Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Εσύ τι λες Βλαδίμηρε Μαγιακόφσκι;

getimage

Λιγόστεψαν οι χώροι της συγκέντρωσης αγαπητέ Βλαδίμηρε
νέοι ρήτορες κατέλυσαν την αγορά
ελαύνουν άλλες διδαχές
άλλες ενδείξεις

πίσσα σταλάζει ο ουρανός αγαπητέ Βλαδίμηρε
η έρημος μέσα στις πόλεις
και στο βάθος ουρλιαχτά παιδιών –
λαμπάδες καιόμενες ως το φυτίλι.

Ουδείς
ουδείς απόμεινε απροσπέλαστος λυρισμός αγαπητέ Βλαδίμηρε
κανένα μυστικό
κανένα θάμπωμα
πηχτή απλώνει η ζωή του ψυχουλκού
κι όποιος ελεύθερα συλλογάται
πρόσφυγας γίνεται.

Όλα λησμονούνται σ’ ένα λεπτό αγαπητέ Βλαδίμηρε
το βλέμμα ακολουθεί
διαθλάται
υπνωτίζεται
οι ρήξεις εξαφανίζονται
κι η παρέλαση της μανίας αργεί πολύ να ξεπηδήσει.

Εσύ τι λες Βλαδίμηρε Μαγιακόφσκι;

Άννα Ιωαννίδου, Πέντε χαϊκού

images-1

ΠΡΙΝ Τ’ ΟΝΕΙΡΟ

Κελάηδισμα,
αηδονιού τραγούδι.
Μενεξεδένιο.

ΠΕΡΑΣΕ ΤΟ ΤΡΕΝΟ

Μαλαματένιο
φίδι γλιστρά στον κάμπο.
Βαγόνια τρένου.

ΟΙ ΚΗΠΟΙ ΤΟΥ ΒΥΘΟΥ

Ανθίζουν κήποι
με κοράλλια στο βυθό
του ωκεανού.

ΤΟ ΦΙΛΙ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Τα αμπέλια στην
πλαγιά σκαρφαλώνουν,
τον ήλιο φλερτάρουν.

ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗΣ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Μπλε αστραπές
άγρια καταιγίδα.
Σταγόνες καρφιά.

Anna Akhamatova Επίλογος

image3

Ξεχώρισα πώς τα πρόσωπα μαραζώνουν
πώς ο τρόμος φανερώνεται κάτω απ’ τα βλέφαρά τους
πώς οι ταλαιπωρίες πάνω στα μάγουλα χαράζουν
σκληρές σελίδες σφηνοειδείς,
πώς οι σταχτόξανθες κι οι μαύρες κοτσίδες
ασημένιες σε μια νύχτα γίνονται,
ένα χαμόγελο σβήνει σε ταπεινά χείλη,
ο φόβος τρεμουλιάζει σε γέλιο ξερό.
Δεν προσεύχομαι για μένα μόνο
αλλά για όλους που μαζί μου στέκονταν στο σκληρό κρύο, στη ζέστη του Ιούλη,
κάτω από τον κόκκινο τοίχο τον τυφλό.

1940

Μετάφραση: Μαρία Καρδάτου. Από το http://poihshkaipoihtes.blogspot.com

Rene Char, Καλά έκανες που έφυγες Αρθούρε Ρεμπώ!

char[1]

Καλά έκανες που έφυγες, Αρθούρε Ρεμπώ! Τα δεκαοχτώ σου χρόνια δεν τα
χαράμισες για την κακομοιριά και την ανυπόφορη φιλία των ποιητών του
Παρισιού ούτε γι’ αυτό το βούισμα από στείρα μέλισσα που ήταν για σένα
πάντοτε η τρελούτσικη φαμίλια σου, έκανες καλά που τα σκόρπισες στους
πέντε ανέμους, που τα ‘ριξες κάτω από της γοργής τους γκιλοτίνας το λεπίδι.

Δίκιο είχες που άφησες πίσω τους μεγάλους δρόμους και τα πολυσύχναστα
μπιστρό των σαχλών τροβαδούρων, δίκιο είχες που διάλεξες την κόλαση
με τα ζωντανά, το βρώμικο εμπόριο, των απλοϊκών την καλημέρα.

