Ron Riddell, Ένα άδειο σπίτι στο Titirangi*

20030301-012

Στους γονείς μου

Κενά δωμάτια δέχονται το φως –
στα παράθυρα αφήνοντάς σε να εμμένεις
σε αδιακρισία, σε εγρήγορση, σε υπερένταση.

Οι άνθρωποι έχουν φύγει
αφήνοντας λιπόθυμους, ψιθυριστούς ήχους
στον απαλά λικνιζόμενο αγέρα.

Οι άνθρωποι έχουν φύγει
αλλά όχι οι φτέρες, τα λουλούδια,
οι μανόλιες, οι μπουκαμβίλιες, τα manuka**.

Οι άνθρωποι έχουν φύγει
αλλά όχι οι θάμνοι, τα δέντρα
Kauri***, Rimu****, οι χρυσές φτελιές.

Από την είσοδο στην πλευρά του δρόμου
μέσα από το θόλο των φυλλωμάτων
προβάλει ο δυτικός ήλιος

τα στιλπνά του δάχτυλα οπισθοχωρούν
οι κουρτίνες, κατοικώντας
το σπίτι για μια ακόμη φορά.

*Titirangi, προάστειο στην περιοχή Waitakere της πόλης Auckland της Νέας Ζηλανδίας.
**Manuka, φυτό με θεραπευτικές ιδιότητες που ευδοκιμεί στη Νέα Ζηλανδία και την Αυστραλία, από τα λουλούδια του οποίου παράγεται μέλι.
***Kauri, ιθαγενές δέντρο της Νέας Ζηλανδίας που φτάνει μέχρι και 50 μέτρα ύψος και ζει πάνω από 2.000 χρόνια.
****Rimu. ιθαγενές δέντρο της Νέας Ζηλανδίας από το οποίο παράγεται αρκετά ανθεκτική ξυλεία.

# Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Άρης Αλεξάνδρου, Φρόντισε

577760_3963426005739_2072174917_n

Φρόντισε οι στίχοι σου να σπονδυλωθούν
με τις αρθρώσεις των σκληρών των συγκεκριμένων λέξεων.
Πάσχισε νά’ ναι προεκτάσεις της πραγματικότητας
όπως κάθε δάχτυλο είναι μια προέκταση στο δεξί σου χέρι.
‘Ετσι μονάχα θα μπορέσουν σαν την παλάμη του γιατρού
να συνεφέρουν με χαστούκια
όσους λιποθύμησαν
μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους.

Νίκος Καρούζος, Γίγνεσθαι

306726_3397418175897_414425718_n

Εγώ δεν τα βλέπω τα αντικείμενα όπως  
είναι· τα οραματίζομαι.
Βλέπω κρεμασμένη μια κόκκινη πετσέτα.
Εγώ δεν πρόκειται να πω αυτή την πρόταση.
Εγώ θα πω κάτι αστάθμητο· ίσως το αίμα  
του Θεάνθρωπου  
από σταυρό να χύνεται.
Πηγάζω από ηλιθιότητα· δυσφορώντας  
να είμαι έξυπνος.
Τετέλεσται· ο μέγας παρακείμενος του κόσμου.
Μιλώ από ένα υπόγειο· μιλώ απ’ το υπερώο  
της Ελλάδας.

*Από την ποιητική συλλογή «Ερυθρογράφος» (1988). Από το βιβλίο: Νίκος Καρούζος, «Τα ποιήματα», τ. Β΄ (1979-1991), Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, Αθήνα 1994, σελ. 496.

Χλόη Κουτσουμπέλη, Δύο ποιήματα

66489_388080184561786_1419712469_n

ΟΔΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

Θα μπορούσε να είναι
μία φλέβα στον καρπό μου
ή ένα αιλουροειδές
Μία πινακίδα οδοσήμανσης
Ή σήματα μορς για τυφλές κουκουβάγιες
Στην πλατεία με πήγαινε παλιά ο παππούς
Του ζητούσα να με συστήσει στα παιδάκια
Τα περιστέρια ήταν όλα ύπουλα και παχουλά
Ράμφιζαν τα χέρια και το πρόσωπο
Η οδός Αριστοτέλους θα μπορούσε να είναι
Χθες ή αύριο
Σήμερα δεν είναι παρά ένας δρόμος ταχείας αδιαφορίας
ανθρώπων την ώρα της αιχμής

ΟΙ ΑΔΕΙΕΣ ΜΕΡΕΣ

Πάνω σε τσιγκέλια
κρεμασμένες
ωμές και ψόφιες
οι μέρες της ζωής μας
Ο κρεοπώλης χρόνος
τρίβει τα χέρια με χαρά

*Από τη νέα ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη, ¨Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς”, εκδ. Γαβριηλίδης

Εύη Γκάλαβου, Άτιτλο V.

