Βύρων Λεοντάρης, Άνθρωποι

73653_516519151716123_1098153396_n

… και τώρα πια δεν έχουμε ούτε δάχτυλα
ούτε επιστροφή, να πιάσουμε.

Κοιτάξαμε τριγύρω μας την πόλη βουλιαγμένη
μες στην ομίχλη των πουλιών, που φύγαν με τα πλοία,
ακούσαμε τον ήλιο να βουίζει σ’ άδεια λατομεία,
όπου η βροχή τής χτεσινής μας νιότης λιμνασμένη

λασπώνει τη ματιά με τα νεκρά φτερά των σπουργιτιών.
Σκύψαμε πάνω από γκρεμούς ν’ αφουγκραστούμε
τον πόνο μας και πάνω από ρυάκια για να δούμε
τα μάτια σου στα μάτια μας – κλειδί των φεγγαριών.
Τη νύχτα αναζητήσαμε – κι αυτή μας πλημμυρά,
ποθήσαμε τη σιωπή – μα ήρθε η απουσία,
τα γιασεμιά αγαπήσαμε – κι εκείνα τη χαρά
και στα κοχύλια ακούμε τη δική μας ιστορία:
Είμαστε απλοί, ανεπίστρεπτοι και σύντομοι διαβάτες,
δε μας πλανεύει τ’ όνειρο ενός εξαίσιου τέλους,
τα ωραία κορίτσια ερωτευτήκαμε – κι εκείνα τους αγγέλους,
χαμογελάσαμε στην άνοιξη – κι εκείνη στα παιδιά της.
Κλάψαμε για ό,τι χάσαμε∙ ήμασταν άνθρωποι πολύ,
άνθρωποι ως την τελευταία αιμόπτυση της δύσης,
άνθρωποι να προσμένουμε στο μώλο, που δε θα γυρίσεις,
άνθρωποι να ποθούμε αυτό, που ξέμαθε να μας ποθεί.

Μίλτος Σαχτούρης, Δύο ποιήματα

476px-Hoch-Cut_With_the_Kitchen_Knife

Η δύσκολη Κυριακή

Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο
απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου
Σπασμένα φλυτζάνια στα χαλιά
πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει απ’ αυτή τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς
ή ένα αγνό νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος
που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες
έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μιά χαραυγή
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ένας αετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τα μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναίκες
τί έρωτες τί φωνές τί έρωτες
φίλε αγάπη αίμα φίλε
φίλε δώσ’ μου το χέρι σου τί κρύο Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πέθαναν όλοι
κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά

Τα δώρα

Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν
μιά γυναίκα μού χαμογέλασε
ένα κορίτσι μού χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μού χάρισε ένα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μιά ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής

*Από τη συλλογή “Η λησμονημένη”.

Αντώνης Στασινόπουλος, Οι άνθρωποι που εγώ γνωρίζω και οι άλλοι

Apollinaire+par+Picasso+(1913)

Αυτοί που εγώ γνωρίζω δεν είναι επαγγελματίες ψεύτες,
κερατάδες χωρίς πάθος
και εκβιαστές από συνείδηση.
Δεν είναι μοντέλα αψεγάδιστης ομορφιάς,
πανέξυπνοι αριστούχοι.
Δεν κατεβάζουν την συνείδηση μαζί με το βρακί τους
για δόξα και χρήμα.
Περπατάνε στο δρόμο δίπλα σου, τα φέρνουν δύσκολα βόλτα
με τα δάνεια και τις υποχρεώσεις τους
είναι λίγο εργαζόμενοι και λίγο άνεργοι είναι πάντα
θύματα σε αυτή την κοινωνία πάντα κάνουν ένα βήμα πίσω
μπας και βλάψουν άθελα τον συνάνθρωπό τους.
Ναι, έχουν πάθη και κρυφές επιθυμίες.
Έχουν μυστικά και σκέψεις, έχουν αναμνήσεις και παρελθόν,
ενοχές και λάθη,
απογοητεύσεις και διαψεύσεις.
Έχουν ψυχολογικά προβλήματα.
Δεν είναι δυνατοί ούτε αδύναμοι.
Δεν είναι μέσα τους αφεντικά ούτε δούλοι
Αυτοί είναι οι άνθρωποι που εγώ γνωρίζω
και φυσικά αυτούς επιλέγω να γνωρίζω..
Προχωρούν βήμα βήμα στη ζωή και χτίζουν,
δημιουργούν όχι πολλά, όχι όλα,
όχι τα μεγάλα.
Χωρίς αυτούς και αυτές (κυρίως αυτές), δεν υπάρχει ζωή.
Για τους άλλους διαβάζω στις εφημερίδες κάθε μέρα.
Τους πολιτικούς τους δικηγόρους τους δημοσιογράφους.
Οι άλλοι είναι το πρότυπο.
Αυτό που μας προβάλλεται σαν φυσιολογικό, σαν
κανόνας.
Αναρωτιέμαι που και πώς ζουν αυτοί οι άλλοι.
Έχουν σάρκα έχουν οστά;
Μπορούν να ζήσουν χωρίς εμάς;
Γιατί εμείς σίγουρα μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτούς.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Η κιβωτός