Αυτή η ακάθεκτη ορμή του κορμιού και της ψυχής, αυτή η μπάλα κανονιού
που χτυπάει το στόχο της και τον συντρίβει, αυτή, μάλιστα, είναι η ζωή ενός άντρα!
Δεν υποφέρεται πια αυτό, από παιδί να κυνηγάς με λύσσα κάθε διπλανό σου.

Α, και να άλλαζαν θέση τα ηφαίστεια, η λάβα τους θα γέμιζε το κενό του κόσμου, σαν αρετή θα του καθάριζε λίγο τις πληγές. Καλά έκανες που έφυγες, Αρθούρε Ρεμπώ.

Έχουμε μείνει λίγοι εδώ ακόμη να πιστεύουμε

Γιάννης Ρίτσος, Το παράθυρο (τρία αποσπάσματα)

430921_419502708119394_2109765645_n

Κάθομαι εδώ στο παράθυρο, κοιτάω τους διαβάτες
και κοιτάζομαι μές στα μάτια τους. Θαρρώ πως είμαι
μια σιωπηλή φωτογραφία, μες στην παλαιά κορνίζα της,
κρεμασμέμη έξω απ’ το το σπίτι, στο δυτικό τοίχο,
εγώ και το παράθυρό μου.
Κοιτάζω κάποτε ο ίδιος
ετούτη τη φωτογραφία με τα ερωτικά, κουρασμένα της μάτια –
ένας ίσκιος αποκρύβει το στόμα, η επίπεδη λάμψη απ’ το τζάμι της κορνίζας,
στιγμές – στιγμές, αντίκρυ στο λιόγερμα ή στο φεγγαρόφωτο,
σκεπάζει ολόκληρο το πρόσωπο, κ’ είμαι κρυμμένος
πίσω απόνα τετράγωνο φως, χλωμό ή ασημένιο ή ρόδινο,
και μπορώ ελεύθερα να κοιτάζω τον κόσμο
χωρίς να με βλέπει. Ελεύθερα, – τι να πούμε;

……………………………………………………………………………….

Γι’ αυτό διαλέγουμε συχνά ένα χώρο στενό που να μας προστατεύει
απ’ το ίδιο μας το απέραντο. Κ’ ίσως γι’ αυτό
κάθομαι εδώ, σε τούτο το παράθυρο να βλέπω
τα νωπά χνάρια απ’ τις πατούσες του βαρκάρη
πάνω στις πλάκες της προκυμαίας να σβήνουν λίγο – λίγο
σα μια σειρά μικρά στενόμακρα φεγγάρια μέσα σ’ ένα παραμύθι.

Κι ούτε που καταλαβαίνω πια τίποτα κι ούτε που προσπαθώ να
καταλάβω.
Μια γυναίκα λουσμένη σκύβει στο πλαινό μπαλκόνι
σιγοτραγουδώντας
για να στεγνώσει τα μαλλιά της με το τραγούδι της. Ένας ναύτης
στέκεται απορημένος, μ’ ανοιχτά τα σκέλια,
μπρος στην πελώρια απογευματινή σκιά του, σα νάναι
όρθιος στην πλώρη ενός καραβιού σε ξένο λιμάνι
και δε γνωρίζει τα νερά και δε γνωρίζει που να ρίξει την άγκυρα.
Αργότερα, που σκοτεινιάζει λίγο – λίγο και σβήνει στους τοίχους
και στις μάντρες
το σιγαλό, βιολετί καρδιοχτύπι του ηλιοβασιλέματος, πριν ανάψουν ακόμη
τα φανάρια του δρόμου,γίνεται μια άξαφνη ζέστα – και τότε
τα πρόσωπα πιότερο μαντεύονται παρά που υπάρχουν,
βλέπεις τη σκιά να εισχωρεί στις ιδρωμένες μασχάλες,
ο ήχος ενός φυγααλέου φορέματος ανεμίζει το φύλλωμα ενός δέντρου
τ’ άσπρα πουκάμισα των νέων παίρνουν ένα απόμακρο χρώμα γαλανό
κι αχνίζουν,
κ’ είναι όλα τόσο καταμόναχα, μαγεμένα κι ασύλληπτα, που ίσως γι’ αυτό
ν’ ανάβουν τα φώτα θετικά για να τα διαλύσουν όλα μες
στον ορισμό τους.