388937_3787665374816_1469514795_n

Αγκυροβολημένη σε λευκό κρεβάτι,
να κοιμάμαι λυτρωμένη
που επιτέλους γεύτηκα τη ζωή.
Μέσα μου ακούγεται η τρικυμία της έξω θάλασσας
εσύ όρθιος,
δίπλα στις ανοικτές σημειώσεις.
Άνοιξα τα μάτια,
το δάκτυλό σου
είχε ματώσει από τις κίτρινες σελίδες
ρουφούσες βιαστικά λέξεις
αίμα εικόνες
σκέψεις
μνήματα
χορταριασμένη ζωή.
Μάζεψα την άγκυρα
με βαριά βήματα σε έφτασα,
επιτέλους.
Σχημάτισα κύκλους αιώνιους μέχρι να σε αγγίξω.
Δυο βαθιές πληγές σε ένα δάκτυλο
σε εκείνο που γράφεις σε μένα
σε σένα
στους τοίχους
στις εικόνες που κρέμονται από τους γαλάζιους
ουρανούς.
Κάλυψα με το κορμί μου
τη γυμνή σου σάρκα
ταξιδέψαμε με το λευκό κρεβάτι χωρίς άγκυρες.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Επίσκεψη

17141_gallery

Φαντάζεσαι την ειρήνη,
με φόρεμα ολόλευκο,
να σου χαμογελά,
με άσπρα περιστέρια συντροφιά της.
Σαν έρθει η ειρήνη να σε βρει,
σαν χτυπήσει την πόρτα σου,
θα φορά κόκκινο φόρεμα,
το σώμα της θα είναι γεμάτο πληγές,
θα κλαίει.
Θα είναι μόνη καθώς
τα περιστέρια κατασπαράχτηκαν
απ’ τα γεράκια του πολέμου.
Και τότε μ’ έκπληξη θα δεις
πληγές που ο ίδιος άνοιξες
έστω κι αν κράτησες
τα χέρια σταυρωμένα.

Rachel Jacobs, Ένα δρομάκι

50bec_epiki-gkafa-odigou-fortigou-06

Σκοτάδι, μόνη, απομονωμένη
στο κρυμμένο μέρος της πόλης
ξεχασμένη, κοιμισμένη, άδεια
εκεί όπου σακούλες ίπτανται
και τρωκτικά κυκλοφορούν
σε βρώμικες λακκούβες
φτιαγμένες από επιθετικές όξινες βροχές
και στις σκιές ύπουλες λάσπες
ξεγλιστρούν μέσα κι έξω
από τους υπονόμους.

*Μετάφραση Δημήτρης Τρωαδίτης

Γιάννης Γιαννουλέας, Δύο ποιήματα

R001-029

Αναπνέοντας άπειρο

Αγνοώ την κοινή πρόληψη!
Το γέμισμα του φεγγαριού,
η εναλλαγή της μέρας με τη
νύχτα,
το σύντομο πέρασμα της άμμου
στην κλεψύδρα
είναι στην αληθινή μου φύση.
Μόνο φευγαλέα
αντιμετωπίζω την πιθανότητα
μιας τρικυμίας
απροσδόκητης,
ενός ύφαλου
αιφνίδιου —
το τσιγάρο εδώ
ίσως παίξει
το ρόλο του,
να μετατρέψει δηλαδή
σε πολύκλαυστο ναυάγιο
το πολλά υποσχόμενο ταξίδι μου
στη β΄ θέση
του πλοίου.

Τίποτ’ άλλο

Τίποτα δεν χρειάζομαι
στη ζωή μου
όχι
παρέες — ακατάσχετες — λόγια —
δίχως αντίκρισμα — συγγενείς —
αιμοδιψείς — άνευ — ουσίας —
αντιπαράθεση.
Τίποτα δεν χρειάζομαι
στη ζωή μου
μόνο έναν απλό, ανεπιτήδευτο,
συνειδητό φίλο.

*Από την ποιητική συλλογή “Απροσδόκητος Κήπος”, Αθήνα 2005.

