Τζεζάρε Παβέζε, Το θλιμμένο κρασί

Το δύσκολο είναι να την αράξεις στη γωνίτσα σου δίχως να σε προσέξουν.
Τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους. Τρεις γουλίτσες
και σου ξανάρχεται η όρεξη να χάνεσαι στις σκέψεις σου.
Ορθώνεται ένα μακρινό κύμα με ξεχασμένους ψιθύρους,
τα πάντα θολώνουν, και είναι σαν θαύμα
να υπάρχεις για να χαζεύεις το ποτήρι. Η δουλειά
(γιατί οι άντρες δεν μπορούν να μη σκέφτονται τη δουλειά)
ξαναγίνεται το ανέκαθεν μοιραίο: ότι
είναι ωραίο να υποφέρεις
για να μπορείς να χάνεσαι στον πόνο. Μετά, τα μάτια
ατενίζουν το κενό, σαν πονεμένα μάτια τυφλού. Αν αυτός ο άντρας σηκωθεί, τραβώντας σπίτι για ύπνο
θα μοιάζει μ’ έναν στραβό που ‘χασε το δρόμο. Ο καθένας
μπορεί να ξεμπουκάρει απ’ τη γωνιά και να τον αρχίσει στις γροθιές.
Μπορεί να εμφανιστεί μια γυναίκα, όμορφη και νέα,
αγκαζέ μ’ έναν άντρα, ανθίζοντας.
Όπως κάποτε μια γυναίκα άνθιζε μαζί του.
Μα δεν βλέπει. Δεν μπορεί να δει. Τραβάει σπίτι για ύπνο
και η ζωή του δεν είναι παρά ένας ψίθυρος σιγής. Σαν τον γδύσεις, θα βρεις σαραβαλιασμένα μέλη
και την επιδερμίδα, καταφαγωμένη. Ποιος να έλεγε
ότι τον διατρέχουν άθερμες φλέβες
εκεί που άλλοτε ζεμάταγε η ζωή; Κανείς δεν θα πίστευε
πως κάποτε μια γυναίκα γέμιζε χάδια και φιλιά εκείνο το κορμί,
που, λουσμένο στα δάκρυα, τρέμει,
τώρα που έφτασε σπίτι για να κοιμηθεί,
μα δεν τα καταφέρνει, και αντί να κοιμάται, ανθίζει.

*Μετάφραση: Σπύρος Δόικας, Μάντσεστερ, 1995

**Αναδημοσίευση από το http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=52524.0

Δήμος Βιλαέτης, Οι Σπονδές

Τι κρίμα
να ‘σαι κτίριο αλεξαντρινό,
νά ‘χεις
όλη σου την αξία
εκεί αποθέσει
και ξένο
με τη δυστυχία των φελλάχων

να πεθαίνεις,
φορώντας
τη φαιδρή προμετωπίδα…
«Υπήρξανε
και δω Έλληνες…».

*Από την ποιητική συλλογή “Η Πράξη”, Πύργος 1985

Νίκος Α. Νομικός, Ενθύμιο της Ερμούπολης

Στη μνήμη του καπετάν Μανόλη Νομικού

Να μη σηκώσεις άγκυρες
απόψε καπετάνιε
λάβρος ανάβει ο πυρσός
στην άκρη του αρόδου
και ήλθε το σήμα άγρυπνο
στην τελευταία βάρδια
που το καράβι κουρασμένο
μέχρι τα ύφαλα, θε ν’ ακουμπίσει
στης Σύρας το μουράγιο
με τα φανάρια της θερμής
απανεμιάς, και τα ονόματα
απόμαχων πλοιάρχων
στις γαλανές Κυκλάδες της αντάμωσης.
Κι αν το κοιτάξεις το ταξίδι
πιο βαθιά, σαν μια σανίδα
από ναυάγιο μας ταξιδεύει
η κοσμοφόρα θέαση
απ΄άκρη σ’άκρη της Πατρίδας.

Μάρτης 2010

Μαρία Κατσοπούλου, Τρία ποιήματα

Μεταμόρφωση

Μεταβάλλομαι διαρκώς
Στροβιλίζομαι στον γαλαξιακό οργασμό ενός βρέφους
Γελάω με τ’ άστρα τ’ ουρανού σου
και φεύγω στο Διάστημα με τη μαγική μου σκούπα

Παράξενη μέρα

Παράξενη μέρα
Το σύννεφο έγινε βροχή
Κι εγώ εξαφανίζομαι
σε έναν ατέρμονο κυκλώνα τύψεων

Ζαλίζομαι
Μένω εξόριστη στα όνειρά μου
Δεν παίρνω ανάσα
Μη μου μιλάς, δε σ’ ακούω

