Γιώργος Κοζίας, Το αιματοβαμμένο ποίημα

Βασιλεύς προδοτών, μισητός στον θεό
και στους ανθρώπους
Καταδικασμένος στην πυρά
από την Ιερά Σύγκλητο των Ναζωραίων

Εγώ ειμί άφρων, έκλυτος, συνουσιαζόμενος
Πιστός γιός της Βίας και του Πόθου

Ω, αιματοβαμμένο ποίημα, σε στέλνω
στον αντρειωμένο Σιγισμούνδο Μαλατέστα
για να τον ξαναδώ να μάχεται
με μόνη συντροφιά το έμπιστο στιλέτο του

Σε στέλνω στην ταραχή της Ρώμης
στην παρακμή της Λόντρας
και στην εξάντληση του Παρισιού
Σε στέλνω με τα όπλα της τιμής
ενάντια σε φαύλους
σε προπαγανδιστές, σε καιροσκόπους

Κι άλλον τρόπο δεν έχω
εγώ ο Σιγισμούνδος ο μελαγχολικός
μες στην σατανική εντιμότητα των μαζών
μιαν ελπίδα ψάχνω στην όψη και στην κόψη
μιαν ελπίδα σαν την ροδοκόκκινη λεπίδα των τρελών.

*Από τη συλλογή “Εξάγγελος”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2021.

Λίνα Φούντογλου, Δύο ποιήματα

Παλάμες πιο κρύες απ’ τον ωκεανό 
μάτια ασάλευτα σαν ναυτικού 
ατμόσφαιρα διάτρητη από χιλιάδες πεσόντες αστέρες 
όνειρα 
πειρατές 
όλα πολύ βαριά για το μικρό μου καράβι 

είδα στον ύπνο μου την αδερφή σου 
τη ρώτησα για σένα 
έκανε πως δεν άκουσε 
ήταν πολύ όμορφη στα μάτια, στη μύτη, στο δέσιμο του προσώπου 
ήθελα να τη φιλήσω 
σου έμοιαζε τόσο πολύ 

η ταραχή ξερνάει μνήμες 
ένα γλαρόπουλο κολύμπησε ώσπου πνίγηκε 
«αν ήμουν έντομο 
θα είχα στο μυαλό μόνο το χώμα» 

τα κύματα καβάλησαν την πλώρη μου 
γελάω 
η στεριά κοντά 
μα λίγο πριν πεθάνω

*

Στα ρηχά οι άνθρωποι 
κολυμπούν με τα γόνατα, με τους αγκώνες 
γύρω από τον εαυτό τους κάνουνε στροφές 
δεν έχουν οι άνθρωποι άλλον πιο κοντά 

στο βρομόνερο μουλιάζουν την οργή τους 
τον φθόνο 
βαφτίζουνε 
τον απερίγραπτό τους φόβο 

μούχλιασε το νερό σαν το ψωμί τους
μαλάκωσαν οι κοφτερές γωνίες του μυαλού
πρήστηκαν οι κοιλιές
μελάνιασαν τα χείλη τους 

      ήταν φαίνεται από καιρό νεκροί

“Από τη συλλογή “Αυτοχειρία σε χρόνο εξακολουθητικό”, Εκδόσεις Σμίλη, Αθήνα, Δεκέμβριος 2024.

Δημήτρης Γλυφός, Μάθε παιδί μου ράμματα

έχουμε ακόμα το αίμα στα χέρια μας
κι ας
λένε ότι δεν είναι δικό μας
μ α ς α ν ή κ ε ι
μ α ς α ν ή κ ε ι
μ α ς α ν ή κ ε ι
με αυτό θα βάψουμε τα μάγουλά μας
σπάζοντας τους κουμπαράδες των παιδιών μας
να εξυπηρετήσουμε δάνεια
κρύβοντας τη μοναξιά σφιχτά στο παντελόνι
πουλώντας τα χρυσαφικά της πεθαμένης θείας
θα αφήσουμε
τα γένια μας να μεγαλώσουν
τα δάκρυά μας στους σταθμούς και στα λιμάνια
θα περάσουμε
μέσα από τη φωτιά
με μόνο σκοπό να ξεχωρίσουμε στο σκοτάδι τις σκιές

*Από τη συλλογή “Ο θόρυβος των γεγονότων”, Εκδόσεις Κυψέλη, 2024.

