Ιάσων Δεπούντης, Τι βλέπει ο ήλιος

DSCN8205b600x600d1

Ο ήλιος βλέπει καθημερινά
το δρόμο με τον τυφλοπόντικα
Μαζί χωμένους στα στενά τους δρόμους
του σκληρού ασπάλακα και του τερμίτη

Ο ήλιος βλέπει όλους τους δρόμους
που τρέχει ανυπόμονη η καταστροφή
κ’ εκεί π’ ακούγεται οργισμένη η έκρηξη
όλοι ή κανένας όλοι ή κανένας όλοι

Ο ήλιος βλέπει από πολύ κοντά πολύ
τεράστιες πολιτείες κι άγρια δάση
τα παραμορφωμένα πρόσωπα της αγωνίας τους
ένοχο τον αέρα που φυσάει σε πόλεμο
και διεφθαρμένα τα μεγάλα όνειρα

Ο ήλιος βλέπει με κάτι άγρια μάτια πάλι
τα μάτια εκείνων που ακόμη δε χορταίνουν
που δε χορτάσαν την ελπίδα την ειρήνη…

Βλέπει ο ήλιος πριν βουτηχτεί στη δύση του
τα μαύρα φτερωτά ποντίκια των συνοικιών-
όλα σ’ ετοιμασία όλα σ’ ετοιμασία όλα…

Αμέτρητες οργές μες στην ψυχή θα βλέπει
Ο ήλιος που κι αυτή τη νύχτα ακόμη βλέπει!

*Από τη συλλογή “Τρεις επικίνδυνες ενότητες με θέμα τον ήλιο” (1958).

Ουμπέρτο Σάμπα, Βράδυ του Φλεβάρη

1

Βγαίνει το φεγγάρι.
Στη λεωφόρο είναι ακόμα
μέρα, ένα βράδυ που πέφτει γοργά.
Αδιάφορη νεολαία αγκαλιάζεται σφιχτά·
εκτρέπεται σε ευτελείς στόχους.
Κι είναι η σκέψη
του θανάτου που, στο τέλος, σε βοηθάει να ζήσεις.

*Μετάφραση: Κάρολος Τσίζεκ

Τάσος Δενέγρης, Δύο ποιήματα

e110115_1

Πικρή διαπίστωση

Μέσα σ’ αυτό το μαρτύριο
Σφυρηλατούνται
Ολοι εκείνοι που πρόκειται
Να ξεπεράσουν το φόβο
Και να κοιτάξουν τον κόσμο
Από ψηλά
Αυτόν τον ίδιο
Που ταυτοχρόνως
Βρίσκονται μέσα του και παραδέρνουν.

*Από το http://vassilisrouvalis.blogspot.com

Έξω απ’ τα δόντια

Ο ξένος είναι πάντα ξένος
Μην το ξεχνάς
Κι αυτόν
Που σήμερα φιλία κιόλας κέρδισε
Πουλώντας σου φριχτές κοινοτυπίες
Για τον καιρό, για το κρασί
Την ομορφιά του τόπου

Κράτα τον σε απόσταση
Μην πέφτεις στην παγίδα
Όσο κι αν σου φάνηκε
Καλών προθέσεων, προσιτός.
Μην το ξεχνάς
Στο χαρτοφύλακά του
Μπορεί και να σου κουβαλά
Μακέτα φυλακής μ’ ανεμιστήρες.

6 Απριλίου 1976

*Από τη συλλογή “Θειάφι και αποθέωση” (1982) http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=36116.0#ixzz28mGxSSZW

Κ.Π. Καβάφης, Τρώες

136cf1f1fc35e1a36c9f28a08fb6ed57

Είν’ η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων·
είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε· κομμάτι
παίρνουμ’επάνω μας· κι αρχίζουμε
νάχουμε θάρρος και καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.
Ο Aχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας
βγαίνει και με φωνές μεγάλες μάς τρομάζει.—

Είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη
θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.

Aλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη κι η απόφασίς μας χάνονται·
ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει·
κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.
Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ’ αισθήματα.
Πικρά για μας ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.

*Από τα «Ποιήματα 1897-1933», εκδ. Ίκαρος 1984.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Θάλασσα της Ελσινόρης

559636_181752538611829_100003312522112_276985_1418114504_n

Αυτή την αγωνία την ένιωσα, όσο και σεις
σαν τη βροχή που αφήνει ρωγμές μες στη θάλασσα
καθώς ρωτούσα σκύβοντας πάνω στην Ελσινόρη —
ακίνητη μες στο βυθό, μ’ ολόφωτα τα χέρια
αγκάλιαζε τ’ αγόρια της με τόση τρυφερότητα
που δύσκολα υποφέρω

Κι όταν ο ήλιος πνίγηκε ακινητώντας τα νερά
φώναξα τόσο δυνατά που η καρδιά μου
ξεπήδησε σαν τα κεριά που ανάβουνε στις κάμαρες
στη ρημαγμένη Κοπεγχάγη — Χόλγκεν, έλα να πέσουμε
βαθιά στη θάλασσα δεν έχει απόκριση

Χόλγκεν, τι να τα κάνω τα κεριά
δίχως ούτ’ ένα θεατή, σ’ ένα σχεδόν ερειπωμένο κόσμο

*Από το βιβλίο “Ο δύσκολος θάνατος” – συλλογή “Ο θάνατος του Μύρωνα”, Εκδόσεις: Νεφέλη, 2007.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Το κορίτσι και ο ταύρος

Σκοτάδι_εξώφυλλο

Ο ταύρος τρέχει.
Το δάχτυλα του κοριτσιού πονάνε
μα δεν αφήνουν τα κέρατα.

