Αργύρης Χιόνης, Δύο ποιήματα

Εσωτικά τοπία

ΥΠΑΡΧΟΥΝΕ ΚΑΤΙ ΤΟΠΙΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ, τυφλών τοπία, που μόνο ψαύοντας τ’ ανακαλύπτεις. Με μάτια ανοιχτά, τρόπος για να τα δεις κανένας δεν υπάρχει, γιατί ‘ναι μυστικά τοπία και το φως κρατούν μακριά απ’ την περιοχή τους. Μονάχα ψαύοντας μπορείς να τα χαρείς ή μάλλον, ένα μέρος τους μονάχα να χαρείς μπορείς, γιατί ‘ναι απέραντα τοπία, μυστικά, εσωτικά τυφλών τοπία.

*

Ο ακίνητος δρομέας

“ΠΟΥ ΠΑΤΕ, ΜΕΡΕΣ ΜΟΥ”, ρωτά, “μικρά πουλιά γιατί πετάτε, για πού τραβάτε βιαστικά;”.
“Εμείς δεν πάμε πουθενά, εμείς δεν είμαστε πουλιά, στεφάνι επτάφυλλο είμαστε πέτρινο κιονόκρανο στου χρόνου την αμετακίνητη κολόνα. Εσύ πετάς αδιάκοπα, εσύ αποδημείς
προς μια εποχή πιο παγερή, προς ένα ατέλειωτο χειμώνα”.

Άννα Αχμάτοβα, Έξι ποιήματα

Έμαθα να ζω απλά και με σοφία,
Τον ουρανό να βλέπω και να δοξάζω το Θεό,
Να γυρίζω ώρα πολλή στου δειλινού την ησυχία,
Την αχρείαστή μου αγωνία να ξεχνώ.

Όταν θροΐζουν οι κολλιτσίδες στην κοιλάδα
Και μαραίνονται τα μούρα στις μουριές,
Στίχους γράφω εύθυμους αράδα
Για της φθαρτής ζωής τις ομορφιές.

Επιστρέφω σπίτι. Μου γλείφει την παλάμη
Ο πουπουλένιος γάτος και με νάζι νιαουρίζει.
Λαμπρό ένα φωτάκι στην κορυφή ανάβει
Του πύργου, πίσω από τη λίμνη και φωτίζει.

Μόνο πού και πού στην ησυχία τη βαθιά
Του πελαργού προσμένω τη φωνή ν’ ακούσω.
Κι αν έρθεις και την πόρτα μου χτυπάς
Μου φαίνεται πως ούτε θα σε ακούσω.

1912

*

Όχι, μαζί σου δε θα πιω κρασί,
Γιατί είσαι αγόρι αδιόρθωτο.
Ξέρω, συνήθεια έχετε κακή
Μ΄ όποια λάχει να φιλιέστε στο φεγγαρόφωτο.

Αλλά εμείς, ούτε στεναγμός ούτε φωνή,
Ησυχία θεϊκή.

Αλλά σ’ εμάς, νόμος δεν υπάρχει
Να σηκώνουμε τα μάτια σ’ όποιον λάχει.

Δεκέμβριος 1913

*

Ώρες βραδινές μπροστά από το τραπέζι.
Αδιόρθωτα λευκή η σελίδα με κοιτά.
Η μιμόζα Νίκαια και ζεστασιά μυρίζει,
Στο φεγγαρόφωτο πουλί μεγάλο φτερουγά.

Και τις κοτσίδες μου πλέκοντας σταθερά,
Σάμπως να μη γίνεται αύριο δίχως αυτές,
Κοιτάζω απ’ το παράθυρο με δίχως θλίψη πια
Τη θάλασσα, τις αμμουδερές πλαγιές.

Τι εξουσία έχει ο άνθρωπος, ωστόσο,
Που ούτε τρυφερότητα δε θέλει!
Δεν μπορώ τα βλέφαρά μου να σηκώσω
Τ΄ όνομά μου όταν προφέρει.