Κωστής Τριανταφύλλου, γιατί ξεχάσατε;

γιατί αφήνετε τη ζωή
να γλιστράει μέσα απ´ τα χέρια σας;
για μια φτηνή επιβίωση
που γρήγορα εξαντλείται κι αυτή!

μεταμφιεσμένοι δικτάτορες
αναδύονται από χώρα σε χώρα
πάλι με ψηφοφόρους που τους ανεβάζουν
και λαούς που τους ακολουθούν

προσοχή
καραδοκούν κι άλλες καταστροφές
γενοκτονίες, σφαγές, πόλεμοι

ο μισός πλανήτης φοβάται την ελευθερία
που ο άλλος μισός δεν γνώρισε
φοβούνται τις γυναίκες και τον ίδιο τους τον εαυτό
που τον παραδίδουν αμετάκλητα στο τίποτα
ζώντας στα μέτρα του

εσείς όμως,
γιατί ξεχάσατε τους γηγενείς πληθυσμούς της Αμερικής, της Αυστραλίας, της Αφρικής…
τους Πόντιους, τους Αρμένιους, τους Εβραίους, τους Κούρδους,…
τους βασανισμένους λαούς της Ελλάδας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Αλγερίας, της Παλαιστίνης, του Σουδάν, του Ιράκ, του Ιράν,…;

πάλι ο φασισμός δείχνει τα δόντια του
σε Αμερική, Ευρώπη, Ρωσία, Αφρική κι Ασία

παρακαλώ να μην ξεχάστε
μην τον αφήστε να ξανάρθει

Αθήνα τέλος του 2024

Ανδρέας Αγγελάκης (1940-1991), Η εξουθένωση

Απ’ όλα τα γραφτά του Δάσκαλου, θυμηθείτε τις
ιερογλυφικές του
εξομολογήσεις, όπου ξεσπάει πια και κατακομματιάζει τη
μάσκα του
με μάτι τρελού, γεμάτος τρόμο, απόγνωση:
«Βοήθεια, χάνομαι, τι θ’ απογίνει πια μ’ εμένανε;»
ή «Ξύπνησα το πρωί, Τρόμος! Τρόμος!»
ή εκείνος ο εξαθλιωμένος του ναρκισσισμός
μπροστά στο καθρεφτάκι του με την εκδίκηση του πρωινού
φωτός
«Είμαι χλωμός και άσχημος, ενώ τις τρεις πρώτες ημέρες
άνθρωποι με συνεχαίροντο για την τόσο καλή μου όψη».
5 Αυγούστου 1897.
Παρακάμπτω τη δυσκολία του ν’ αποφασίσουμε
αν εννοείται σαν αιτία ο αλκοολισμός,
ο αυνανισμός ή ο ομοσεξουαλισμός του –
μετά από κάποια κραιπάλη του σ’ ένα maison de passe (Rue
Mosque Attarine…)
που αφού κυλίστηκε στα βρώμικα σεντόνια ενός
νοικιασμένου κρεβατιού
οληνύχτα με κάποιο ισχνό και κουρασμένο αγόρι,
νιώθει το αδιέξοδο της ζωής που τόνε περιμένει:
αλλάζει τίποτα αν ο ένας πιστεύει αυτό
ή άλλοι έχουν πεισθεί για τ’ άλλο;
Εκείνο που κρατάμε ωστόσο είναι η κραυγή,
η ακατέργαστη, αφτιασίδωτη απελπισία,
ένα πρόσωπο που αρχίζει να ρυτιδιάζει
λίγο πριν βάλει τα ψιμύθια της παράστασής του,
η κραυγή του μαδημένου παγωνιού
που εκλιπαρεί βοήθεια, ξέροντας πολύ καλά πως δεν υπάρχει
πουθενά.
Αυτή η κραυγή στ’ αυτιά μας, ίδια πάντα…

*Από τη συλλογή «Καβάφης καθ’ οδόν – Δέκα φαντασιώσεις πάνω στον Καβάφη», Εκδόσεις Καστανιώτη, 1984.

