Γιάννης Τόλιας, Η άνοιξη είναι ανερμήνευτη

Οι εποχές δεν νοιάζονται για την παρουσία μας.
Έχουν το δικό τους ρυθμό δημιουργίας.
Παγερά αδιαφορούν για τα συναισθήματάμας.

Η άνοιξη είναι ανερμήνευτη

Εμείς αυθαίρετα χρησιμοποιούμε το εξαίσιο σκηνικό της
για τα δικά μας, εφήμερα δράματα.

Πάντα θα είμαστε οι θεατές του οργασμού της.

Ανεπαρκείς των ημερών για να τον περιγράψουμε.

*Από το http://johntolias.wordpress.com

Μάρω Νικολάου, Λιτανεία ονείρων

Να ξεπεράσουμε το γήινο, το φθαρτό
την ώρα της μετουσίωσης την ιερή!
Να αναβαπτισθούμε!
Να υψώσουμε το πνεύμα μας σε μια άλλη διάσταση
κρατώντας το μισολιωμένο μας κερί
μικρή προσφορά
στα όνειρά μας που προδώσαμε
ακολουθώντας το πολύβουο ανθρωπομάνι
στη λιτανεία των ονείρων μας…
Η ακαταγώνιστη δύναμη της πραγμάτωσης
ξύπνησε θεριεμένη
γεμάτη απαιτήσεις, γεμάτη ζήλο…
Εμπρός, με βήμα σίγουρο, σταθερό!
Επιτέλους βρήκαμε το μονοπάτι
ας είναι κι ανηφορικό
οπλισμένοι με αθέατους παλμούς ζωής
και αισιοδοξίας
με οδηγό, μπροστάρη την Αγάπη!
Ποιον άλλον; Τι άλλο;
Η αντίστροφη μέτρηση άρχισε
και είναι όμορφη η ζωή
όσο κι αν κοντεύει στη δύση της.
Η αυριανή μέρα θα είναι πιο όμορφη
το αυριανό χαμόγελο θα είναι πιο φωτεινό
το Αύριο θα είναι σίγουρα καλύτερο
γιατί θα έχουμε ο Ένας τον Άλλον!
Τα λόγια του Μεγάλου μας Ρίτσου
προφητικά και διαχρονικά
μας χαράζουν το δρόμο
Άξιζε που υπήρχαμε για να συναντηθούμε!


*Από την ποιητική συλλογή “Καρτέρεμα”, Μελβούρνη 2009.

Xavier Sabater, Γάτος ή κουνέλι

Ένα ποντίκι είναι το κεφάλι του λιονταριού
Ένα λιοντάρι είναι η ουρά του ποντικού

Οι κατσαρίδες
περιπατάνε στο σπίτι
ανεβαίνουν στους τοίχους
τρέχουν κάτω απ’ το κρεβάτι
και όταν κουραστούν
πάνε περίπατο
και περπατούν
στους δρόμους
ξεχειλίζουν από ζωή
με την μαχητική χαρά τους
μπορείς να τις δεις κάθε μέρα
σ’ όλα τα κανάλια της τηλεόρασης
πολλές από αυτές
γυροφέρνουν στο διαδίκτυο
και οι πιο έξυπνες
θεμελίωσαν πολιτικό κόμμα
ασχολούνται με το εμπόριο
και κερδίζουν πολλά
και τρώνε σκατά
η πλειοψηφία τους
με παράξενες ιδιαιτερότητες
έχουν την προκαθορισμένη θρησκεία
με τον κατσαριδο-θεό τους
που τις συντροφεύει
στη ζωή και το θάνατο
και στα σκατά
άλλες
κατσαρίδες
πάνε στη δουλειά
άλλες
κατσαρίδες
δεν έχουν δουλειά
οι κατσαρίδες
οι κατσαρίδες
οι κατσαρίδες
δεν θέλω να μιλώ γι αυτές
με αηδιάζουν
και υπάρχουν στρατιές
από κατσαρίδες.
Μοιάζει παράξενο
μια κάμπια
να γραφεί ποιήματα
για σκαραβαίους

