Μια ποιήτρια καταθέτει: Συνέντευξη με την ποιήτρια Ιωάννα Διαμαντοπούλου

Ο ποιητής είναι ο κύριος των λέξεων, οι λέξεις είναι γύρω από τον ποιητή και περιμένουν μια πνοή, ένα σφύριγμα, ένα νεύμα, για να καταταχτούν σε ένα ποίημα

Του Αντρέα Πολυκάρπου

Η ποιήτρια Ιωάννα Διαμαντοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Ζει και εργάζεται στη Γερμανία ως μαθηματικός. Η τελευταία της ποιητική συλλογή «Στρατός ξυπόλητων λέξεων», εκδόθηκε το 2018 από τις εκδόσεις Βακχικόν.

Πώς αντιμετωπίζετε την ποίηση: ως μια ταυτότητα ή ως μια ετερότητα μέσα στη σύγχρονη ζωή;
Η ποίηση μπορεί να είναι και τα δύο κατά την άποψή μου. Ταυτότητα ή ετερότητα έχουν ως μεταφορικό μέσο την ποίηση, οδεύοντας προς τους άλλους ή μόλις γυρνώντας από κει με ένα βαρύ φορτίο που τελικώς δεν αποδόθηκε, μια και καθ’ οδόν διαπιστώθηκε μια απόκλιση από το κοινό συναίσθημα. Ξεκινάς για τον άλλον πολλάκις, απευθύνεσαι, αναζητάς την ασφάλεια και τον καθησυχασμό της ταυτότητας. Όταν όμως νιώσεις τη μοναξιά του σχοινοβάτη μέσα στο πλήθος, τότε συνειδητοποιείς την ετερότητα και στρέφεσαι πιο πολύ προς εαυτόν. Δεν είναι μισανθρωπικό αυτό. Με περιστρεφόμενα κάτοπτρα παίζουμε, κλέφτες της πραγματικότητας καταλήγουμε όλοι, είτε της ταυτότητας είτε της ετερότητας, είτε του μονολόγου είτε του διαλόγου, σκοτεινοί τύποι είμαστε, που στην πλειοψηφία μας τρεφόμαστε με δράματα. Ίδια ή αλλότρια.

Ο ποιητής είναι μια περσόνα γύρω από τις λέξεις ή λειτουργεί με έναν ενστικτώδη ορμεμφυτισμό;
Ο ποιητής είναι ο κύριος των λέξεων, οι λέξεις είναι γύρω από τον ποιητή και περιμένουν μια πνοή, ένα σφύριγμα, ένα νεύμα, για να καταταχτούν σε ένα ποίημα. Ίσως προαιώνιο. Ίσως ζωντανό, νεκρό ή νεκραναστημένο. Συνήθως τίποτε καινούριο, συνήθως κάτι με τη ζεστασιά του γνωστού. Ο ποιητής είναι ο κύριος των λέξεων. Τις καλεί να τον υποστηρίξουν όταν βαριά συναισθήματα πρέπει να φορτωθούν για αλλού. Πολλάκις μέσα στη νύχτα.

Μπορεί η τέχνη να κλείσει τις πληγές των ανθρώπων μέσα σε μια ενδότερη υπαρξιακή διαλεκτική;
Ας είμαστε ευχαριστημένοι με προσωρινή επούλωση πληγών. Και μια και μιλάμε για πληγές, αναφερόμενη στον Σινόπουλο, να επισημάνω τη δυσπιστία του με τα ξένα χέρια πάνω στις πληγές του «γιατί έχουμε πολλές πληγές, γι’ αυτό το χέρι πρέπει να ’ναι καθαρό που θα περάσει επάνω…» Κάπως έτσι ο στίχος όπως τον θυμάμαι. Όχι, δεν πιστεύω στην ίαση μέσω της Τέχνης, πιστεύω στην παρηγοριά. Η ταύτιση είναι μια παρηγοριά, μοιράζει δίκαια τον πόνο. Ή σε περίπτωση αδυναμίας ταύτισης, η μοναξιά της διαφορετικότητας παράγει δίπλα σου έναν στρόβιλο αλαζονείας, στο τέλος νιώθεις λίγο πιο πάνω από όσους δεν σε κατανοούν και, κατοικώντας επί συννέφων, δεν διακινδυνεύεις γήινες συγκρούσεις. Καλό είναι αυτό, αλλά τελικά δεν θεραπεύεσαι.

Πιστεύετε ότι ακολουθείτε το δρόμο άλλων ποιητών ή ακολουθείτε μια μοναχική πορεία μέσα στη γραφή σας;
Πιστεύω ότι όλοι πορευόμαστε και μαζί και μόνοι. Και αυτό καλό είναι. Μόνο με το «μαζί» χάνει ο άνθρωπος την ιδιαίτερη οσμή του. Πρέπει ο άνθρωπος, ποιητής ή μη, να ασκείται στη μοναχικότητα. Δεδομένου ότι η αρχή και το τέλος της ανθρώπινης ύπαρξης είναι τόσο μοναχικά, φεύγοντας από αυτά με την ψευδαίσθηση της διαφυγής, χάνεσαι σε οδούς τεθλασμένες που θα σε κάνουν μεν στιγμιαία να ξεχάσεις τη μοναχικότητα της ύπαρξης, η οποία όμως δεν παύει να υφίσταται. Όταν αναγκαστείς να την αντιμετωπίσεις απροετοίμαστος, το πρόσωπό της δεν θα σου είναι τόσο οικείο, θα σου φανεί μάλλον σκληρό. Και μαζί λοιπόν γιατί είναι ωραίες οι παραλληλίες, αλλά και μόνοι για να γλείφουμε κατ’ ιδίαν τις πληγές μας.