Καλοκαίρι 1913

*

Στο σμίξιμο υπάρχει των ανθρώπων μια κρυφή γραμμή,
Που δεν την ξεπερνά ο έρωτας μήτε τα πάθη,
Ακόμη κι όταν στην σκληρή κολλούν τα χείλη σιωπή
Και πάει να σπάσει η καρδιά από αγάπη.

Ανήμπορη σε τούτο και η φιλία μένει
Και τα χρόνια της χαράς της δυνατής,
Όταν η ψυχή είναι ελεύθερη και ξένη
Απ’ την αργόσυρτη χαύνωση της ηδονής.

Είναι τρελοί όσοι την κυνηγούν, κι αληθινά,
Όποιος την έχει φτάσει από πλήξη υποφέρει.
Τώρα ξέρεις γιατί και η δική μου η καρδιά
Δε χτυπά τρελά κάτω απ’ το δικό σου χέρι.

1915

*

Από την ποιητική σύνθεση «Μυστικά της μαστοριάς»

Οι νικητήριες ωδές δε μου χρειάζονται.
Ούτε και ελεγειακοί γλυκοί ρυθμοί.
Όλα στους στίχους πρέπει να αντιτάσσονται
Στα πράγματα που φέρνει η καθημερινή ζωή.

Ω! Αν ξέρατε από ποια σκουπίδια
Γεννιούνται τα ποιήματα δίχως ντροπή.
Πλάι στο φράχτη σαν κίτρινα πικραλίδια.
Βρομόχορτα και κολλιτσίδες στην αυλή.

Κραυγή οργισμένη, της πίσσας μύρισμα στυφό,
Μυστηριώδης μούχλα μες στην κάμαρή μου…
Και το ποίημα ακούγεται ευχάριστο και τρυφερό
Για τη δική σας τη χαρά και τη δική μου.

1936 – 1960

*

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ

Θα μπορούσε η Βεατρίκη σαν το Δάντη να δημιουργήσει,
Είτε η Λάουρα το πάθος της αγάπης να υμνήσει;
Τις γυναίκες εγώ δίδαξα πώς να μιλούν,
Αλλά, Θεέ μου, πώς να τις μάθω να σιωπούν;

1960

*Μετάφραση: Γιώργος Μολέσκης.

Γιάννα Μπούκοβα, από το «Μαύρο χαϊκού»

Για κάποιο λόγο τα συντρίμμια
φαντάζουν πάντα πιο κοντά
στην γεωμετρία της αλήθειας.
 
Είναι μια μουσική που τελειώνει σταδιακά.
Ένα δόντι που το βγάζεις κάθε πρωί.
 
Όπως όταν κάποιος που αγαπάς πολύ
σου λέει μια ιστορία που διόλου δεν σε ενδιαφέρει,
αλλά δεν θέλεις να σταματήσει ποτέ,
και το λες αυτό ευτυχία.
 
Ή μια εικόνα από την πλατεία της πόλης,
μερικά σπίτια κι η εκκλησία,
και στο βάθος το ηφαίστειο που εκρήγνυται,
και το λες αυτό κάποιου είδους καθημερινότητα.
 
Ήταν μια τάξη που εξερράγη
και έτσι ξεκίνησαν όλα.
Ένα δόλωμα κεκτημένης ταχύτητας.
 
Ο Τζορντάνο Μπρούνο πίστευε ότι τα αστέρια
είναι μακρινοί κατοικημένοι κόσμοι,
και σε κάθε ένα υπάρχει μία δίκη,
και σε κάθε ένα υπάρχει μία πυρά,
και αυτό το λες να μην είσαι μόνος στο σύμπαν.
 
Η νύχτα πάντως είναι το ίδιο μέρος,
όμως μετά την πυρκαγιά.
 

Απ’ όλα τα χρώματα
το κόκκινο είναι το πιο θορυβώδες.
 
Δεν υπάρχει πιο ίσια γραμμή
από την πτώση.
 
Όμως ο βυθός πάντα απαιτεί
μια πιο περίπλοκη χορογραφία.
 
Θυμάμαι εκείνη τη διαφήμιση με τους τρεις
που παίζουν ποδόσφαιρο κάτω απ’ το νερό.
Τις φυσαλίδες, τα ανάποδα ψαλίδια, το σμαραγδένιο φως.
 