……………………………………………………………………………….
Τι παράπονο λοιπόν μπορώ νάχω απ’ αυτό το παράθυρο;
Αν θες το μισανοίγεις και, δίχως διόλου να κοιτάξεις έξω,
μπορείς μες απ’ τα τζάμια να παρακολουθείς αθέατος
αυθεντικές σκηνές του δρόμου, σ’ ένα χώρο πιο βαθύ και
διαρκέστερο
με τον πράο φωτισμό μιας μεγάλης απόστασης,
ενώ όλα αυτά διαδραματίζονται κάτω απ’ τα μάτια σου, ένα μέτρο πιο πέρα.
Αν θέλεις πάλι μπορείς να το ανοίξεις ολότελα και να κοιτιέσαι
στο τζάμι, σαν μέσα
σε καθρέφτη μαγικό, και να χτενίζεις τα μαλλιά σου
που αραιώνουν
ή να διορθώσεις κάπως το χαμόγελό σου, Μες απ’ τα τζάμια
όλα φαίνονται ευκτινέστερα – πιο σιωπιλά, πιο ακίνητα,
επομένως κι απαραίτητα κι αγέραστα.
Σούτυχε να κοιτάξεις
μ’ ένα γυαλί μέσα στη θάλασσα; Κάτω απ’ την ταραγμένη
επιφάνεια
φαίνεται εξαίσιος ο βυθός μες στην ακινησία του,
σε μια κρυστάλλινη τάξη, αδιατάρακτη κ’ εύθραυστη ταυτόχρονα,
σε μια βουβή αγιότητα – όπως λέγαμε. Μονάχα
που πιάνεται κάπως η ανάσα σου αν μείνεις έτσι περισσότερη ώρα,
γι’ αυτό σηκώνεις πάλι το κεφάλι σου στον αέρα
ή ανοίγεις αυτό το παράθυρο (ξέροντας όμως τώρα), ή βγαίνεις
απ’ την πόρτα.

Και πια δεν είναι τίποτα που να λυγίζει τη ζωή σου και τα μάτια σου
και τίποτα δεν είναι που να μη μπορείς να το δείξεις περήφανα
και να το τραγουδήσεις,
και τίποτα δεν είναι που να μη μπορείς να στρέψεις τη μορφή του προς τον ήλιο.

Πειραιάς, Απρίλης 1959

Κωνσταντίνος Καβάφης, Στο θέατρο

jesys+th+divine+child

Βαρέθηκα να βλέπω την σκηνή,
και σήκωσα τα μάτια μου στα θεωρεία.
Και μέσα σ΄ενα θεωρείο είδα σένα
με την παράξενη εμορφιά σου και τα διεφθαρμένα νιάτα.
Κι αμέσως γύρισαν στο νου μου πίσω
όσα με είπανε το απόγευμα για σένα,
κι η σκέψις και το σώμα μου συγκινηθήκαν.
Κι ενώ κοίταζα γοητευμένος
την κουρασμένη σου εμορφιά,τα κουρασμένα νιάτα,
το ντύσιμό σου το εκλεκτικό,
σε φανταζόμουν και σε εικόνιζα,
καθώς με είπανε το απόγευμα για σένα.

*Από τα “Κρυμμένα ποιήματα 1877-1923”, σε φιλολογική επιμέλεια Γ.Π.Σαββίδη, Εκδόσεις ΄Ικαρος. Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από το μπλογκ http://ketivasilakou.blogspot.com

Το τραγούδι του λιποτάκτη (*)