Φρανσουὰ Βιγιὸν (Παρίσι, 1431 – 1463 [χάνονται τὰ ἴχνη του])

Ἀριστερά, αὐτοπροσωπογραφία τοῦ Κώστα Καρυωτάκη δημοσιευμένη στὸ ἐξώφυλλο τοῦ περιοδικοῦ «Ἕσπερος» τῆς Σύρου, τὸν Ἰούλιο τοῦ 1923. Ὁ ποιητὴς συνεργάστηκε μὲ τὸν «Ἕσπερο» ἀπὸ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1922 ἕως καὶ τὸν Αὔγουστο τοῦ 1923, δημοσιεύοντας συνολικὰ ἕξι ποιήματα. Δεξιά, ὁ Φρανσουὰ Βιγιὸν (Παρίσι, 1489 / ἄγνωστου καλλιτέχνη).

«Μπαλλάντα τῶν κυριῶν τοῦ παλαιοῦ καιροῦ» / μτφρ.: Κώστας Καρυωτάκης

Πέστε μου ποῦ, σὲ ποιὸ μέρος τῆς γῆς,
εἶναι ἡ Φλώρα, ἡ ὡραία ἀπὸ τή Ρώμη
ἡ Ἀλκιβιάδα, κ’ ὕστερα ἡ Θαΐς,
ἡ ξαδέλφη της μὲ τὴ χρυσὴ κόμη;
Ἠχὼ ἁπαλή, σκιὰ σὲ λίμνη, τρόμοι
τῶν φύλλων, ροδοσύννεφα πρωινά,
ἡ ἐμορφιὰ τους δὲν ἔδυσεν ἀκόμη.
Μὰ ποὖναι τὰ χιόνια τἀλλοτινά;
Ποὖναι ἡ ἀγνὴ καὶ φρόνιμη Ἑλλοΐς;
Γι’ αὐτὴν εἶχε τότε καλογερέψει
ὁ Πέτρος Ἀμπαγιάρ. Ἄλλος κανεὶς
ὅμοια στὸν ἔρωτα δὲ θὰ δουλέψη.
Κ’ ἡ βασίλισσα ποὺ ἔκαμε τὴ σκέψη
κ’ ἔριξε στὸ Σηκουάνα, ἀληθινά,
τὸ σοφὸ Μπουριντὰν γιὰ νὰ μουσκέψη;
Μὰ ποὖναι τὰ χιόνια τἀλλοτινά;
Ἡ ρήγισα Λευκή, ρόδον αὐγῆς,
μὲ τὴ φωνή της τὴ γλυκὰ ἀκουσμένη,
ἡ Βέρθα, ἡ Βεατρίκη, ἡ Ἀρεμβουργὶς
τοῦ Μαίν, ἡ Σπαρτιάτισα ἡ Ἑλένη,
κ’ ἡ καλὴ Ἰωάννα ἀπὸ τὴ Λορραίνη,
ὅλες ἀνοίξεως ὄνειρα τερπνά,
ἡ ἀνάμνησή τους ζωηρὴ ἀπομένει.
Μὰ ποὖναι τὰ χιόνια τἀλλοτινά;
Πρίγκιψ, ἂν τὶς ἀναζητεῖτε τώρα,
τάχα θὰ τὶς εὕρετε πουθενά,
τάχα θὰ ὑπάρχουν σὲ καμμιὰ χώρα;
Μὰ ποὖναι τὰ χιόνια τἀλλοτινά;
*
Κώστας Καρυωτάκης (Τρίπολη, 1896 – Πρέβεζα, 1928) / «Νηπενθὴ» (1921)