Ποιες εικόνες κρατάτε μέσα σας από τη ζωή σας; Ποιές εικόνες με άλλα λόγια εφορμούν στη γραφή σας;
Κάποιες εικόνες ταξιδεύουν μαζί μου χρόνια, διστακτικές αυτές, διστακτική κι εγώ μαζί τους. Ίσως κάποιων την ύπαρξη να αγνοώ… Εικόνες που διατηρούν την αυτονομία τους και αρνούνται πεισματικά τη μετάλλαξή τους. Υπάρχουν και εικόνες-βομβιστές, εξωτερικά ερεθίσματα που εκβιάζουν τον λόγο, που δημιουργούν πρόωρους τοκετούς. Τα προσωπικά αποθηκευμένα βιώματα υπάρχουν πάντα, δεν βιάζονται, είναι βραδείας ανάφλεξης και πολύ επιλεκτικά όσον αφορά τους συνδυασμούς ή την ανάμειξή τους σε ένα ποίημα. Δηλαδή εικόνες υπάρχουν από προσωπικά βιώματα, αλλά και εξωτερικής παρατήρησης αποτελέσματα που κάποιες φορές συμπράττουν.

Ποια ερωτήματα καλείται να απαντήσει ο ποιητής διαχρονικά αλλά και στο παρόν που ζούμε;
Ο ποιητής καλείται να απαντήσει πάντα τα ίδια ερωτήματα. Οι ανθρώπινες σταθερές είναι οι ίδιες, ίδια ο πόνος, η θλίψη, η χαρά, η φύση – αν και πολύ ταλαιπωρημένη… προϊόντος του χρόνου όλο και περισσότερο. Τα ερωτήματα δεν ευτυχούν πάντα απαντήσεων. Απλώς δεν υπάρχουν απαντήσεις για όλα. Καλό είναι όμως η ποίηση να θέτει και ερωτήματα, να αφυπνίζει συνειδήσεις. Αναρωτώμενος υπάρχεις.

Ποιο το νόημα της λέξης στην ποίηση; Μια απλή μορφή έκφρασης ή ένα ψυχικό αποτύπωμα;
Η κάθε λέξη αντιστοιχεί σε ένα ψυχικό αποτύπωμα. Πρόκειται περί αμφιμονοσήμαντης αντιστοιχίας, το ψυχικό αποτύπωμα ψάχνει, βρίσκει και γαντζώνεται πάνω στη λέξη που του ταιριάζει και αντιστρόφως. Στο κοινό ψάξιμο συναντώνται καθ’ οδόν.

Είναι η ποίηση το καταφύγιο του ανθρώπου;
Η ποίηση είναι καταφύγιο και για τους γράφοντες και για τους αναγνώστες. Με μία εντατική ανάγνωση παράλληλου καταγεγραμμένου συναισθήματος, το αναβιώνεις, το αναζητάς αν είναι κρυμμένο, νιώθεις τη χαρά της εύρεσης όταν το ανακαλύπτεις, συμμετέχεις. Δεν είναι γέννα η ανάγνωση ποίησης, είναι όμως υιοθεσία. Επίσης σημαντική. Όσον αφορά τους γράφοντες ποίηση, εναποθέτουν σε λόγια το βαρύ φορτίο που κουβαλούν ή -να το πω αλλιώς- με μοχλό τη γλώσσα, μετακινούν συναισθηματικούς όγκους… κάπως έτσι.

Μπορεί ο κόσμος να ζήσει ποιητικά;
Ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει αναμφισβήτητα ποιητικά. Αυτό βέβαια απαιτεί περισσότερη επαφή με τον εαυτό, άνοιγμα ενός δρόμου ανάμεσα σε αυτό που σκέφτεται και αυτό που νιώθει. Ο ποιητικός δρόμος είναι σε μεγάλα τμήματά του μοναχικός και ο άνθρωπος πρέπει να μπορεί να αποσύρεται από τη συνάφεια του κόσμου και των συναναστροφών, παίρνοντας μαζί προς επεξεργασία τις παρατηρήσεις του. Έτσι μόνο μπορεί κανείς να ακούσει τις εσωτερικές του φωνές. Εύκολο λοιπόν δεν είναι. Σε έναν κόσμο που σου προσφέρει τα εύκολα, γιατί να διαλέξεις τα δύσκολα – σκέφτονται πολλοί. Ή δεν σκέφτονται καν. Δρουν προς ευκολία τους. Αντιποιητικά.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.newsbomb.com.cy/perissotera/story/738868/mia-poiitria-katathetei-synenteyxi-me-tin-poiitria-ioanna-diamantopoyloy?fbclid=IwAR2E925C4GPZPO0YOd9tHw1_RruHm2sXozxcw38fnsvvp5AzqHmCo50ltzg

Γιώργος Μπλάνας: «Ο έρωτας γεννά συνεχώς ερωτήματα»

Φώτο: Βασίλης Μαθιουδάκης

Κυριακή Μπεϊόγλου*

«Οι ποιητές κοιμούνται σαν πουλιά/ μέσα στην αίσια γαλήνη των δασών…», γράφει ο Γιώργος Μπλάνας στο «Η ποίηση είναι μπουγάδα απλωμένη στην αυλή του παραδείσου».

