να παλεύει μόνο ζώο
το σώμα να μετρά τους αιώνες το σώμα ξένο και άγνωρο σώμα

4.

Έλα του είπε,
πάρε με στης Ανατολής τα μήκη Σεκέρ Παρέ η αγκαλιά σου
πάρε με στα βάθη τα θολά στου σώματος το λύγισμα
βουτιά βαθιά πνοή σιροπιαστή με άρωμα μαστίχας
κατρακύλα στου στήθους το σάλεμα χαράς με ανακάλημα
Φύτρωσαν φύλλα δυόσμου στις φαρδιές λεκάνες μου
του έρωτα πλατεία βαθύσκιωτη – άρωμα φίλτρου μαγικό
ανθός πορτοκαλιάς ο ιδρώτας σου συνδυασμός καρδάμου
τα δάκτυλά μου γνώρισαν την αβεβαιότητα της σκοτεινιάς
τον κάθε ψίθυρο του πνεύματος της εκκλησιάς ικεσία
Ικρίωμα – ξύλινη δομή με τη μορφή της ποινής του έρωτα

5.

Έλα μου είπε,
το σκοτάδι σε λίγο ξανοίγει – τα καμπαναριά χτυπούν λαλούν
φωνές σε συρμό τραβούν τραύμα γοερό το ξύπνημα πληγή
αγιάτρευτη τρομερή ταραχή και ο έρωτας θα αποχωρίσει
ο ήλιος πέφτει αγχόνη φωτογραφίζει- τα του έρωτα προδίδει –
το δυνατό άσπλαχνο φώς θυσιάζει το σώμα εκτοξεύει τον έρωτα
Έλα στη γραμμή του τέλους όπου αρχίζει το νέο αίσθημα ζωής
οι κουκουβάγιες μένουν τώρα κυρτές όλο συλλογισμούς
καρτερούν το σώμα σου τη νύχτα να ξεκουμπώσει αισθήσεις
άστεγος ο έρωτας περιμένει μονάχος και τα σανίδια να τρίζουν
Χάνονται πλέον οι σκιές καραδοκούν μαχαίρια σε κάθε βλέμμα

6.

Έλα του είπα,
τα τελευταία συνθήματα του έρωτα όρθια στους παραστάτες
άφησέ τα ότι αρχίσαμε στάμνα στεγνή σπάζει πάμε στη τελευταία
απότομη εισπνοή του έρωτα – απομακρύνει το φόβο του κενού –
το ηχητικό χάος της συμφοράς η απόγνωση του τέλους
άσπλαχνα περιβάλλει τη ταυτότητά μου με αναφιλητά
σε ιερό σπήλαιο κρατά σε απόσταση την αφή της νύχτας
και η μέρα άσπλαχνη και το φώς ρίχνει τους φάρους
στη στεγνή θάλασσα της Γαλιλαίας να καταβροχθίζει αργά
και αμείλικτα τη φωνή σου στο σκοτάδι του σώματός μου
Όλα σβήνουν μελαγχολικά σηκώνονται οι σκιές και τελειώνουμε

*Το ποίημα εμφανίστηκε εδώ, στο πλαίσιο της ενότητας «Ο αγιότατος έρως και άλλα τινά», σε σύλληψη, έρευνα, οργάνωση και εκτέλεση: Μαρία Πανούτσου και επιμέλεια: Αλεξία Κατσαβού: https://ologramma.art/ekei-poy-ola-archizoyn-kai-ola-teleionoyn/?fbclid=IwAR1a35EnbbfD13R7RejHnjy3hC72HF7wOcyqHijd9uDyBQezDLLqVnrx_wM

Λεωνίδας Καζάσης, Ο πατήρ

«Μάζεψε το αεροβόλο σου Θοδωρή και πήγαινε να μελετήσεις˙ μην τα αφήσεις όλα για μετά τις γιορτές. Κι εσύ Γιωργίτσα, άσε τις κούκλες, συμμάζεψε τα δαχτυλιδάκια σου, για να μπορείς μεθαύριο να κρατάς τα αληθινά δαχτυλίδια που θα σου χαρίσει ο άνδρας που θα παντρευτείς, και πήγαινε να μελετήσεις».