images

“Θυμήσου Σαζιντά
έβρεχε αδιάκοπα στο Λονδίνο εκείνη τη μέρα
Και προχωρούσες χαμογελαστή
Ανθισμένη γοητευμένη μουσκεμένη
Κάτω από τη βροχή
Θυμήσου Σαζιντά
Έβρεχε αδιάκοπα στο Λονδίνο και διασταυρωθήκαμε
στην οδό Γιάνγκ
Χαμογελούσες
Κι εγώ χαμογελούσα
Θυμήσου Σαζιντά
Εσύ που δεν σε γνώριζα
Εσύ που δεν με γνώριζες
Θυμήσου
Θυμήσου λοιπόν αυτή τη μέρα
Μη ξεχνάς
Ένας άντρας προφυλαγόταν κάτω από το υπόστεγο
Και φώναξε ένα γυναικείο αραβικό όνομα στην τύχη
Σαζιντά διόρθωσες γελώντας
Κι έτρεξες προς αυτόν κάτω από τη βροχή
Μουσκεμένη γοητευμένη ανθισμένη
Κι ακούμπησες στο στήθος του ένα εξάστιχο:
“Μου έδωσαν τρεις ώρες για να ζήσω
Αυτοί που θέλουν να με οδηγήσουν στον θάνατο
Λένε πως η διαδρομή είναι μεγάλη
Κι επιμένουν να ξεκινήσουμε νωρίς
Ω, ο χρόνος που απομένει είναι λίγος
Αυτός που χρωστάει τόσα πολλά ποτέ δεν μπορεί να αποπληρώσει”
Και ξέσπασες σε γέλια
Θυμήσου το Σαζιντά
Και με με παρεξηγήσεις που σου μιλώ στον ενικό
Λέω εσύ σε όσους αγαπώ
Ακόμη κι αν δεν τους είδα παρά μια φορά
Λέω εσύ σε όσους περιφρονούν τους δήμιους
Ακόμη κι αν δεν τους ξέρω
Θυμήσου Σαζιντά
Μην ξεχνάς
Αυτή τη σοφή κι ευτυχισμένη βροχή
Πάνω στο ευτυχισμένο πρόσωπο σου
Πάνω σε αυτή την ανίδεη πόλη
Αυτή η βροχή πάνω στο ποτάμι
Στην αποβάθρα
Στο πλοίο του Ομάρ Καγιάμ
Α!Σαζιντά
Τι μαλακία ο πόλεμος
Τι απέγινες τώρα
Κάτω από αυτή τη βροχή από σίδερο
Από φωτιά χάλυβα αίμα
Κι αυτός που άπλωσε τα χέρια του
Να σε σφίξει στην αγκαλιά του
Ερωτευμένα
Είναι νεκρός αγνοούμενος ή ακόμα ζωντανός
Α!Σαζιντά
Βρέχει αδιάκοπα στη Βασόρα
Όχι όπως έβρεχε τότε
Δεν είναι πια το ίδιο κι όλα καταστράφηκαν
Είναι μια τρομερή και θλιμμένη πένθιμη βροχή
Δεν είναι ούτε θύελλα
Από σίδερο χάλυβα αίμα
Είναι μόνο δηλητηριασμένα σύννεφα
Που ψοφούν σα σκυλιά
Σκυλιά που εξαφανίζονται
Στο ρέυμας του Ευφράτη
Και πάνε να σαπίσουν μακριά
Μακριά πολύ μακριά από τη Βασόρα
Εκείνη την ημέρα μέσα από ένα σύννεφο
Βγήκε το λεωφορείο που ήταν γεμάτο γυναίκες και παιδιά
Στη θέση της οδηγού νόμισα πως διέκρινα το πρόσωπό σου
Στα νεύματα των στρατιωτών να σταματήσεις
Δεν υπάκουσες
Ο λοχαγός Τζέημς διέταξε να ανοίξουμε πυρ
Ύψωσα το αυτόματο
Και τον γάζωσα με δέκα σφαίρες
Πέταξα από το στήθος μου το εξάστιχο
Και ξέσπασα σε γέλια
Σήκωσα το κωλοδάχτυλο στη σημαία του έθνους μας
Και χάθηκα μέσα στα σύννεφα
Που πάνε να σαπίσουν μακριά
Μακριά πολύ μακριά από τη Βασόρα
Από τη Βασόρα όπου τίποτα δεν απομένει
Το Υπουργείο Προπαγάνδας ακόμα διστάζει να πει
Είναι νεκρός αγνοούμενος ή ζωντανός;

*Βασισμένο σ’ένα ποίημα του Ζακ Πρεβέρ (“…θυμήσου Μπάρμπαρα, έβρεχε αδιάκοπα στη Βρέστη…”). Αποτελεί, “διασκευή” στο ποίημα του Ζ.Π., όπως βρέθηκε στο περιοδικό “Τα Παιδιά της Γαλαρίας,τ.10,Ιούνιος 2003. Όπως αναφέρεται:”Το τραγούδι του λιποτάκτη. Στη μνήμη του Ζακ Πρεβέρ,στον οποίο οφείλεται ο τίτλος αυτού του περιοδικού”.