Η μπαλαρίνα

Η μικρή μπαλαρίνα
χορεύει πάντα στο σκοτάδι
μπροστά σ’ έναν πορνόγερο με χοντρό μουστάκι
Δεν τον βλέπει, αλλά ξέρει πως είναι εκεί
Μυρίζει τη λάγνα του ανάσα
ανακατεμένη με φτηνά τσιγάρα κι αλκοόλ
Κάθε βράδυ ονειρεύεται ότι το σκάει
με τον μολυβένιο της στρατιώτη
μα πάντα κάτι τυχαίνει και δεν τα καταφέρνει

Απόψε της ανανέωσαν τις μπαταρίες
Θα χορεύει χωρίς σταματημό μέχρι να ξεράσει

*Από τη συλλογή “Ποιήματα για τσακισμένες καρδιές και σαλεμένα μυαλά” εκδ. Γαβριηλίδης 2012

Χλόη Κουτσουμπέλη, Έλλειψη χώρου

Henri Matisse, Nude (1941)

Σε ένα κιβώτιο μου έστειλες όλα τα πράγματά μου.
Την πουκαμίσα, την θήκη των φακών,
το ποίημα που έγραψες για μένα,
τον πίνακα που θα κρεμούσαμε στον τοίχο
τον κενό χώρο στην ντουλάπα σου
τα άδεια ράφια με τα βιβλία φαντάσματα.
Φαντάζομαι πως όσο τακτικά και αν δίπλωσες
δεν μπόρεσες να χωρέσεις το κρεβάτι,
όλο φούσκωνε σαν αερόστατο
και πετούσε μακριά.
Ούτε κι εγώ έχω όμως χώρο πια γι’ αυτά.
Η αποθήκη μου βλέπεις,
είναι γεμάτη νεκρά φθινόπωρα
και μικρά ξεχαρβαλωμένα πάντα
με χαλασμένα ελατήρια.

Νίκος Καρούζος, Εἴσοδος

Εἶναι μία θύρα στὰ μάτια κάθε νεκροῦ
μὲ καίει τρόμος ἀπ᾿ τὴν ἡλικία
τῶν λουλουδιῶν ἔτσι γρήγορα ποὺ φεύγουν
ἔτσι γρήγορα εἶναι μιὰ θύρα βαμμένη μὲ τὴ σιωπὴ
κι ὁ θάνατος μονόλιθος.
Κράζει τ᾿ ἀηδόνι μαῦρος κόρακας καὶ θέλει τὴ φωνή του
μὰ δὲν ἔχει γλῶσσα ἡ δεύτερη ζωή μας. Καλὴ νύχτα,
ποὺ λέει ὁ θεατρίνος ἢ ὁ ψευδοσκότεινος, δὲν ὑπάρχει
κι οὔτε νύχτα κακὴ κι ἀκόμη οὔτε νύχτα
εἶναι μονάχα τὸ Δὲν τὸ Μὴ καὶ τ᾿ Ὄχι σὰν καρπὸς
τοῦ δέντρου μὲ τ᾿ ὄνομα Ἐγὼ καὶ τ᾿ ἄλλο τ᾿ ὄνομα Ταξιδεύω
κι ὅλα τὰ λόγια μας ἐδῶ
φενάκη κ᾿ ἐσωτερικὰ τηλέφωνα
εἶναι μιὰ θύρα φοβερὴ
γι᾿ αὐτὸ κρατοῦμε τουφέκι τὸ τραγούδι:
Μιὰ θύρα, θύρα ἡ γκρέμιση
τὸ σάλιο τοῦ χελιδονιοῦ ποὺ φτιάχνει μὲ τὰ φρύγανα
στὰ δέντρα οὐράνιες φωλιές.
Καὶ χωρίζουμε σὲ φῶς καὶ σκοτάδι τὸ Ἕνα.
Χωρίζουμε τὸν Ὀδυρμὸ σὲ τύφλωση καὶ θυσία.

Άρης Αλεξάνδρου, Είμαστε υπεύθυνοι

Για να χτίσουν μιά καλύβα
Παίρνουν κοκκινόχωμα νερό ζυμώνουνε τη λάσπη με τα πόδια
ρίχνοντας άχυρο τριμμένο για να δέσουν τα πλιθιά όταν
τ’ αραδιάσουνε στον ήλιο.
Εμείς το μόνο πούχαμε είταν στάχτη αίμα και σκουριασμένο
συρματόπλεγμα.
Χρόνια και χρόνια τώρα πασχίζω να στεριώσω το μικρό πλιθί μου
μ’ αυτά τα υλικά
χρόνια πασχίζουμε να χτίσουμε τον κόσμο
να τον μεταμορφώσουμε
Ζυμώνουμε τη λάσπη και συνεχώς διαλύεται
Απ’ τις προλήψεις τις βροχές τις προδοσίες.
Είμαστε υπεύθυνοι για τα υλικά
για τις λιποψυχίες μας
είμαστε υπεύθυνοι για την επιμονή μας
να ζυμώνουμε ακόμα με τα γυμνά μας πόδια
τη στάχτη και το αίμα.