564642_10150658869692219_676962218_9585180_1926401942_n

Θάθελα η λύση να ήταν αυτή:
Να τέλειωνε εδώ η χλαλοή,
να κατακάθιζε η σκόνη που σηκώθηκε στο φευγιό μου.
Θάβαζα τα μικρά μου πέδιλα δίπλα στο τζάκι.
Το σκούρο πανωφόρι μου θα κρέμαγα στον τοίχο
και θα μαντάλωνα την πόρτα της υπομονής.
θάμενα εκεί. Ωραίος στην απελπισία μου.
Τραγικός στην ερημιά μου.
Μια μικρή χιονόμπαλα που γλύτωσε από τον ήλιο.
Μια νεράιδα που δεν υποψιάζονται την ύπαρξή της.

Χρόνια και χρόνια ζω με την ελπίδα αυτή.
Προσπαθώ να ξεφεύγω μακρυά.
Ολοένα κρύβω μυστικά το σώμα μου
και κάθε τόσο ετοιμάζομαι να πω πως τέλειωσα,
να φωνάξω πως νίκησα οπισθοχωρώντας.
Προσέχω τότε τις ξένες φωνές.
Ιδού το σώμα μου – εκκωφαντικό αντηχείο.
Τα βλέμματα των άλλων είναι το βλέμμα μου.
Είναι αυτοί που έρχονται, φεύγοντας μαζί μου.
Τότε το βλέπω καθαρά. Δεν είμαι τίποτ’ άλλο
παρά η κιβωτός τους.

Μιχάλης Κατσαρός, Όταν

396780_339237372826250_1862445325_n

Όταν ακούω να μιλάν για τον καιρό
όταν ακούω να μιλάνε για τον πόλεμο
όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση
να πλημμυρίζει τα σαλόνια
όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου
να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα
όταν ακούω σένα να μιλάς εγώ πάντα σωπαίνω.

Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου
ήχους παράξενους ψίθυρους μακρινούς
όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια
λόγους ατέλειωτους ύμνους και κρότους
όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία
για νόμους ευαγγέλια για μια ζωή με τάξη
όταν ακούω να γελούν
όταν ακούω πάλι να μιλούν εγώ πάντα σωπαίνω.

Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη
κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες
κι όλοι τους θα προσμένουνε σίγουρα τη φωνή
θ’ ανοίξω το στόμα μου
θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράχτες
στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια οι νέοι έξαλλοι θ’ ακολουθούν με
στίχους χωρίς ύμνους
ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία.

Πάλι σας δίνω όραμα.

Γιάννης Ρίτσος, Ο απαράδεκτος

Χωρίς+τίτλο

Αποτραβήχτηκε απ’ τη συντροφιά μας λίγο λίγο, σαν κάπως λυπημένος,
σαν κάπως παράξενα γαλήνιος, σα να ‘χε ανακαλύψει
κάτι μεγάλο κι αμετάδοτο –ένα άγαλμα ακέφαλο, ένα άστρο, μιαν αλήθεια,
μια τελευταία και μόνη αλήθεια· –ποιαν;- τον ρωτήσαμε. Εκείνος
δε μίλησε, σα να ‘ξερε τάχα πως εμείς δεν μπορούσαμε
μήτε που θέλαμε να μάθουμε.
Την πρώτη πέτρα
του τη ρίξαμε οι φίλοι του. Οι αντίπαλοι άλλο που δε θέλαν. Στη δίκη
τον ρώτησαν, τον ξαναρώτησαν. Εκείνος ούτε λέξη. Τότε ο πρόεδρος
χτύπησε το κουδούνι δυνατά, φώναξε, οργίστηκε: να γίνει ησυχία,
να μην ακούγεται η σιωπή του κατηγορουμένου. Παμψηφεί η καταδίκη.
Γυρίσαμε ένας ένας κι ακουμπήσαμε το μέτωπο στον τοίχο.