«Μπαλάντα στοὺς ἄδοξους ποιητὲς τῶν αἰώνων»

Ἀπὸ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους μισημένοι,
σὰν ἄρχοντες ποὺ ἐξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οἱ Βερλὲν· τοὺς ἀπομένει
πλοῦτος ἡ ρίμα πλούσια καὶ ἀργυρή.
Οἱ Οὐγκὸ μὲ «Τιμωρίες» τὴν τρομερή
τῶν Ὀλυμπίων ἐκδίκηση μεθοῦνε.
Μὰ ἐγὼ θὰ γράψω μιὰ λυπητερή
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι πού ’ναί.
Ἂν ἔζησαν οἱ Πόε δυστυχισμένοι,
καὶ ἂν οἱ Μποντλὲρ ἐζήσανε νεκροί,
ἡ Ἀθανασία τοὺς εἶναι χαρισμένη.
Κανένας ὅμως δὲν ἀνιστορεῖ
καὶ τὸ ἔρεβος ἐσκέπασε βαρύ
τοὺς στιχουργοὺς ποὺ ἀνάξια στιχουργοῦνε.
Μὰ ἐγὼ σὰν προσφορὰ κάνω ἱερή
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι πού ’ναί.
Τοῦ κόσμου ἡ καταφρόνια τοὺς βαραίνει
κι αὐτοὶ περνοῦνε ἀλύγιστοι καὶ ὠχροί,
στὴν τραγικὴν ἀπάτη τους δοσμένοι
πὼς κάπου πέρα ἡ Δόξα καρτερεῖ,
παρθένα βαθυστόχαστα ἱλαρή.
Μὰ ξέροντας πὼς ὅλοι τοὺς ξεχνοῦνε,
νοσταλγικὰ ἐγὼ κλαίω τὴ θλιβερή
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι πού ’ναί.
Καὶ κάποτε οἱ μελλούμενοι καιροί:
«Ποιός ἄδοξος ποιητὴς» θέλω νὰ ποῦνε
«τὴν ἔγραψε μιὰν ἔτσι πενιχρή
μπαλάντα στοὺς ποιητὲς ἄδοξοι πού ’ναί;»

Cesare Pavese, Κι η νύχτα ακόμα σου μοιάζει

Κι η νύχτα ακόμα σου μοιάζει,
η νύχτα η απόμακρη που κλαίει
βουβή, πίσω απ’ της καρδιάς τα βάθη,
ενώ διαβαίνουν τ’ άστρα κατάκοπα.
Μάγουλο ακουμπάει σε μάγουλο –
ρίγος και ψύχος, και κάποιος
χτυπιέται και σε ικετεύει, μόνος,
χαμένος μέσα σου, στον πυρετό σου μέσα.
Η νύχτα ανέχεται και επιθυμεί το χάραμα·
ταλαίπωρη καρδιά, στιγμή
δεν σταματάς το σκίρτημά σου.
Ω όψη κλειστή, αδημονία σκοτεινή,
ω πυρετέ που λυπάσαι για τ’ αστέρια,
υπάρχει κι άλλος ένας σαν κι εσένα
που παρακολουθεί το χάραμα,
σαν εξετάζει σιωπηλός την όψη σου.
Κάμπος είσαι στη νύχτα μέσα
και σάμπως ορίζοντας νεκρός και κλεισμένος.
Ταλαίπωρη καρδιά,
κάποια μέρα μακρινή ήσουν εσύ το χάραμα.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Αντώνης Γκίκας (1950-1986), Δύο ποιήματα