(Το μυαλό προσελκύεται μονάχα
από τα εξής είδη γεγονότων:
πρόσφατα γεγονότα, ασυνήθιστα γεγονότα,
μεγάλα γεγονότα, γεγονότα που μπορούν
να συγκριθούν με άλλα γεγονότα.)
 
Όλα είναι σε αργή κίνηση, σαν να υπογραμμίζουν
κάποια ιδιαίτερα περίτεχνη φάση του ματς.
Η μπάλα λείπει, είναι όμως ξεκάθαρη
η πρόθεση της μπάλας. Το μαρκάρισμα.
 
(Μέσα στο μυαλό συντελείται μια Δαρβινική διαδικασία
όσο οι σκέψεις που ασταμάτητα γεννιούνται
παλεύουν μεταξύ τους για επιβίωση.)
 
Τρία ψαράκια γλιστράνε στη γραμμή
σαν να ακολουθούν κάποια υποθαλάσσια λεωφόρο.
Η κάμερα βυθίζεται, η οπτική σκουραίνει.
Η θαμπή φωτεινή επιφάνεια
απλώνει την οθόνη της.
Κάτι μεγάλο περνάει εκεί –καράβι, φάλαινα;–
και είναι ταυτόχρονα αυτό
και η σκιά του.
 
 
Ο 3D printer του Πλάτωνα πάντα επισκίαζε
την παλαιά τεχνολογία του Γουτεμβέργιου.
 
*
 
Αν και μόνο αν 
 
Κάθε μέρος είναι μία παγίδα,
ανοιχτή ακόμα.
Αλλά εμένα τα ζουζούνια στην κουζίνα
με κάνουν και ουρλιάζω.
 
Οι σύνδεσμοι ανάμεσα στα πράγματα
γεννιούνται στο ίδιο κέντρο
απ’ όπου και ο φόβος.
Εκείνο το σημείο κάπου ανάμεσα
στην αναπνοή και το βλέμμα.
 
Θυμάσαι πώς κόβαμε τους βατράχους ζωντανούς
στο μάθημα της βιολογίας
να δούμε πώς χτυπάει η καρδιά τους;
Θυμάσαι το εκπαιδευτικό σύστημα,
που το επέτρεπε αυτό
για τους σκοπούς της μάθησης;
 
Το πληθωριστικό σύμπαν μεγαλώνει απότομα,
τα πράγματα χάνουν αξία.
Είναι σαν να σε πηγαίνουν για ανάκριση
και να σε βάζουν να πληρώσεις
ο ίδιος την ανάκριση.
Με κάτι λιγδερά,
κολλημένα χαρτονομίσματα.
 
Κύριε, εσύ που είσαι μέσα στο στήθος μου…
Δεν γίνεται σαφές από την αγγλική μετάφραση
αν είναι:
Κύριε μέσα στο στήθος μου και πέρα από αυτό
ή αν:
Κύριε μέσα στο στήθος μου και πισώπλατα.
 
Αυτό είναι λοιπόν;
Όλο το χρυσάφι του κόσμου
δεν γεμίζει ούτε δυο ολυμπιακά στάδια.
Και ο πόνος με κάποιο τρόπο με κάλεσε
να ανακαλύψω το σώμα μου.
 
Ζούμε σε ένα κλουβί από φως
ζώα, ζώα δίχως τέλος.
 
Οι κύκλοι του νερού εγκαταλείπουν
τα όρια της λίμνης.
Τα σκυλιά ουρλιάζουν
– Πισώπλατα! –
καλωσορίζοντας ηδονικά τα χτυπήματα της καμπάνας.
 
Παιδιά με ανίατες ασθένειες σε κλινική
της ρωσικής πόλης Καζάν
στέκονται στο χιόνι και σχηματίζουν το γράμμα Ζ
σε υποστήριξη του πολέμου.

*«Μαύρο χαϊκού»,Εκδόσεις Ίκαρος, 2024.