*Μετάφραση: I.Σ

Τζακ Χίρσμαν, από τα Ακρωτήρια

Υγρή πάνω στα πρόσωπά μας η βασανιστική
ελευθερία των όψεων

και οι ονειρεμένες γλώσσες των ταξιδιών
παντοδύναμες σαν πετάμε πάνω απ’τη γη
που ήταν ο ίδιος ο ωκεανός

Σαν ανθρώπινα φορτηγά πλοία
των οριζόντων των γραμμάτων της σιωπής

Μακρύ μακρύ μακρύτερο
μαλακό νήμα σ’ αυτόν τον κόσμο των ψαράδων

Βαθύ βαθύ βαθύτερο
άκουσμα της ζωής μαζί ολόκληρη και
ριγμένη στη θάλασσα για αβαρία
σαν άπιαστα λευκά φορτία στις άκρες
των κυμάτων

*Μετάφραση Γιάννη Λειβαδά

Δήμητρα Καραφύλλη, Δύο ποιήματα

Μπάτλερ

Εγώ, δεν έχω γάτα.
Η γάτα μου έχει το ανθρωπάκι της.
Τρώει μόνο τόνο νερού
και πανάκριβες κροκέτες
τσικ τσικ τσικ με τα δοντάκια της.
Όταν ο ήχος της ευδαιμονίας κοπάσει
μηχανικά βάζω τα παπούτσια μου:
Ώρα για σούπερ μάρκετ.
Ενίοτε, νιααρρ νιαρρ
μου μεταγγίζει τα κύματα της ανησυχίας της.
Με αναγκάζει να την ακολουθήσω
Εκεί που το κακό γεννιέται.
Η γάτα μου
Το σοφό πουλί.
Η γάτα μου.
Το καπιταλιστικό γουρούνι.
Η γάτα μου.
Το αφεντικό μου.

Ασορτί

Μάταια προσέχω
μάταια φροντίζω
να είμαι αρσεστή, ή μάλλον
ασορτί με το περιβάλλον.
Το Λάθος είναι ήδη εδώ.
Ηλεκτρίζει την ατμόσφαιρα.
Καραδοκεί.
Στο πρώτο μου ολίσθημα
Δέσμια να με σύρει στο πραιτώριο.

*Από την ποιητική συλλογή “Στο βάθος κήπος” (εκδ. “Αρκαδικός Κήρυκας”, 2011).

Δημήτρης Τσαλουμάς, Νυχτερινό

Γριά γυναίκα τώρα, πρόσφυγας
απ’ τα παλιά της νιάτα.
Χαριεντιστός γιαλός στην πόρτα της
και πέρα τα θαμπά βουνά
της χαμένης πατρίδας. Τ’ απόβραδο, στης αυλής την πεζούλα
τσεμπερωμένη κι αλλοτινή
ψάχνει ακόμα γιο και άντρα
στου κάτω κόσμου τις γειτονιές. Η νύχτα αφέγγαρη και το κουνούπι
φαρμακερό στο σκοτάδι.
Αχ και να φέγγανε λέει απόψε
οι γλόμποι της ροδιάς!


*Από τη συλλογή του Δημήτρη Τσαλουμά “Δίψα”, Εκδόσεις Πλανόδιον.

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Κάθε σούρουπο…

Ο Πάνας κλείνει το μάτι στους ανθούς της καστανιάς.
Σμήνος τρελαμένες μέλισσες
-οι μαινάδες-
τον ακολουθούν πιστά
στο όρος
όπου θα επαληθευτούν
για άλλη μια φορά
-μοιραία-
τα ένστικτα.