Ποιητική επιστολή στην Κατερίνα Ν. Θεοφίλη

Επικίνδυνε αναγνώστη
νοιώθω τόσο παράξενα απόψε,
άδειος
γεμάτος αντιφάσεις και ήρεμες συγκρούσεις,
αισιόδοξα απελπισμένος
και οπλισμένος με ευφορία ανεξήγητη
θωράκιση πεσιμισμού μ’ ακάλυπτες αχίλλειες φτέρνες.
Επικίνδυνε αναγνώστη
απόψε συνειδητοποιώ πιο τραγικά και πιο απλά παρά ποτέ
ότι ο έρωτας, η φιλία, η αγάπη υπάρχουν, ναι.
Μα όχι σ’ αυτή τη διάσταση
όχι σ’ αυτή τη διάσπαση του ατόμου σε σώματα πνεύματα και άυλες ψυχές.
Στα πέρατα της οικουμένης ψάχνω για μια κόλλα μαγική
αναβιώνοντας το μύθο του Γκράαλ
τυμβωρυχώντας στους τάφους των ιπποτών της στρογγυλής τραπέζης
που σκεπάστηκε με τσόχα πράσινη για πόκερ
και μ’ ένα στρώμα από σκόνη κι από στάχτες.
Και κάποτε περνάει δίπλα μου και χάνεται
με την ταχύτητα ενός πλάνητα κομήτη
η οπτασία κάποιου μονάχου Δον Κιχώτη
που ψάχνει για ιπποκόμο, Δουλτσινέα κι ανεμόμυλους.
Επικίνδυνε αναγνώστη
η “μοναξιά” έγινε μόδα
έννοια κοινόχρηστη που αμβλύνεται και φθίνει, ξεθωριάζει,
στην αμφισημία την αδυσώπητη των λέξεων.
Γι’ αυτούς που μιλούν για “μοναξιά” όταν δεν έκαναν έρωτα μια νύχτα,
όταν έμειναν μόνοι λίγες μέρες, λίγους μήνες,
όταν τρομάζουν από τοίχους αδειανούς
κι από ταβάνια χαμηλά που τους συνθλίβουν.
Γι’ αυτούς που δεν περπάτησαν χιλιόμετρα στην πόλη
ανήμερα Χριστούγεννα και Πάσχα
ψάχνοντας κάποιοι μαγέρικο ανοιχτό.
Γι’ αυτούς που δεν αισθάνθηκαν την αντίθεση
της σκληρής ευαισθησίας και της ευαίσθητης σκληρότητας.

Γι’ αυτούς,
Επικίνδυνε, αγαπημένε αναγνώστη
είμαστε εδώ για να τους δείξουμε τι ακριβώς σημαίνει “μοναξιά”.

26-28 Ιανουαρίου 1986

*

Περιορισμός κατ’ οίκον

Τα Σαββατόβραδα συνήθισα να περιορίζω κατ’ οίκον το κορμί μου
γιατί πενθώ την πεθαμένη ευαισθησία
που κληροδότησε τα διάφορα κομμάτια της στον κάθε κληρονόμο χωριστά.
Ενθάδε κείται
δίπλα στο χορταριασμένο τάφο
της επικοινωνίας, της ανθρωπιάς και της αγάπης.
Requiescant (Ας αναπαυθούν).
Τα Σαββατόβραδα αποφεύγω τις εξόδους
κάτω απ’ τα φώτα με το Neon στις εκτυφλωτικές επιγραφές,
τις πολυπρόσωπες κι απρόσωπες κραιπάλες στις Pub και στις ταβέρνες,
και την επίδειξη της μόδας στου θεάτρου τα φουαγιέ…
Τα Σαββατόβραδα αποφεύγω να μιλήσω
γιατί σκεπάζετ’ η φωνή μου απ’ τα κλάξον,
απ’ τα τυποποιώ μένα χάχανα, σα φάλτσες καραμούζες του καρναβαλιού
Και απ’ τις αλληλουχίες μουσικών αποσυνθέσεων.
Τα Σαββατόβραδα συνήθισα πια τώρα να σωπαίνω
Πειθήνια και μονάχος μου να μπαίνω
Στο κρατητήριό μου.