Βερονίκη Δαλακούρα, Επίγραμμα

Είθ’ άνεμος γενόμην, σύ δε δη στείχουσα παρ’ αυγάς
στήθεα γυμνώσεις και με πνέοντα λάβεις.*

Σαν τις παραπάνω λέξεις, αδέσποτες κι αυτές, ως
Μια ερωτική τάχα επίκληση που προπορεύεται
και πάλι ακολουθεί.
Στη γραμμή αόρατη σαν φάσμα πίσω απ΄ τις ράγες
τόσο σιωπηλές που σκανδαλίζουν
Εσύ
με το σκισμένο ρούχο και τις άδειες κάλτσες
περπάτησε μέχρι το χωράφι αδιαφορώντας
για τον άνεμο
γυμνώνοντας τα στήθη
λέγοντας Ναι και Όχι γιατί
ακόμη κι αν δεν γνώρισες πόσο
αντίπαλες γίνονται οι λέξεις
οι παραπάνω, οι αδέσποτες, σαν
τη βροχή είναι που
την κοιτάς και πίνεις.

*Αδέσποτο αλεξανδρινό ελεγειακό δίστιχο ανώνυμου από την Ελληνική Ανθολογία [5, 38]

**Το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Δεν έχουμε οξυγόνο”, Εκδόσεις Εύμαρος, Αθήνα 2025.

Γκέοργκ Τρακλ (Georg Trakl),  Έλις 

Ένα απαλό χτύπημα καμπάνας ηχεί στο στήθος του Έλις το βράδυ,
όταν το κεφάλι του βυθίζεται στο μαύρο μαξιλάρι.
Ένα γαλάζιο αγρίμι
ήσυχα ματώνει στα βάτα.
Ένα σκούρο δέντρο στέκεται μονάχο˙
έπεσαν οι γαλάζιοι καρποί του.
Σημεία κι άστρα
βυθίζονται σιγά στη βραδινή λιμνούλα.
Χειμώνιασε πίσω απ’ το λόφο.
Γαλάζια περιστέρια
πίνουν, τη νύχτα, τον παγερό ιδρώτα που κυλά
απ’ το κρυστάλλινο μέτωπο του Έλις.
Διαρκώς ηχεί
σε μαύρα τείχη ο έρημος άνεμος του Θεού.

*Μετάφραση: Μ.Π.

Γιώργος Αναγνώστου, Αστόλιστη Ξενιτιά / Ασέβειες Πρόσληψης

Πτώματα νεκρών Κρητών ανθρακωρύχων από την έκρηξη στο ορυχείο Castle Gate της Utah των ΗΠΑ. Classified Photograph Collection, Courtesy of the Utah State Historical Society.
Used by permission.

ο τόπος του ξένου
η ζωή αλλού
ο λόγος περί ξενιτιάς
αναγκαστικά στρέφεται
προς το εκεί
τόπους μετανάστευσης
συνθήκες εξόδου
πέρα από συγκινησιακά φορτία
την ιστορία τους απαιτούν
να εξιστορήσουν
ιστορικές ευθύνες ν΄ αποδώσουν
 
τη μεταφορά νέοι Οδυσσείς
«το αρχέτυπο του γένους»
ανιστόρητη ασέβεια
να πολεμήσουν.
 
*
 
ο τόπος του ξένου
κακουχίες ζωής
το αλλού
αιματοβαμμένο όνειρο
εκρήξεις διολισθήσεις
σωμάτων διασκορπισμοί
διασπορά καταστροφής
φέρετρα διαμελισμένων
θρήνοι, μοιρολόγια
ανείπωτος πόνος
φαράγγια μπουκώνει
 
πώς να καταπολεμηθεί
η αδικία εκεί
αγώνας για το δίκιο τώρα εδώ
αλληλεγγύη με άλλους
ευάλωτους
speak άβολες αλήθειες
αμείλικτη της εξουσίας
η υπονόμευση
δολοφονίες εκτοπισμοί
σπίλωση χαρακτήρα
γκρεμισμένες ζωές
υπόγεια μουσκεμένα
απελπισία
λύτρωση σε λίτρα κονιάκ …
στοιχειώνουν
 