*Από το βιβλίο: Άρης Αλεξάνδρου, «Ποιήματα (1941-1974)» β΄ έκδοση, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1981, σελ. 87.

Τότε…

όταν οι δρόμοι
αυτών που αντιστάθηκαν
σβήσουν τις παρελάσεις
των ευτυχισμένων υπηκόων

όταν τα όνειρα και οι κραυγές
παγώσουν
τα αστραφτερά χαμόγελα
μιας ακόμη
παγκόσμιας γιορτής

όταν οι μορφές
αυτών που δεν υποτάχτηκαν
σκιάσουν τα πυροτεχνήματα
της Έλευσης
του καινούργιου χρόνου

ΤΟΤΕ

θα ξέρουμε

για ποιον θα είναι

ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ Το 2000

* Ο τίτλος δόθηκε “αυθαίρετα”. Από μικρό φυλλάδιο των “Ασκήσεων Αναπνοής”. Προφανώς το 1999 στη Θεσσαλονίκη.

Δήμος Βιλαέτης, Τρία ποιήματα

Η Υπόδειξη

Απλωθείτε
στο μνήμα σας
παρελθόν,
ο ουρανός
είναι στο μέγεθος σας.

Η Παρανόηση

Καθώς έδειξα σ’ ένα σημείο
τους ανδριάντες
που δεν στηθήκανε,
όλοι υποθέσανε
πως: μίλαγα για κείνο,
ενώ εγώ έλεγα για σας
που έτσι
αισχρά αγνοηθήκατε.

Οι Σπονδές

Τι κρίμα
να ‘σαι κτίριο αλεξαντρινό,
νά ‘χεις
όλη σου την αξία
εκεί αποθέσει
και ξένο
με τη δυστυχία των φελλάχων
να πεθαίνεις,
φορώντας
τη φαιδρή προμετωπίδα…
«Τπήρξανε
και δω Έλληνες…».

*Από την ποιητική συλλογή “Πράξη”, Πύργος 1985

Anne Sexton, Ξυπόλητη

Το να μ’ αγαπάς χωρίς παπούτσια
σημαίνει πως αγαπάς τις μακριές καφέ μου γάμπες,
γλυκές αγαπημένες, ελκυστικές σαν κουτάλια·
και τα πόδια μου· αυτά τα δυο παιδιά
αμολύθηκαν έξω να παίξουν γυμνά. Μπερδεμένοι κόμποι,
τα δάχτυλα των ποδιών μου. Τώρα πια λυμένα.
Κι ακόμη περισσότερο, δες νύχια ποδιών και
συλληπτήριες κλειδώσεις κλειδώσεων και
όλα τα δέκα στάδια, απ’ τη ρίζα­ρίζα.
Όλα πνευματώδη κι άγρια, αυτό το μικρό
γουρουνάκι πήγε στην αγορά κι αυτό το μικρό γουρουνάκι
έμεινε. Μακριές καφέ γάμπες και μακριά καφέ δάχτυλα ποδιών.
Πιο πάνω, λατρεία μου, η γυναίκα
φωνάζει τα μυστικά της, μικρά σπίτια,
μικρές γλώσσες που σου μιλάνε.
Δεν υπάρχει άλλος κανείς από μας

σ’ αυτό το σπίτι στην αμμώδη ξηρά επάνω.

Η θάλασσα φοράει ένα κουδούνι στον αφαλό της.

Και είμαι η ξυπόλυτη κοπέλα σου για μια
ολόκληρη βδομάδα. Σε ενδιαφέρει το σαλάμι;

Όχι. Δεν θα προτιμούσες το σκωτσέζικο ουΐσκι;

Όχι. Δεν πολυπίνεις. Πίνεις όμως

εμένα. Οι γλάροι σκοτώνουν ψάρια,

κλαψουρίζοντας σαν τρίχρονα.

Οι ήχοι του κύματος είναι ναρκωτικό, φωνάζοντας

υπάρχω, υπάρχω, υπάρχω 
όλη νύχτα. Ξυπόλυτη,

παίζω ταμπούρλο πάνω-κάτω στην πλάτη σου.

Το πρωί τρέχω από πόρτα σε πόρτα

στην καμπίνα παίζοντας κυνήγησέ με.

Τώρα μ’ αρπάζεις απ’ τους αστράγαλους.

Τώρα κατεργάζεσαι το δρόμο σου προς τις γάμπες μου

κι έρχεσαι να με τρυπήσεις στο σημείο όπου πεινώ.

*Μετάφραση Ευτυχία Παναγιώτου