Γιωργίτσα: Ναι μπαμπά, αλλά όταν διαβάσουμε, θα δούμε τηλεόραση; Σήμερα επειδή είναι Μεγάλη Πέμπτη, δείχνει τα Πάθη του Χριστού που μάθαμε στα θρησκευτικά˙ θα δείξει πως μαστιγώνουν τον Χριστό ενώ σηκώνει τον σταυρό, πως τρυπά ο στρατιώτης με την λόγχη τα πλευρά του Χριστού, πως καρφώνουν τα χέρια και τα πόδια του στον σταυρό, και τα αγκάθια από το στεφάνι που του ματώνουν το κεφάλι. Εχθές, έδειξε τον Χριστό να βαπτίζεται από τον Ιωάννη και το κομμένο κεφάλι του Ιωάννη.

Θόδωρος: Πώς δεν σούβλισαν μπαμπά τον Χριστό, όπως οι Τούρκοι τον Διάκο; Και πώς δεν του έκοψαν το κεφάλι, όπως έκαναν στον Ιωάννη τον Βαπτιστή; Ο Καραϊσκάκης μπαμπά, όπως μας είπε ο δάσκαλος στο μάθημα της ιστορίας, μετά την νίκη του στην Αράχωβα, έφτιαξε έναν πύργο από 300 κομμένα κεφάλια Τούρκων˙ φαντάσου να πέρναγε τα κεφάλια στην σούβλα μπαμπά, πόσες σούβλες θα χρειαζόταν;

Πατέρας: Αφήστε τις φλυαρίες και πηγαίνετε να διαβάσετε τα μαθήματά σας, για να δείτε μετά, τα Πάθη του Χριστού.

Θόδωρος: Ξέρεις μπαμπά, την περασμένη εβδομάδα στο σχολείο, την ώρα της γεωγραφίας, ο Τάκης μου έλεγε ψιθυριστά, πως τα παιδιά έρχονται με την ένωση των σωμάτων του άνδρα και της γυναίκας. Πώς ενώνονται τα δύο σώματα μπαμπά;

Πατέρας: Ποιός είναι αυτός ο ανώμαλος; Μετά τις γιορτές θα έρθω στο σχολείο και θα ζητήσω την αποβολή του˙ θεωρώ ανάρμοστες τέτοιες συζητήσεις για μαθητές του δημοτικού! Να σιχαίνεστε τις βρωμιές και να μην ασχολείστε με θέματα που δεν σας αφορούν. Στο γυμνάσιο που διδάσκω σε μεγαλύτερα από εσάς παιδιά, τους λέω να ασχολούνται με τα μαθήματά τους, και να σκέφτονται μόνο την αυριανή καριέρα! Πως θα επιτύχουν στην ζωή.

Θόδωρος: Καλά μπαμπά, όμως θα μου πάρεις αληθινή καραμπίνα, χωρίς σφαίρες, γιατί είμαι ανήλικος;

Γιωργίτσα: Κι εμένα να μου πάρεις κούκλα από πορσελάνη, όπως πήρε στην Ελένη ο μπαμπάς της που έχει καταστήματα.

Πατέρας: Εντάξει παιδιά! Αρκεί να παίρνετε υψηλούς βαθμούς εξεταζόμενοι εις τα μαθήματα του σχολείου και να μην ρωτάτε πράγματα που απαγορεύεται να σας ενδιαφέρουν.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Βιογραφικό σημείωμα