Εγώ τον συνάντησα μέσα στο κέντρο μιας πολύβουης πόλης, ζητώντας του να μου πει ποιος είναι αυτός ο πάντα χαμηλών τόνων ποιητής που εκδίδει ακατάπαυτα ποίηση, μεταφράσεις σύγχρονων, κλασικών και αρχαίων έργων.

Ποιος είναι ο Γιώργος Μπλάνας που με τον δικό του πολύ προσωπικό τρόπο επιχειρεί να ξαναγράψει την ιστορία έτσι όπως αυτός την αντιλαμβάνεται, με διάθεση παρηγορητική απέναντι στα δεινά του σύγχρονου ανθρώπου;

Κι ίσως έχει και τη διάθεση να μου αποκαλύψει κάτι για τους ποιητές που «το χιόνι απλώνει τα μαλλιά του/στα ξύλινα μάτια τους/κι ο ήλιος στεγνώνει τις σκέψεις τους/στα ξέφωτα».

● Κύριε Μπλάνα, από τα τόσα κείμενα που έχετε διαβάσει, δουλέψει, μεταφράσει, έχετε βρει κάποιο ενδεδειγμένο τρόπο να φιλοσοφείτε τη ζωή;
Κατά κάποιο τρόπο η φιλοσοφία είναι πανούκλα…

Τι εννοείτε;
Η φιλοσοφία είναι ένας τρόπος σκέψης που φτιάχνει μοντέλα. Επιμένει να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αυτά τα μοντέλα.
Ευτυχώς τέλη του 19ου και αρχές του 20ού αιώνα έγινε μια τομή που λέγεται Χάιντεγκερ. Οταν ο Χάιντεγκερ άρχισε να φιλοσοφεί, επιστρέψαμε στην προσωκρατική φιλοσοφική σκέψη.
Φιλοσοφία είναι για μένα αυτό που έκανε ο Ηράκλειτος, όχι ο Πλάτωνας. Ο Πλάτωνας δημιούργησε παράδοση. Η νεότερη φιλοσοφία αυτής της παράδοσης θεωρεί το «Συμπόσιο» ένα πάρεργο.
Σπουδαίο έργο θεωρεί την «Πολιτεία». Είναι ένα έργο ανατριχιαστικό, το οποίο όμως ξεκαθαρίζει, εξηγεί, τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται ο Πλάτωνας, τη λογική του.

Γιατί επιλέξατε τη βιβλιοθηκονομία;
Ηταν η μόνη σχολή που δήλωσα. Το 1976 μπήκα. Το βιβλίο για μένα είναι φετίχ.
Αυτό έγινε γιατί ήταν μέσα στο σπίτι η γιαγιά μου, που με μεγάλωσε. Μια γιαγιά μόλις 39 ετών. Χήρα ενός «τεταρτοδιεθνιστή» τροτσκιστή. Τον σκότωσαν στο Νοσοκομείο «Σωτηρία» οι Γερμανοί όταν απέδρασαν τα μέλη του ΚΚΕ από εκεί.
Καθώς με μεγάλωσε λοιπόν -αυτή η γιαγιά της ίδιας ιδεολογίας με τον παππού- είχα την αίσθηση ότι το βιβλίο ήταν ένα είδος σπλάχνου του ανθρώπου.
Με τους σημερινούς όρους θα έλεγα ότι ο άνθρωπος είναι ένα cyborg του οποίου το μη βιολογικό μέρος είναι το βιβλίο. Η γιαγιά μου και η μητέρα μου με προμήθευαν βιβλία.

Και τι βιβλία διαβάζατε;
Δεν διάβασα παιδικά βιβλία. Αν εξαιρέσεις τον Ιούλιο Βερν. Στη Δευτέρα Δημοτικού διάβασα το «Ο γέρος και η θάλασσα» του Χέμινγουεϊ.
Αυτό βρήκαν στο χαρτοπωλείο της γειτονιάς, έγραφε επάνω και Βραβείο Νόμπελ, και μου το πήραν! Και να σκεφτείς ότι ήταν αγράμματοι άνθρωποι, η γιαγιά μου δεν πήγε ποτέ σχολείο.

Εδιναν περισσότερο έμφαση και σημασία στα γράμματα οι άνθρωποι εκείνων των γενιών;
Μεγάλη έμφαση! Το θεωρούσε τιμή του ο κάθε άνθρωπος να στείλει τα παιδιά του στο Πανεπιστήμιο.
Τώρα είναι σχεδόν ατιμωτικό να μην περάσει το παιδί σου στο Πανεπιστήμιο, άλλο αν πολλά παιδιά δεν πάνε καν να γραφτούν ή τα παρατάνε στη μέση των σπουδών!
Μεγάλο θέμα αυτό! Πάντως αν σκεφτεί κανείς πως ακόμα και στα πανηγύρια πάντα υπήρχε ένας πάγκος που πουλούσε βιβλία και μάλιστα κλασικά: Ντοστογιέφσκι, Ουγκό, ο «Μόμπι Ντικ» του Μέλβιλ και άλλα πολλά.
Είναι αδύνατο ως παιδί να μην πέσει το μάτι σου πάνω τους. Το κάθε παιδί, όχι μόνο εγώ, γιατί φαντάζομαι πως δεν τους μεγάλωσε όλους μια γιαγιά που τους μάθαινε τη Διεθνή πριν τους μάθει να κάνουν τον σταυρό τους!