**Ο Γιάννης Γιαννουλέας γεννήθηκε το 1962. Έκανε σπουδές σκηνοθεσίας κινηματογράφου και γύρισε τις ταινίες: Η άλλη πλευρά (1985), η μοναδική ολοκληρωμένη κινηματογραφική συνέντευξη του παλαίμαχου επαναστάτη Άγι Στίνα (διάρκεια 25΄) και Καλημέρα Μανάγκουα (1987), ένα ταξιδιωτικό ντοκιμαντέρ στη Νικαράγουα των Σαντινίστας (διάρκεια 10΄). Ελλείψει χρηματοδότησης, τα κινηματογραφικά σχέδια εγκαταλείφθηκαν νωρίς. Τα επόμενα χρόνια συνδύασε το βιοποριστικό καταναγκασμό, την παρακολούθηση σεμιναρίων τέχνης, την πολιτική δράση, τη δημοσίευση διηγημάτων σε διάφορα έντυπα (περιοδικό “9″ – εφημ. Ελευθεροτυπία, “Δρομολόγια”, “Big Bang”). Στη διάρκεια αυτή έγραψε το βιβλίο: Σε 45 τετραγωνικά: Tαχυδράματα (Απόπειρα, 1997). Απόσπασμα του βιβλίου περιλαμβάνεται στο σχολικό βοήθημα Η Νεοελληνική γλώσσα και Έκθεση στο Ενιαίο Λύκειο (εκδόσεις Πατάκη, 1998). Δημοσιεύει συχνά κείμενα κινηματογραφικής κριτικής. Διαχειρίζεται το ιστολόγιο http://lathrometanastis.wordpress.com/

***Η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύεται από το http://diffusedlight.blogspot.com

Γιώργος Γιαννόπουλος, Ο ζωγράφος κι ο διάβολος

b164520

Μια μέρα ο διάβολος δέχτηκε τον ζωγράφο.
—Σε θαυμάζω, του είπε.
Αποδίδεις με πιστότητα το περίγραμμα
των πραγμάτων.
—Έχω μια κόρη, απάντησε ο ζωγράφος.
Είναι βυθισμένη στην καλή λογοτεχνία.
Το νεφρό της έσκασε σαν καρπούζι.
—Σε πιστεύω, απάντησε ο διάβολος.
Κι εμένα δουλειά μου είναι το εμπόριο του λευκού.
—Το γνωρίζω, απάντησε πάλι ο ζωγράφος,
κι ένιωσε να ματώνουντα χείλη του απ’της ζωής τ’ ανείπωτα.
—Δεν πιστεύω να με μπερδεύεις με τον πατέρα σου,
ακούστηκε σαν φίλος ακατονόμαστος.
—Μα δεν με λένε Χριστόφορο, αντέκρουσε
λίγο σαστισμένος, ο ζωγράφος.
Τότε ανοιγόκλεισε τα μάτια.
Έξω από τη Βιβλιοθήκη της Βιέννης
χιόνιζε.

*Από την ποιητική συλλογή «Το θέρος των βροτών», εκδ. «Ένεκεν», 2010.

Στρατής Παρέλης, Ζω αναζητώντας την διττή έκλαμψη

sideras

Με φτάνει ο θόρυβος- σαν να είμαι
ένα μεγάλο αμόνι
που πάνω του σφυροκοπά η ζωή
τις εκδοχές της θλίψης.
Μόνος στην κάμαρα. Με θέα την λύπη.
Δεν είμαι το κέντρο κανενός κύκλου,
είμαι η συντέλεια μιας παρακμής που για λίγο
εντείνεται
Και πληγώνει το φιλέρημο άστρο.
Αχνά στην μνήμη λουλουδιών φαντασμαγορίες
δυνητικές, κρότοι που αναστατώνουν
τον ύπνο, ιερές μορφές
μέσα στο δάσος που η νύχτα το ελεεί
με ξαφνική λιανή βροχούλα.
Αφήνω τον ψίθυρο της ψυχής σου να φτάσει
στο κατώφλι μου.
Αφήνω το φως να στεγνώνει
την αντιπαράθεση των σκιών.
Ζω αναζητώντας την διττή έκλαμψη
του Καλού του Κακού και του σκότους
που προηγείται όταν οι λέξεις διασαφηνίζουν
την νίκη, πάνω σε όλα, του Νου.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το μπλογκ του Στρατή Παρέλη στο http://stratisparelis.blogspot.com