τραγούδια ξενιτιάς
ως εορτασμούς
εθνοτικών επιτυχιών…
 
*
 
ξενιτιάς σπαραγμούς
με στίχους
ο στόχος ν’ αποδώσει
μνήμη από το αλλού
στο εκεί και το εδώ
δώρο στους σύγχρονους
κληρονομιά να δώσει
λυρική η φωνή
μαρτυρίου και ελπίδας
αντοχές
λυγμοί απώλειες
αγωνίες & επιτυχίες
καλοπροαίρετη ομοιοκαταληξία
 
μα εκκωφαντική ηχώ
κακοφωνίας
οι ασέβειες της κοινωνίας
 
θα τοποθετεί η ποιήτρια
παρά το κόστος
ο ποιητής θα αντισταθεί;

Γλυκερία Μπασδέκη, Ποιώ την Νήσον

Αν δεν πέταξες τις πατερίτσες
Κι οι γιατροί δεν έσκισαν τα πτυχία τους
Αν δεν  σε φίλησε η  μαύρη πεταλούδα του Πόρου
Και  δεν  έσταξε λέπια το σεντόνι σου
Θα με θεωρήσεις άλλο ένα νησί
Μέσα σ’ όλα τ’ άλλα νησιά
Θα  ξέρεις μόνο τις μοντέρνες ταβέρνες μου
Και το χοτέλ Λιόχαρη φίσκα τον Αύγουστο
Εγώ δεν είμαι το νησάκι  που νόμισες
Εγώ είμαι η παλίρροια
Και η αγία πανθάλασσα
Είμαι η μυστηριώδης νήσος
Και η παντοχαρά
Ο Θεός κάνει πάρτυ στον κόλπο μου
Τι ψαλμωδίες!
Τι χοροί!
Τι φλερτ!
Τι Χερουβείμ στην ενδοχώρα!
Τι καλοήθειες, τι θάματα, τι πράματα
Σ’ έναν ορμίσκο μαζεμένα!

Αν δεν ζάρωσες ποτέ σου
Με ρίγη στη ραχοκοκαλιά
Δεν πιστεύεις σε μένα
Είσαι  βλαξ με περικεφαλαία
Αν με θεωρείς οικονομική λύση
Και τριήμερη απόδραση
Μην περιμένεις  να μεσιτέψω για χάρη σου
Στα σαρανταπέντε κύματα
Μη σώσεις και ξαναπατήσεις
Στο λιμάνι μου
Σιγά μην χαλαλίσω θαύματα
Σιγά να μην θαυματουργήσω
Αναιτίως

Μαρία Πανούτσου, Η δική μου Ανάσταση

Φωτογραφία από την ταινία του Andrei Tarkovsky, Andrei Rublev

‘Για τους νεκρούς
του Πολυτεχνείου και του κάθε Πολυτεχνείου ́

Οι νεκροί, ο κάθε νεκρός
δεν ζητά τίποτα

ψεύδεσαι εσύ μικρέ
πονηρέ, ανθρωπάκο

ζητάς στο όνομά τους,
μια δίκαιη απόφαση

εκείνοι, δεν στεφάνωσαν το κορμί τους
με σφαίρες, για δόξα

η δόξα, μια αίσθηση μόνο ορμής
στο νευρικό τους σύστημα

ίσως και φόβος κι ο πανικός
μια οργή, ένας καημός

υπάρχει κατάλογος από αλήθειες
τις κρύβουν οι δειλοί

ανάξιοι για το φως
το απόλυτο φως

στην ακτινογραφία
της ψυχής.

*Απόσπασμα από ποίημα σε 4 μέρη “Η δική μου ανάσταση”, 1918-2025.

Γεώργιος Βρισιμιτζάκης, Τρία ποιήματα

ΤΟ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΣΑΡΕΓΙΑΝΝΗ

Οι άνθρωποι -ασυνείδητα- μας βλάπτουνε·
Δεν μπορούμε να τους μισούμε:
Ακόμα πιο ασυνείδητα μας ευεργετούνε·
Δεν μπορούμε να τους ευγνωμονούμε.

Σκάβουν πληγές,
Βαθυές,
Στο είναι μας.
Δεν μπορούμε να τους μισούμε.

Ά! εκείνα τα βάλσαμα, τα μύρα, τα μαγιοβότανα,
Ποια ηδονή ήταν εκείνη,
Ύστερ’ από ένα τέτοιο πόνο!…
Μα εκείνα τα χεράκια της Παρηγορήτρας
Δεν ένοιωθαν τι έκαναν.