Φαντάζομαι πως ο «Μόμπι Ντικ» του Χέρμαν Μέλβιλ σάς έκανε μεγάλη εντύπωση ως παιδί για να βάλετε αργότερα στην πρώτη ποιητική σας συλλογή τον τίτλο «Η ζωή κολυμπά σαν φάλαινα ανύποπτη πριν τη σφαγή»…
Αυτό που λέει: Η ζωή είναι ένα είδος τετάρτου τροχού σε μια άμαξα. Σαν ρεζέρβα δηλαδή. Μεγάλη κουβέντα! Μου έμεινε ο μύθος.
Αν το καλοσκεφτούμε, ποιος άλλος δημιούργησε έναν τόσο μεγάλο, δυνατό και θεμελιώδη μύθο;

Τι καταλάβατε λοιπόν τελειώνοντας αυτό το βιβλίο;
Το προδρομικό οικολογικό θέμα κατ’ αρχήν. Εγώ είχα ένα μεγάλο θέμα με τη φύση, ήθελα να βλέπω ουρανό, να βλέπω δέντρα, στην πλατεία που παίζαμε βλέπαμε την Ακρόπολη!
Αν δεν έχει πατήσει ο άνθρωπος ξυπόλυτος μέσα στη λάσπη, αν δεν έχει πιάσει με τα χέρια του ένα σκουλήκι μέσα από το χώμα, δεν μπορεί να νιώσει αυτή την εμπειρία που στήνει ξαφνικά μέσα του μια δομή ολιστική κάνοντάς τον να νιώθει ο ίδιος μέρος της φύσης.
Ακόμα κι αν η φύση αντικατασταθεί από μια εικονική φύση, πάντα διατηρεί μέσα του αυτή τη δομή. Δηλαδή, τη σέβεται.
Αυτός ο σεβασμός είναι η μόνη δυνατή άμυνα απέναντι στην εικονική πραγματικότητα.

Το πρώτο ποίημα πότε το γράψατε;
Δευτέρα Δημοτικού. Εγραψα τον Εθνικό Υμνο του Διονυσίου Σολωμού! Τι εννοώ;
Παρά το ότι γινόταν πόλεμος, μάχες, για να με βάλουν να γράψω και να διαβάσω, εγώ έγραψα όλες τις στροφές του Υμνου τρεις ή τέσσερις φορές…

Γιατί το κάνατε αυτό;
Διότι ζήλευα! Ζήλευα που εκείνος είχε γράψει αυτό το πράγμα κι όχι εγώ! Στην αρχή αρχή της ποίησης υπάρχει ο μάγος και αυτό που δεν μπορεί να ερμηνευτεί. Εκανα αναπαράσταση, μίμηση. Αυτή η τελετή με ηρεμούσε κάπως.

Γιατί διαλέξατε τον Λόρενς Φερλινγκέτι για να μεταφράσετε πρώτο;
Ηταν η εποχή! Μια επαναστατική εποχή παρ’ όλο που εγώ στον τρόπο ζωής μου ήμουν πάντα συντηρητικός.
Επαιξε ρόλο και η γνωριμία μου με τον Λεωνίδα Χρηστάκη που έβγαζε ένα αντιεξουσιαστικό περιοδικό, το «Ιδεοδρόμιο».
Διάβασα Φερλινγκέτι και μου άρεσε για τη μαχητική ποίησή του και τον λυρισμό του. Το δεύτερο βιβλίο σ’ αυτή τη σειρά ήταν Κάμινγκς.
Υπήρχε όμως κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον, ο Κάμινγκς, ο Κάρλος Ουίλιαμς και άλλοι ήταν σαν μεγάλα πουλιά που άνοιξαν τις φτερούγες τους και έκλεισαν μέσα την μπίτνικ γενιά.
Αυτό, η συνέχεια, είναι μια αρετή της αμερικανικής λογοτεχνίας και κουλτούρας.
Να φανταστείς ότι ο ομπζεκτιβιστής, μινιμαλιστής Ουίλιαμς κάνει πρόλογο σ’ ένα ποτάμι ρομαντισμού όπως είναι το «Ουρλιαχτό».

Και πώς βγήκε η πρώτη σας ποιητική συλλογή;
Με προτροπή του Λεωνίδα Καφάογλου που είχε τις εκδόσεις «Υακίνθη». Θυμάμαι την πλακέτα όταν βγήκε, καταπληκτική. Αλλά να σας πω κάτι, εγώ πάντα πήγαινα γωνία γωνία.