Philip Larkin, Επιθυμίες

000οο00

Πέρα απ’ όλα αυτά, η επιθυμία τού να είσαι μόνος:
Άσχετα με το πόσο σκοτεινιάζει ο ουρανός με προσκλητήριες κάρτες
Άσχετα με το πόσο ακολουθούμε τις εγχάρακτες οδηγίες του σεξ
Άσχετα με το πόσο η οικογένεια φωτογραφίζεται κάτω από τη σημαία –
Πέρα απ’ όλα αυτά, η επιθυμία τού να είσαι μόνος.

Κάτω απ’ όλα αυτά, υφέρπει της λησμονιάς η επιθυμία:
Παρ’ όλες τις απατηλές εντάσεις του ημερολογίου
Την ασφάλεια ζωής, τις δημοσιοποιημένες ιεροτελεστίες της γονιμότητας
Την επισφαλή αποστροφή τού νου από το θάνατο –
Κάτω απ’ όλα αυτά, υφέρπει της λησμονιάς η επιθυμία…

Γιάννης Βαρβέρης, Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι

38xa_2_530x351

Μεγαλώσαμε και είμαστε
πολύ πικραμένοι.

Δεν μας παρηγορεί η υγεία:
μια πλήξη πια
υγιείς εμείς
μόνο για να την ευχόμαστε στους συνανθρώπους.

Δεν μας παρηγορούν τα χρήματα
Έχουμε τόσα
που μπορούμε και να τα αγοράσουμε.

Δεν μας παρηγορούν ούτε τα σώματα:
μάς παραδίδονται αφειδώς
γιατί το σφρίγος πάντοτε
ποθούσε τη σοφία.

Είμαστε άνθρωποι πικραμένοι.
Μεγαλώσαμε και είμαστε πολύ
πικραμένοι.

Αυτό μονάχα μάς παρηγορεί.

Άρης Αλεξάνδρου, Με τι μάτια τώρα πια

2_1_1

Βιάστηκες μητέρα να πεθάνεις.
Δεν λέω, είχες αρρωστήσει από φασισμό
κι ήταν λίγο το ψωμί έλειπα κι εγώ στην εξορία
ήτανε λίγος ο ύπνος κι ατέλειωτες οι νύχτες
μα πάλι ποιος ο λόγος να απελπιστείς προτού να κλείσεις
τα εξηντατέσσερα
μπορούσες να ‘σφιγγες τα δόντια
έστω κι αυτά τα ψεύτικα τα χρυσά σου δόντια
μπορούσες ν’ αρπαζόσουνα από ‘να φύλλο πράσινο
απ’ τα γυμνά κλαδιά
απ’ τον κορμό
μα ναι το ξέρω
γλιστράν τα χέρια κι ο κορμός του χρόνου δεν έχει φλούδα
να πιαστείς
όμως εσύ να τα ‘μπηγες τα νύχια
και να τραβούσες έτσι πεντέξι-δέκα χρόνια
σαν τους μισοπνιγμένους που τους τραβάει ο χείμαρρος
κολλημένους στο δοκάρι του γκρεμισμένου τους σπιτιού.
Τι βαραίνουν δέκα χρόνια για να με ξαναδείς
να ξαναδείς ειρηνικότερες ημέρες και να πας
στο παιδικό σου σπίτι με τον φράχτη πνιγμένο ν στα λουλούδια
να ζήσεις μες στη δίκαιη γαλήνη
ακούγοντας τον πόλεμο
σαν τον απόμακρο αχό του καταρράχτη
να ‘χεις μια στέγη σίγουρη σαν άστρο
να χωράει το σπίτι μας την καρδιά των ανθρώπων
κι από τη μέσα κάμαρα-
όμως εσύ μητέρα βιάστηκες πολύ
και τώρα με τι χέρια να ‘ρθεις και να μ’ αγγίξεις μέσ’
από τη σίτα*
με τι πόδια να ζυγώσεις εδώ που ‘χω τριγύρω μου τις πέ-
τρες σιγουρεμένες σαν ντουβάρια φυλακής
με τι μάτια τώρα πια να δεις πως μέσα δω χωράει
όλη η καρδιά του αυριανού μας κόσμου
τσαλαπατημένη
κι από τον δίπλα θάλαμο ποτίζει η θλίψη
σαν υγρασία σάπιου χόρτου.

*Από τη συλλογή “Ευθύτης οδών” (1959).