Η φύσις μόνη λειτουργούσε μέσα μου
Καταστρέφοντας
Ή δημιουργόντας!
Και όλα τα άλλα ήσαν εκεί – ξένα,
Ξένα προς εμένα.

*

Η ΠΕΙΝΑ ΚΑΙ Ο ΕΡΩΣ

ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΠΑΡΓΑ

Να γνωρίσω θα ήθελα
Την τροφή των προγόνων,
Όπως νιώσω στη σάρκα μου
Ρίγη λησμονημένα·
Και πυρώσουν η φλέβες μου
Από λαύρες ζωής,
Πιο φλοκάτης.

Κι ο έρωτας, μια τροφή κι αυτή
Ανάμεσα στις άλλες.

Ο έρωτας ο προγονικός!
Ένα μαρτύριο σαν την δίψα,
Όπως αργότερα η Γνώσις.

Ο έρωτας ο προγονικός,
Κατηφής, ανήσυχος και θηριώδης,
Με οξείς στεναγμούς θρηνώδεις
Κι απότομα διαλείμματα νάρκης,
Εμάστιζε τα θύματά του
Που μετά την κόρεσί τους
Μέσα σε υγρές σπηλιές ή κάτω από δένδρα σκιερά –
Παραδίδονταν παθητικά
Στο λήθαργο του χτήνους.

Ω πείνα, ω έρωτα προγονικέ!
Προβλήματα που δεν λύσαμε,
Καλύτερα από τους προγόνους μας.

Σήμερα πεθαίνουμε από τη διπλή πείνα
Χωρίς να νοιώσουμε πως επεινούσαμε.

Ενώ εσείς τουλάχιστον, ω πρόγονοί μας,
Στις βίαιες ορμές σας τες γεννητικές,
Στη πείνα σας την ανοιχτίρμονη
Εβάζατε το Άπειρον!

*

ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ

ΤΗΣ ΚΑΣ ΕΥ. ΖΕΛΙΤΑ

Άνθρωπε· έρχονται στιγμές
Που σου φαίνονται όλα ξένα.
Νοιώθεις πως σαν μια δίνη το νόμο σου ακλουθάει;,
Από κάθε αλλότρια δίνη μακριά·
Ο νόμος σου, η Μοίρα σου τότε σε πτοούν·
Η μοναξιά σου σε βαρύνει…

Κι αν τύχει κι η πτωχή σου δίνη
Λαθέψει από την τροχιά της,
Ή από τη γραμμή της παρεκκλίνει
-Κάτω από το ταυραντισμένο χέρι σου –
Την πίστη στον εαυτό σου τότε τη χάνεις, χάνεις το θάρρος σου,
Και κρίνοντας τους άλλους
-Από τα έξω –
Σαν τους άλλους κάμνεις.

Άλλ’ έρχονται πάλι στιγμές που μέσα τους διαγνώθεις
Ένα ίδιο μυστικό, ένα ίδιο πόνο, ένα ίδιο μαρτύριο ίσως·
Μιαν εργασία υπόκωφη, αλχημική·
Ανταπόκρισες κρυφές, βαθυές·
Και τότες, με περισσότερη πεποίθηση
Ξαναγυρνάς στο εαυτό σου.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Γράμματα” της Αλεξάνδρειας, τεύχος 39, 1919. Δεν διατηρήθηκε το πολυτονικό σύστημα, αλλά διατηρήθηκε η ορθογραφία.

Ada Negri, Τα θύματα του ιδανικού

Ήταν γυναίκες και άντρες σκεπτόμενοι
-μια μεγάλη πίστη είχαν-
νέοι ήταν, μα μήτε τα λευκά τους χείλη
μήτε και τα λιτά τους στήθη έμοιαζαν
φτιαγμένα για την αγάπη. Τον οξύ κι αργόσυρτο,

τον μεγαλοπρεπή και σπασμωδικό
πυρετό μες στα σπλάχνα τους ένιωθαν
αυτόν που φθείρει το σώμα κι εξάπτει την ψυχή
-ισχυρότερο από την αγάπη κι από την ίδια τη ζωή:
τον πυρετό της ιδέας.