Φώτο: Ειρηναίος Μαράκης

Ξένος ο πόνος
που νιώθει την πρώτη φορά
το πρόσωπο μπροστά στο αλύχτημα
ίσως παιδί στο τρέξιμο πηδώντας
τα σκαλοπάτια των σπιτιών
ίσως ολόκληρο κορίτσι
που κοιτά την αντανάκλασή του
στις γυάλινες τζαμαρίες
αυτές που χθες γυάλιζαν καθαριστές εν κρίσει
/είκοσι ευρώ για δέκα ώρες είναι
καλό μεροκάματο αλλά
τα τρώνε στα μπουρδέλα
οι ξεπεσμένοι ήρωες του Μεταξουργείου/
κι οι γυναίκες στάθηκαν πάνω τους
αποχαιρετώντας τους εραστές τους
μα είναι τούτη η στιγμή
μια ποταπή νοσταλγία
έξω από το Υπουργείο Γεωργίας
κι η σκέψη μου βρωμίζει
απ’ τα σκατά των περιστεριών
ή να θυμηθώ πώς να ζητήσω την πληρωμή μου
τώρα που τα σκάτωσα κι εγώ
αείμνηστη ψυχωσική μου λύπη
Θεμιστοκλέους και Ακαδημίας έπεσα κάτω
ανήμπορη στα σκέλια μου απ’ τα γλωσσόφιλα [άνω στιγμή κερατάδες]
μ’ εκείνο το αγόρι με τα ωραία χέρια
που τρέχει μες στις φλέβες του
ποίηση μπιτ ποίηση διαβολεμένη ποίηση πόρνη
[…] από τότε που γεννήθηκα,
σ’ αγαπώ, τραγουδάει ένας λαϊκός
άντρας, φίλος του πατέρα, σπαράζοντας και πετώντας
γαρίφαλα στα πόδια νυσταγμένων κοριτσιών
αλίμονο, εγώ,
στη σελίδα δεκατρία

Λίνα Βαταντζή, Τρία ποιήματα

ΣΥΝΑΦΕΙΑ

Με περιβάλλουν αγώνες –
ιαμβικά ηχούν,
σε αρμονική ταλάντωση.
Θαρρώ
ότι πρέπει να μετρήσω
τις παραινέσεις.
Μήπως, αναμέτρηση δεν είναι
όλη η ζωή!

*

ΣΕ ΓΑΙΑ ΚΑΙ ΟΥΡΑΝΟ

Σβήσε αυτό το φως –
γυαλίζει ερινυακά
πάνω στα λάθη.
Μην κυκλοφορείς αμέριμνα –
λάμψεις
σου δείχνουν το δρόμο
της ανασκευής.

*

ΜΙΚΡΗ ΣΠΟΝΔΗ

Θολώνει το πορφυρό χρώμα –
απλώνεται μετά τη δύση
και διαλύεται, χλωμιάζει.
Το πρόσωπό μας
εικόνισμα ψηφιδωτό
σε χοϊκή θυσία.

Αλέκος Λούντζης, Τρία ποιήματα

ΙΔΙΩΤΕΥΣΗ
Μπορεί η ποίηση να γεμίσει στάδια
έστω μ΄ ελεύθερη είσοδο;

Μπορεί όλα να σβήσουν για μια
έστω από λάθος
κομμένη κεφαλή;

Μπορεί να πέσει κεφαλή
για ένα μόνο λάθος;

Μπορεί κάποτε κάποια
ν’ αναλάβει την ευθύνη
και να κρατήσει τις επόμενες;

Μπορεί να γεμίσουν στάδια
μ’ ελεύθερη έξοδο;

*

Η ΜΕΙΟΨΗΦΙΑ
Όταν πάνε όλα ρολόι
κοινωνία
λεπτοδείκτης στο σώμα της

Όταν κάτι περισσεύει
μειοψηφία
ακατανόητο ξένο σώμα

Και όμως
πάντα εμείς ήμασταν
ακόμα μάλλον ίδιοι

Έστω μια φορά
θα χτυπήσουμε ακριβώς
σαν κάθε αυτάρεσκο πτώμα

*

ΕΙΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ
Κάθε πένθος, κάθε θυμός
κάποια διέξοδος
έστω με αγκαθωτό «ξ»

Η ντροπή για τους οικείους
ανυπόφορο συναίσθημα
ασυγχώρητη, αχώνευτη, άπατρις
οριακή δοκιμασία αγάπης’

Κανείς δεν ξέρει πώς φτάσαμε ως εδώ
Κανείς δεν ήξερε πώς να τ’ αποφύγουμε
κι έγινε ό,τι ήταν για να γίνει

Εις το όνομα του πατρός
και του μικρού
και του Αγίου Θέματος
Του μεταξύ τους

*Από τη συλλογή «Οι επόμενοι εμείς», Εκδόσεις Στιγμός, 2021.