Γιατί πηγαίνατε γωνία γωνία; Εκ χαρακτήρος;
Αυτά τα πράγματα είναι τα απομεινάρια του μπολσεβικισμού. Δηλαδή ό,τι και να γινόταν, μένει μια φωνή μέσα σου που σου λέει: Τρώγε το φαΐ σου, αγάπα το κελί σου και διάβαζε πολύ. Και στο σπίτι η αλαζονεία ή ο κομπασμός ήταν νοσηρό πράγμα.
Ακόμα κι ο πατέρας μου που ήταν διάσημος στην περιοχή ήταν χαμηλών τόνων.
Οταν κομπάζεις, ό,τι βγει από το στόμα σου γίνεται ένα όχημα και υπάρχει ο κίνδυνος να το πάρεις από πίσω.
Να πεις δηλαδή, είμαι ο επόμενος νομπελίστας, να το πιστέψεις, να καταστρέψεις κι αυτά τα πράγματα που κάνεις, και στο τέλος να γίνεις γελοίος.

Γιατί ήταν διάσημος ο πατέρας σας;
Ηταν ποδοσφαιριστής στην ομάδα του Αιγάλεω. Από το 1949 έπαιζε μπάλα. Με τον Εμφύλιο δηλαδή.
Θυμάμαι που μου έλεγε μάλιστα ότι σε έναν αγώνα με τον Αστέρα Τρίπολης όταν έβαζαν γκολ σηκώνονταν οι κομμουνιστές και ζητωκραύγαζαν, αγκαλιάζονταν με τους ταγματασφαλίτες -που μάλιστα πυροβολούσαν και στον αέρα για να το γιορτάσουν- και όταν έβγαιναν έξω από το γήπεδο άρχιζαν να τους κυνηγάνε! Αλλος τόπος το γήπεδο.

Πάντως η πρώτη σας ποιητική συλλογή έτυχε πολύ καλής υποδοχής…

Είχα την τύχη να έχω πολύ καλούς κριτικούς σε όλη την πορεία μου. Κριτικούς που δεν ήξερα, δεν γνώριζα.
Αυτοί οι άνθρωποι με τις κριτικές παρατηρήσεις τους με βοήθησαν να γίνω καλύτερος. Τους οφείλω πολλά.

Σήμερα υπάρχουν τέτοιοι βιβλιοκριτικοί;
Υπάρχουν αυτοί που υπήρχαν. Εχει ανέλθει και ένα είδος που κυρίως κάνει βιβλιοπαρουσίαση με κάποιες λίγες κριτικές παρατηρήσεις. Βεβαίως σε όλα αυτά τα πράγματα γίνεται και κατάχρηση.
Από την αρχαία Αθήνα ακόμα, πάντα υπήρχαν οι διάσημοι, που προσπαθούσαν να επιβάλουν τη δουλειά τους, που προσπαθούσαν να επιβληθούν.
Ο Αριστοφάνης στους Βατράχους λέει κάτι πολύ ωραίο: Ερχεται ο καθένας, αφήνει μια κουτσουλιά και το ονομάζει θεατρικό έργο!

Στο ποίημά σας «Αναπόφευκτη ανθηρότητα» λέτε: «Αφέθηκα, δεν σκέφτηκα, μα ακόμη ελπίζω στην αναπόφευκτη ανθηρότητα»…
Την ανθηρότητα αυτή αρκετοί την αντιλήφθηκαν ως Θεό. Δεν θα μπορούσα να τη χαρακτηρίσω έτσι.
Είναι ο δημιουργός που έχει καρφωθεί στο μυαλό μας από τα χρόνια του Ομήρου και τους προσωκρατικούς φιλοσόφους και φαίνεται πως ακολουθεί τους ανθρώπους σε όλες τις περιπέτειές τους.
Υπάρχει μια δημιουργική δύναμη που κάποιοι θεωρούν πως είναι έξω από το άτομο ή την κοινότητα, εγώ αυτό το θεωρώ αλλοτρίωση.
Ξέρω ότι υπάρχει μια δημιουργική δύναμη μέσα μας, γιατί είμαι ένα ον που δεν έχει διαφορές με τα άλλα όντα, κι αυτή τη δημιουργική δύναμη την έχουμε θεσμοθετήσει και τη χρησιμοποιούμε σαν κάθαρση στα πανηγύρια και στις τελετές.
Ακόμα και για μένα που δεν πιστεύω σε οντολογικό επίπεδο στην ύπαρξη του Θεού, πιστεύω ότι αν δεν υπήρχαν οι τελετές θα μαραζώναμε. Οι τελετές είναι κάθαρση!

Στη «Νύχτα» λέτε: «Σε θέλω, μου ανήκεις, σ’ αγαπώ», έχετε κατανοήσει τα πάθη του έρωτα; Αυτό το «μου ανήκεις» μοιάζει σαν μια ιδιοκτησία…
Νομίζω ότι ορισμένες λέξεις υπάρχουν ως γλωσσικά παιχνίδια. Είναι περιοχές, στοχαστικές πρακτικές.