Πέτρος Γκολίτσης, Τρία ποιήματα

J.M.W. Turner

Η μητέρα σου
έρεπε προς
την τρέλα
(κλείστηκε τελικά
στο London Insane Asylum)

Η αδερφή σου
πέθανε
στα οκτώ της χρόνια

Στέκομαι τώρα
μπροστά στο
«Typhoon coming on
(the slave ship),
Slavers throwing overboard
The dead are dying»,
Oil on canvas, 91x138cm, 1840

Αυτό το dying
τα αλλάζει όλα

οι dying βουλιάζουν
στο βουβό βυθό
αδιάκοπα

Ο Μαρξ στο Σόχο

Πουλάει γλειφιτζούρια
ο Κάρολος στο Soho
σπρώχνει το καρότσι
το φέρετρο που έκανε καρότσι για να βρει τα λεφτά
να το αγοράσει να θάψει το παιδί του
όπως των άλλων ανθρώπων τα παιδιά

Κανείς δεν αγοράζει
πουλάει γλειφιτζούρια
κόκκινα, σε τάξη
καθώς ο Μίλτος ανεβάζει
τον ουρανό με μια κλωστή


Το υπόγειο

Ο Μίλτος ακόμη πιο ψηλός απ’ ότι ξέραμε
με καμπαρντίνα μαύρη και κόκκινο σάλι
με μαλώνει «πρέπει να βγαίνεις από εδώ
είναι γεμάτος υγρασία αυτός ο χώρος
εδώ τα πράγματα δεν παίρνουνε φωτιά
κανένα περιστέρι λευκό δεν θα ‘ρθει να σε βρει εδώ
κανένα»

καίγονται ποιήματα χαρτιά μέσα στα χέρια του
ποιήματα ξεπουπουλιασμένα

*Από το περιοδικό «Ένεκεν», τεύχος 21, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011, σελ. 163-164.

Rene Char (Ρενέ Σαρ), αποσπάσματα

32.
Ένας άνθρωπος χωρίς ελάττωμα είναι ένα βουνό χωρίς χαράδρες. Δεν μ’ ενδιαφέρει.
Un homme sans defauts est une montagne sans crevasses. Il ne m’ interesse pas.

46.
Η πράξη είναι αγνή, ακόμα κι αν την επαναλάβεις.
L’act est vierge, meme repete.

62.
Καμμιά διαθήκη δεν προηγήθηκε της κληρονομιάς μας.
Notre heritage n’est precede d’aucum testament.

78. Το σημαντικότερο σε ορισμένες καταστάσεις είναι να ελέγχεις έγκαιρα την ευεξία σου.
Ce qui importe le plus dans certaines situations c’est de maitriser a temps l’euphorie.

Continue reading →

Γ. Δάγλας, Μάνα νύχτα

Πλησίασε να καταθέσει τον πενιχρό της οβολό
στα πέτρινα χέρια των αγνοούμενων.
Εν μέσω αρχαγγέλων κι ανταρτών.
Με φανταχτερό διάδημα και κόκκινο βελούδο.
Οπλισμένη.
Ξυπόλυτη και ξάγρυπνη.
Πλησίασε ευλαβικά η μάνα νύχτα
κρατώντας την ανάσα στην προσμονή
της έκρηξης.
Πλησίασε κι έβαλε το λαιμό της
κάτω απ’ το λεπίδι των γνωστικών.
“Ας έρθουν τώρα”. Είπε.
“Ας έρθουν οι υπάλληλοι. Ας έρθει η πουτάνα η
μέρα.
Από την Ιθάκη ας έρθουν. Κι από την Πέλλα.
Εγώ θα χωθώ, να κοιμηθώ λίγο, εδώ,
στις τσέπες των πουλημένων, των προδομένων,
των σακατεμένων απ’ αγάπη. Ας έρθουν”.
Απομακρύνθηκε. Άφησε πίσω τον τόπο του
κρανίου.
Του κρανίου που σήμαινε:
Έτσι θα δοθείς στην κοινωνία. Ούτε λογοτεχνικά
άλλοθι, ούτε έρωτες θα σε σώσουν. Όπως οι
πρωθύστεροι
και οι μετέπειτα θα συρθείς στη δίνη μου.
Στο προσωπικό μου κενό θ’ αφομοιωθείς.
Απομακρύνθηκε.
Πίσω,
σαν κομμένη ουρά φιδιού, σφάδαζε το πάθος.