24 Φεβρουαρίου 1986

*Δημοσιεύτηκαν στον τόμο “Λογοτεχνική Πολυμορφία – Εκατόν Είκοσι Πέντε Δημιουργοί”, Εκδόσεις Ρέω σε συνεργασία με το περιοδικό “Αλεξίσφαιρο”.

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Λιμνοθάλασσα

Αρκετά με την αλμυρή ανυπαρξία!
Αρκετά με τις κυκλωτικές αυτές ακτές.
Αρκετά, στραγγαλισμοί μου, βρόγχοι μου, δήμιοί
μου
κουράστηκα χρόνια τώρα
να κοιτώ πώς καταφθάνει το μηδέν
και πώς αναχωρεί το μηδέν
κουράστηκα κι εμείς στου μηδενός
την εντελή καμπύλη
να χειμάζουμε.
Αρκετά, λέω, με τ’ ανοιχτά πελάγη!
Χρειαζόμαστε μιαν έξοδο
κι η έξοδος απαιτεί μιαν άλλη
γεωγραφική κατατομή,
έναν άλλο αέρα μες στον αέρα,
κι έναν άλλο πηλό
κι ένα άλλο σώμα, που να χωρά
το σώμα στη συστροφή του
κι ένα πνευμόνι από σίδερο,
κι ένα άλλο μαχαίρι, κι ένα άλλο τραπέζι
κι ένα άλλο ψωμί.
Πίσω στη λιμνοθάλασσα!
Πίσω στη σκιά της παρανομίας που σιγοκαίει
στο κλεφτοφάναρο!
Πίσω στις φωλιές των φαλαρίδων
στην στιλπνή κι ακαριαία βίδρα
την δεντροσταρήθρα, το γελογλάρονο, τον πετρίτη
πίσω στον αιγυπτιακό άργιλο!
Ελάτε, όσοι σωθήκατε απ’ τα ύδατα
που μας κύκλωσαν, ξετυλίξτε το νήμα!
Δαχτυλοδείξτε τη διαδρομή με τη στέρεη γη
εκβιάστε τον άνεμο να ’ρθεί με το μέρος μας!
Χωρίστε το νερό απ’ το νερό και το νερό απ’ το
χώμα
και το αίμα απ’ το νερό και τη λάσπη απ’ το αίμα!
Συγκεντρώστε τα ερίφια και τα λιοντάρια!
Έφερα πλάκες μαζί μου, και καλέμι, και σφυρί.
Σκάψτε το δίκαιο των δραπετών
αρτηρία την αρτηρία πάνω στα πόδια,
πάνω στα χέρια μου.

*Από τη συλλογή “Πολλαπλότητες του μηδενός”, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη 2020.

Μαρία Λαϊνά, Συνάρτηση όρων

Τα μάτια μας δεν είναι
παρά για να μας γνωρίζουν οι άλλοι
και κανένας δεν βλέπει τους τυφλούς

Τα μάτια μας δεν είναι
παρά για να μας γνωρίζουν οι άλλοι
εμείς μ’ άλλα μάτια κοιτάζουμε
μοιράζουμε τον κόσμο μ’ άλλους άξονες
απλούστερους
και τις περισσότερες φορές
εξασφαλίζουμε την ίδια απόσταση
ψάχνοντας με τα χέρια.
Και κρέμεται ο ήλιος απ’ τη φωνή
το πρόσωπό σου απ’ το θάνατο.
Μες στους θαλάμους των ματιών μας
αγνώριστα υγρά
περίεργες φωτογραφίες εμφανίζουν.
Μεσ’ από μας υπάρχουν τα πράγματα
αδυνατίζοντας το χρώμα της σκιάς μας.

*Από τη συλλογή «Αλλαγή τοπίου», που περιλαμβάνεται στη συγκεντρωτική έκδοση «Σε τόπο ξερό: Ποιήματα 1970-2012», Εκδόσεις Πατάκη, 2015.