Δεν υπάρχει και μια αλήθεια εκεί μέσα; Στο «μου ανήκεις». Γιατί διαλέξατε αυτή τη λέξη;
Βεβαίως! Κατά καιρούς ένα γλωσσικό παίγνιο προΐσταται και η λέξη αρχίζει και περιορίζεται. Π.χ. μεγαλώσαμε σε μια εποχή που η ηγεμονία ανήκει στο γλωσσικό παιχνίδι της πολιτικής και δη του μαρξισμού.
Η λέξη «ανήκω», η λέξη «ιδιοκτησία», ήταν ήδη στο τραπέζι σαν κάτι που δεν ήταν σωστό. Οταν λοιπόν χρησιμοποιώ μια «φορτωμένη» λέξη μπαίνει το ζήτημα της ιδιοκτησίας. Οχι κτητικότητα στον έρωτα.
Αλλά να σας πω κάτι, έχει ρωτήσει κανείς τους ανθρώπους ειλικρινά πόσο κολακεύονται με αυτή την κτητικότητα που τους απευθύνει ο άλλος;
Αυτό που συμβαίνει με τον έρωτα είναι τρομερό. Θέλεις να ανήκεις, θέλεις να εξαφανιστεί οτιδήποτε πάνω σ’ αυτόν τον κόσμο και να δημιουργήσεις μια καινούργια οντολογική κατάσταση, να υπάρχεις μόνο γι’ αυτό.
Αυτός ο οποίος θέλει τον άλλο κτήμα του στην πραγματικότητα θέλει να γίνει εκείνος κτήμα του άλλου, υπάρχει μια διαλεκτική στον έρωτα.
Αντιδρά με κτητικότητα εκείνος που έχει εκμηδενιστεί, που έχει παραδοθεί πλήρως στον άλλον. Είναι λεπτές ισορροπίες που δεν μπορούν να ρυθμιστούν.

Είναι το μεγαλύτερο «ψέμα»; Η μεγαλύτερη παραίσθηση;
Οχι, είναι μια καινούργια αλήθεια. Ο έρωτας γεννάει συνεχώς ερωτήματα. Υπάρχουμε επειδή υπάρχει. Είναι τόσο περίπλοκο θέμα που το μόνο που βοηθάει είναι να μην κάνεις αυτό που κάνει η κοινωνία.

Δηλαδή;
Η κοινωνία, για να αποφύγει τη σύγκρουση των μελών της με τη βία, θεσμοθετεί τη βία. Και τη δίνει κατά αποκλειστικότητα στο κράτος, προσπαθεί να θεραπεύσει τη βία με τη βία. Δεν γίνεται αυτό. Αυτό είναι παράλογο.
Αν προσπαθήσεις να συλλάβεις στο βάθος βάθος τον έρωτα στην ουσία του θα είναι σαν να προσπαθείς να θεραπεύσεις την αίσθηση του αντικειμένου που έχεις -διότι είσαι αντικείμενο- δίνοντας στον άλλο την αποκλειστικότητα του υποκειμένου.
Τα πράγματα είναι απλά στον έρωτα, υπάρχουν περιπτώσεις που δεν μπορείς να κάνεις τίποτα.
Ξαφνικά βρίσκεσαι σ’ ένα σπίτι μ’ έναν άνθρωπο εδώ και είκοσι χρόνια επειδή τον ερωτεύτηκες. Χωρίς να έχεις σκεφτεί πάνω σ’ αυτό το πράγμα!

Στο «Αυτοκράτωρ Ιουλιανός προς φιλόσοφον» λέτε: «Αυτοί που σιωπούν μένουν ανεύθυνοι μες τους αιώνες». Γι’ αυτό δεν μιλούν οι άνθρωποι για όσα συμβαίνουν; Μια τεράστια σιωπή έχει πέσει τελευταία…
Δεν μιλούν οι πολίτες. Καλώς σιωπούν. Μίλησαν πολύ προηγουμένως, σε διαδηλώσεις, σε συμπλοκές με την αστυνομία. Φτάσαμε στο σημείο άνθρωποι να χάνουν το φως τους από κλομπ.
Θα έχουμε αργότερα ίσως την ευκαιρία σε δημόσιο επίπεδο να δούμε τι έγινε και πώς. Χρειάζεται μια απόσταση.
Τώρα σιγήν ασυρμάτου. Αντιμετωπίζουμε το ενδεχόμενο να πέσουν θραύσματα πυραύλων στο κεφάλι μας.
Ο Ερντογάν απειλεί και δεν μας έχει πείσει η Τουρκία ότι δεν κυβερνάται από έναν τρελό. Πρέπει να ωριμάσουμε πολιτικά. Να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα στο πολιτικό και στο ιδιωτικό, στο συναισθηματικό και στο δημόσιο.
Οι Ελληνες δεν αντιδρούν πια σαν να είναι στο καφενείο που όταν μπει κάποιος και τους προσβάλει υπάρχει περίπτωση να συμπλακούν.
Αυτά που έζησαν είναι ένα τεράστιο σοκ. Αν αντιδράσουν η αντίδραση αυτή ίσως σωριάσει την ελληνική δημοκρατία. Δεν εννοώ βέβαια τους θεσμούς, που έχουν πια αποδείξει τη δημοκρατικότητά τους.
Εχουν συμβεί πράγματα που καλό είναι να τα συζητήσουμε όταν πάρουμε μια ανάσα.

Στην «Αντιγόνη» (Γαβριηλίδης) που μεταφράσατε μέσα σε μια σειρά άλλων αρχαίων τραγωδιών, ο Σοφοκλής λέει για τη Θήβα: «Σ’ αυτή την πόλη όλοι είναι μόνοι, προσπαθούν να ευτυχήσουν αλλά δεν ξέρουν τι πρέπει να κάνουν γι’ αυτό…», εξαιρετικά επίκαιρο και για την εποχή μας. Πώς οδηγούμαστε στη μοναξιά;
Με την απόφαση ή την απερίσκεπτη ιδέα που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος ότι είναι δυνατόν να είναι μόνος του. Από φόβο, από υπέρμετρη φιλοδοξία ή από κούραση.