*Από τη συλλογή «Πέτρες», Ποιήματα Ι’, Κέδρος, Αθήνα 1998, σ. 110.

Massimiliano Damaggio, Αθήνα, Μάιος 2011

20120410_gerasimos_blog

άνθρωποι
βγαίνουν απ’ τις τρύπες της νύχτας
γεμάτοι δόντια
τσιγάρα
μικρές κραυγές
στην μεγάλη νύχτα
πολύ μεγάλη
υπερβολικά μεγάλη
ακολουθούν την διαδρομή προς την πλατεία
την δακρυγονούσα
“άκου, μου λένε, έχασα την δουλειά
τώρα κοιμάμαι στους κάδους
έχει καταπιεί η τράπεζα το ένα μου χέρι
είμαι κουτσός
δεν μπορώ πια να παρέχω χάδια
ούτε κλοτσιές
τι μπορεί απόψε, αύριο
αυτή η αράδα, αυτό το στυλό, αυτό το πράγμα εδώ
που ονομάζετε ποίηση;
δεν είναι
ψάρια ή
όρνιθες ή
γλώσσα
τώρα πια ”[3]
και πηδάνε στις κάθετες
πυρκαγιές των περιπτέρων
και τα δέντρα
ρίχνουν λάδι
στην φωτιά

*Από τα “9 ποιήματα στα ελληνικά”

Loula S. Rodopoulos, Amulet

image002

Years pass prise open tomb of migration
Amulet brown roughshod stitched leather
Nestles in palm of aspiration
Flaminia buffeted across seas Piraeus to Fremantle stormy weather
Amulet brown roughshod stitched leather
Loving maternal hands prepared it in sorrow
Flaminia buffeted across seas Piraeus to Fremantle stormy weather
Her son leaves for the antipodes tomorrow
Loving maternal hands prepared it in sorrow
Filled it with mountain soil votive to ward off evil eye
Her son leaves for the antipodes tomorrow
Boyhood dreams dance with stars under village skies
Filled it with mountain soil to ward off evil eye
Dormant in suburban dresser drawer for years
Boyhood dreams dance with stars under village skies
Talisman placates his fears
Dormant in suburban dresser drawer for years
Nestles in palm of aspiration
Talisman placates his fears
Years pass prise open tomb of migration

For G.R & M.R.
15/8/1959

Εύη Γκάλαβου, Αιώνια λαχτάρα

79

Τον θαύμαζε και τον παρατηρούσε
κρυφά όπως τα αγρίμια.
Πίσω απ’ τις κουρτίνες των βλεμμάτων
κατέγραφε κάθε κίνησή του έξω στον κήπο.
Εκείνος την προέτρεπε να βγει, να χαρεί τον ήλιο μαζί του,
δίσταζε όμως προτιμώντας να γεύεται συνέχεια τη μορφή του
κρυμμένη μέσα στην καρδιά της.
Τον αγάπαγε σαν πεινασμένο ζώο,
έτοιμο το θήραμα να κατασπαράξει,
να ταΐσει την πείνα της λατρείας που του είχε.
Ω! Πόσο τον λάτρευε εκείνον που της έδωσε ζωή
και τόσες δυνατές αχόρταγες ανάσες
γεμίζοντας τα στήθη της με αιώνια λαχτάρα!

*Η Εύη Γκάλαβου διαχειρίζεται το ιστολόγιο http://gynaika-g.blogspot.com/ Η φωτογραφία της ανάρτησης ειναι από εκεί.

Κική Δημουλά, Στην ελπίδα

the+birds

Σε τι άθλιες συνθήκες ζει
στριμωγμένη μέσα μας
σα να’ ναι αέρας χωρίς φτερά
σα να’ ναι φως
από τον ουρανό τιμωρημένο
στα σκοτεινά να πνέει

ανέχεται
να την ενοχοποιούν τα βάσανά μας
πως τ’ αμελεί

να την καταριούνται οι προδομένοι
λες κι είναι η μάνα του Ιούδα

τη ραπίζουν οι απώλειες
πως άλλα είχε υποσχεθεί

τα δέχεται όλα, ευγνώμων
αρκεί που μένουμε όλοι μαζί της

το απωθούμε
σα να μη συμβαίνει του φερόμαστε
κάπως ταπεινώνει να ελπίζεις

κι όμως
ενώ είναι πρωί
σα να νύχτωσε μοιάζει

όταν αντιληφθούμε ότι λείπει η ελπίδα
για λίγο δηλαδή κάνα δεκάλεπτο το πολύ

όσο για να ψωνίσει για μας από δίπλα
κάτι που έχει από παντού αλλού
εκλείψει.