Με γυμνό το στήθος, μέσα στη μάχη, με εκείνον
τον μοναδικό σκοπό γεννήθηκαν:
απλές απολαύσεις, τα πρώτα δειλά βήματα από την κούνια,
όνειρα, τέρψεις, η γαλήνια ηρεμία
του τίμιου σπιτικού:

τα απέρριψαν όλα· και κρυμμένοι
σε σκοτεινές τρώγλες,
με φλογερό ζήλο, χλωμό το πρόσωπο,
ενάντια στην ατιμία και την αδικία εξύφαιναν
ριψοκίνδυνες συνομωσίες.

Κι από έναν πανίσχυρο Θεό φωτισμένοι,
θεό του πόνου και της οργής,
στα υγρά κελιά έγραψαν
αποσπάσματα της ιστορίας με ροδοκόκκινο αίμα
και με κομμάτια απ΄ την ψυχή τους.

Στοχασμός! ήταν νέοι και με τον βραχνό
ρόγχο του ιερού οδοφράγματος,
ανάμεσα στη σκόνη και τον καπνό και το σφύριγμα
από τις σφαίρες που έπεφταν,
με τεντωμένο το στήθος κι εξαντλημένο το λαρύγγι!

Ήταν τρεμάμενοι γέροι πια χωρίς δυνάμεις,
κι ανάμεσα στα σίδερα ζούσαν·
ήταν σκιές των φθισικών μελλοθάνατων,

και με υπεροψία αψηφούσαν την ατίμωση,
την κρεμάλα και τα βασανιστήρια!

Ήταν παρθένες ξανθές, και στις βρυχώμενες
φλόγες του καμινιού,
όπως σε μια κλίνη με πορφυρά ρόδα,
έντυσαν το ιδανικό με σώμα ενάρετο
και με ψυχή αγνή κι ωραία!

Και κανείς τους δεν υπέφερε. Γελαστοί, τραγουδώντας
ανέβηκαν στο ικρίωμα
και τον λαιμό τους προσέφεραν στην ειδεχθή θηλιά·
στα φονικά μπουντρούμια των φυλακών,
με τα μάτια πια καρφωμένα

από τον άδειο τάφο και τη νεκρική
παγωμάρα των οστών,
στη λαμπρότητα ενός άγνωστου μέλλοντος
δικαιοσύνης και συμπόνιας, αυτοί τον ύμνο
του ιδανικού ψέλλιζαν.

Όχι· κανένας δεν υπέφερε! Απ’ τις αχνιστές
πληγές και τα μαραμένα
στήθη, απ΄ τα συστελλόμενα στόματα,
των οικότροφων θηρίων και των παγωμένων
μελών των νεκρών,
αντηχούσε μια φωνή αγία και φοβερή
ευτυχίας κι ελπίδας,
σπασμού και αγάπης· – καμιά βάρβαρη
δύναμη δεν μπορεί να θάψει τον δύσβατο δρόμο
του ιδανικού που προχωρά.

Ποιος νοιάζεται αν για αυτό πέφτουν κατά χιλιάδες
τα θύματα; … αυτό μένει
σαν ένας πάταγος από αδιάκοπες βροντές,
σαν κάποια μοιραία φλόγα που προαναγγέλλει
νεόκοπες θύελλες.

Φιλί που στιγματίζεται με διακαή φωτιά,
πίστη που που δεν σβήνει,
αιώνιος αετός που χυμά απ΄το βουνό,
ενάντια στον καιρό, το κενό και τα συντρίμμια,
αυτός θριαμβεύει, και παραμένει.

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Ντιέγκο Αμπάδ ντε Σαντιγιάν “Η τραγωδία της Παταγονίας – Οι αιτίες και τα αποτελέσματα της σύγκρουσης στη Σάντα Κρους – Η εκδίκηση του Κουρτ Βίλκενς”, Μετάφραση: Στάθης Κώστογλου, Ελευθεριακές Εκδόσεις Nowa Kultura, Θεσσαλονίκη, Απρίλιος 2025.