Στον «Προμηθέα Δεσμώτη», που επίσης μεταφράσατε σ’ αυτή τη σειρά, μπαίνει στα προλεγόμενά σας ένα ερώτημα που προκύπτει από τη φιλοσοφική σκέψη: Ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του ουρανού;
Θα αναφέρω μια κουβέντα ενός ποιητή – αν συνέβη τώρα αυτός ο ποιητής να ασχοληθεί με την πολιτική και να μην τα κάνει όλα όπως πρέπει, αυτό δεν σημαίνει πως δεν είναι μεγάλος ποιητής.
Ο Μάο Τσε Τουνγκ είπε λοιπόν πως «ο ουρανός ανήκει στους άντρες και στις γυναίκες». Ο μισός ουρανός ανήκει στους άντρες και ο άλλος μισός στις γυναίκες. Τόσο απλά. Στον καθένα μας ανήκει ένα κομμάτι ουρανού.

Κύριε Μπλάνα, τελειώνοντας αυτή τη συνομιλία μπορείτε να μας πείτε τι βρίσκεται αυτή τη στιγμή πάνω στο γραφείο σας; Τι αφήσατε μισοτελειωμένο για να συναντηθούμε αυτή την Κυριακή το μεσημέρι;
Α, πολλά, μεταφράσεις κυρίως. Αλλά και κάτι δικό μου…

Θα μας πείτε κάτι απ’ το δικό σας;
Είναι ένα καινούργιο έργο. «Σχεδόν Επος» είναι ο τίτλος.
Ο Ομηρος έχει βάλει σε μια βάρκα τον Αχιλλέα με πολύ κρασί βεβαίως και οδεύουν προς τον ωκεανό. Θα συναντήσουν στην κόλαση νεκρούς που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί.
Αρχίζει έτσι: Τον είδα να ’ρχεται σαν φλόγα/του κεριού μέσα στην νύχτα/κι ας έβραζε ο ήλιος στην άμμο το νερό-/μέρα μέδουσα στης Τροίας την ακτή:/διάφανη μήτρα των μικρών,/θεών, που αστράφτουν μεσημέρι /απ’ τα χαράματα, στον ιδρωμένο/ύπνο των κράμων. Προσπέρασε θαμπά /τις νεκρικές πυρές. Ενα σκυλί,/τρέκλισε την αγρύπνια του· άνοιξε/το στόμα να γαβγίσει: αιμόφυρτη σιωπή,/ανέβηκε απ’ τα σπλάχνα του-/σωριάστηκε, σπαρτάρισε.

*Από εδώ: http://www.efsyn.gr/arthro/o-erotas-genna-synehos-erotimata

Α. Ξηρογιάννη: “Η δεύτερη φύση μου είναι η παραφορά του καλλιτέχνη”

Συνέντευξη στην Ελένη Τζατζιμάκη

Συνομιλούμε με τη συγγραφέα Ασημίνα Ξηρογιάννη με αφορμή το τελευταίο της ποιητικό βιβλίο «Δεύτερη φύση» (ΑΩ εκδόσεις 2018).

Ποια ειδική αποστολή υπηρετούν τα «65 χαϊκού» για σένα, σε αντιδιαστολή με τις προηγούμενες συλλογές σου; Ποια πρόθεση;
Hθελα να πειραματιστώ και σε αυτό το είδος. Εχω πειραματιστεί σε διάφορα είδη (θέατρο, νουβέλα, ποίηση, δοκίμιο, κριτική). Εχω επίσης, υπάρξει δύο φορές ανθολόγος («Μονόλογοι συγγραφέων», Βακχικόν 2015 και «Το θέατρο στην ποίηση», Μοmentum 2017). Το κάθε είδος το αντιμετωπίζω πάντα με σοβαρότητα και αφιερώνομαι. Είχα γράψει δύο μόνο ερωτικά χαϊκού για τις ανάγκες του υβριδικού βιβλίου μου «23 μέρες» (Γαβριηλίδης 2015). Είχα γράψει και χαϊκού για τις Εποχές με τους μαθητές μου. Και τρίτον έχω πρόσφατα κάνει αφιέρωμα στο είδος στην ελληνική εκδοχή του, με σχετική Ανθολόγηση στο Varelaki/Notationes. Όμως πάντα ήθελα να γράψω και ένα βιβλίο, οπότε εργάστηκα για αυτόν το σκοπό.

Σε πρώτη ανάγνωση,τα κέντρα της ζωής σου εδώ είναι η ζωή ως πράξη και ως θεωρία ,ο έρωτας,το θέατρο,η ποίηση ως εσωτερική λειτουργία πριν να έρθει ο λόγος. Με άλλα λόγια, θα έλεγα καταχρηστικά ότι τα κέντρα της ποίησής σου είναι όντως ούσα «πρώτη φύση» σου. Ποια είναι η «Δεύτερη φύση»;
Η δεύτερη φύση μου είναι η παραφορά που πάει μαζί με τον άλλο μου εαυτό, τον καλλιτεχνικό! Η παραφορά επίσης της Μούσας που αποτελεί αντικείμενο έμπνευσης. Υπάρχει και το σχετικό χαϊκού:

H παραφορά
δεύτερη φύση είναι
για σένα, Μούσα.

Δημιουργείται μια αίσθηση ότι ολόκληρη η συλλογή είναι ένα ποίημα σε συνέχεια. Μικρές ακροβασίες στα σημεία εκείνα που ορίζουν τον κόσμο σου. Υπάρχει πράγματι ένα συνεχές αδιάσπαστο;
Nαι… ένα συνεχές αδιάσπαστο, με την έννοια ότι είναι ένας συνεχής διάλογος του δημιουργού με την τέχνη του και τις εμπνεύσεις του. Άλλωστε, τα δικά μου τα βιβλία είναι σαν συγκοινωνούντα δοχεία, το ένα μέσα στο άλλο σχεδόν. Το έχει επισημάνει η κριτική, που μιλάει μάλιστα και για το επαναλαμβανόμενο στοιχείο του εγκλεισμού, της διακειμενικότητας και άλλων θεμάτων-μοτίβων στα οποία μοιραία επανέρχομαι, όμως μπαίνω σε αυτά με άλλο βλέμμα και με άλλη οπτική. Είναι σαφές ότι αυτά απασχολούν την σκέψη μου.

Πιστεύεις ότι η ελληνική γλώσσα αντέχει την τέχνη του χαϊκού;
Ναι,το έχει αποδείξει ότι αντέχει, νομίζω. Το διαπίστωσα και επειδή έχω μελετήσει σχετικά για το αφιέρωμα που έκανα στο varelaki για το ελληνικό χαϊκού (http://varelaki.blogspot.com/2018/03/notationes-anoi-2018-e.html, Τετάρτη 21 Μαρτίου 2018). Ως όρος το χαϊκού καθιερώνεται πιθανά στα τέλη του 19ου αιώνα από τον Μασαόκα Σίκι, ποιητή, εκδότη, και εκμοντερνιστή του είδους, ενώ εισηγητής των χαϊκού στην Ελλάδα είναι ο Σεφέρης («16 χαϊκού», Τετράδιο Γυμνασμάτων). Όμως το 1969 έχουμε το «Αλφαβητάρι» του Ζήσιμου Λορεντζάτου, την πρώτη αυτοτελή συλλογή χαϊκού στην Ελλάδα. Οι Έλληνες βεβαίως μπορεί να μην μείνουν αυστηρά στο 5-7-5 που απαιτείται, αλλά να ανοίξουν τη φόρμα, κάνοντας μικρές παραβάσεις, ή καταφεύγοντας στο μονόστιχο με 17 συλλαβές. Το θέμα είναι κάτι που έρχεται «έξωθεν» και είναι προϊόν μιας άλλης κουλτούρας και μιας άλλης λογοτεχνικής ιστορίας να μεταφέρεται δημιουργικά.

Ο Ρολάν Μπαρτ διακρίνει τις διάφορες δυνατές εναλλακτικές αναγνώσεις των χαϊκού. Την δυτική ανάγνωση, η οποία το ερμηνεύει συμβολικά και ρέπει προς ένα μεταφυσικό νόημα την απορρίπτει ως ευρωκεντρική και σημειώνει ότι τέτοιου είδους προσεγγίσεις μπορούν «να αστοχήσουν στο χαϊκού, καθώς η ανάγνωσή του συνίσταται στην αιώρηση της γλώσσας και όχι στην πρόκλησή της. Ποια είναι η δική σου άποψη έχοντας δουλέψει ποιητικά πάνω σε αυτήν τη φόρμα;
Το χαϊκού από την καταγωγή του είχε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Συνήθιζε να αναφέρεται στη Φύση και να συνδιαλέγεται με αυτήν και τα στοιχεία της. Ενας σύγχρονος ποιητής που γράφει χαϊκού πιστεύω ότι έχει χρέος να κάνει την αναπροσαρμογή του. Το 2018 επέλεξα να μην γράψω χαϊκού με θέμα τη Φύση, παρόλο που αυτό είναι μέρος της παράδοσης του είδους. Επίσης επέλεξα να μην δώσω μεταφυσική χροιά στα χαϊκού μου. Παίζω όμως με τα νοήματα και τις Ιδέες και εκφράζω συναισθήματα. Επίσης, δίνω ένα Νόημα κάθε φορά που μπορεί να αποτελέσει τροφή για σκέψη. Εχω την επιθυμία να υπενθυμίσω στους αναγνώστες πως η ζωή είναι ένα ατέρμονο παίγνιο και ένα απέραντο πεδίο «στοχαστικών προσαρμογών».

Τι σε δυσκόλεψε περισσότερο κατά τη δημιουργική διαδικασία; H οικονομία, το μέτρημα, η επιλογή των λέξεων ή η συνοπτική απόδοση του εκάστοτε νοήματος;
Όλα. Επειδή, όπως προανέφερα, το είχα κάνει μόνο σποραδικά και όχι συστηματικά. Οπότε ήταν αρκετά κοπιώδες, αλλά νομίζω το αποτέλεσμα με δικαίωσε.

Θα ξαναέγραφες χαϊκού;

Eχω ήδη αρκετά στο γραφείο μου που τα παλεύω!

*Από εδώ: https://www.vakxikon.gr/%CE%B1-%CE%BE%CE%B7%CF%81%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7-%CE%B7-%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B7-%CF%86%CF%8D%CF%83%CE%B7-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9/