Το κορίτσι κρέμεται από τον ταύρο.
Οι παλάμες της στα κέρατα
το πρόσωπο της στο πρόσωπο του ταύρου
τα πόδια της μόλις που γλιτώνουν τα τρομερά του πόδια.

Πάνω από τον ταύρο, χείλη.
Τα χείλη του αγοριού.
Το αγόρι καβαλάει τον ταύρο˙
το αγόρι έχει σκύψει
τα χείλια του σχεδόν ακουμπάνε το μέτωπο του κοριτσιού.
Σχεδόν.

Το κορίτσι τεντώνει τον λαιμό του˙ τα δάχτυλα της πονάνε περισσότερο
-ας είναι.
Φτάνει τα χείλη του.
Ο ταύρος χάνεται.

Τώρα το κορίτσι μονάχα
και το αγόρι.

Και τώρα το κορίτσι φιλάει το αγόρι με περισσότερο πάθος
απ’ αυτό που έδειξε σαν προσπαθούσε να κρατηθεί
όχι, δεν φιλάει μόνο τα χείλη αλλά και τα μάγουλα, τα κλειστά του μάτια
κάθε εκατοστό του προσώπου του.

Το κορίτσι είναι ευγνώμων για κάθε εκατοστό του αγοριού
κι αυτό είναι κάτι που κανένας ταύρος δεν μπορεί να νικήσει.

Ένα ταξίδι στο μυαλό ενός αινιγματικού πρωταγωνιστή. 

Το ΣΚΟΤΑΔΙ είναι η ιστορία ενός αφηγητή ο οποίος έρχεται αντιμέτωπος με το πιο ένοχο μυστικό του κι επιλέγει να γίνει κάποιος άλλος. Εναλλάσσοντας μεταξύ πρόζας, ποίησης κι αφορισμών, ακολουθούμε τη φωνή του και την πορεία της μεταμόρφωσης του μέσα από αληθινά γεγονότα και ψευδαισθήσεις, ενώ προσπαθούμε να κατανοήσουμε ποιος (ή τι) πραγματικά είναι.

*Το ποίημα είναι από την ποιητική συλλογή του Αλέξη Αντωνόπυολου “Σκοτάδι”, που αναμενεται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Ars Poetica.

Παναγιώτης Ξενάκης, Όρφνη

cover

Από το λογοτεχνικό – δημοσιογραφικό βιβλίο: «Δίδυμοι Πύργοι – Ήμουν κι εγώ εκεί!» (Απόσπασμα από τη σκηνή όπου ο ήρωας βλέπει μπροστά του τον Θάνατο)

…Που είναι το υπόλοιπο πρόσωπο σου;;.. Πω-π-πως είσ’ έτσι; Με τι μοιάζεις;..
…γιατί δε μιλάς;.. πες κάτι…γιατί μόνο με κοιτάζεις;..
γιατί δεν έχεις βλέφαρα και κόρες;..
σαν πελώρια, μαύρα μαργαριτάρια είναι…
δυο σκοτεινές, αορίζοντες θάλασσες
μελανό ροδόβαμμα και μπλάβοι αντήλιοι σε νεφέλες,
φέγγουν στα κρύσταλλα των πνιγηρών πελάγων
άγριοι άνεμοι σαν γοερές οιμωγές πνιγμένων,
σηκώνουν ερεβεννά κύματα που φαρφουρίζουν και χάνονται
κρύο, βροχή κι αέρηδες και βύθη που ξερνιούνται
και χωνεύονται
σκούρα βραχώδη περιγιάλια βαθύχροου κάλλους
μ’ έναν σαπρό κονιορτό στην ακροθαλασσιά
και μαβιά αρμυρίκια
κρωγμοί κουρούνας και σκελετωμένων γλάρων
που αναφτερουγιάζουν και πετούν
Σκοτερός μόλος και μουράγιο με καΐκια φορτωμένα
που κουνιούνται
και οι πρυμάτσες τους έτοιμες να σπάσουν
τα νερά σκάνε μανιασμένα, υψώνονται θεόρατα
και ραπίζουν την προβλήτα
ανάμεσα σ’ αφρούς, πέτρες, φύκια ξερά και σταγόνων νέφη,
δάδες δοξασμών και θρήνων
προσδοκούν τη μυσταγωγία του τέλους
στα φρύδια των μελάγχροων γιαλών
στέκονται ανήμποροι οι πρωτόμπαρκοι θαλασσοπόροι
μπροστά στον ολοφυρμό της υπέρτατης στιγμής,
με τις κακουχίες πίσω τους να τους ρίχνουν στο κατάστρωμα
και το γλιτωμό μακρόθεν
χολεριασμένο να χτυπιέται
μες στη ραγδαία νεροποντή φωτίζονται
τα έντρομα πρόσωπα τους, καθώς κοιτάζουν
την πυρπολημένη τριήρη της Ζωής που φλέγεται
Τρίτωνες κρατώντας τρίαινες
αναγγέλλουν με το κέρας τους
το σαλπάρισμα στο ειδυλλιακό μελάνωμα της σωτηρίας
από το άραχλο παρόν και το μπουγάζι του φόβου
Εδώ που βρίσκουν το κύρος της δικαίωσης οι Κασσάνδρες
και πάντα νύκτωρ,
στέκομαι μετέωρος στο λεπτό και ξεφτισμένο γνέμα
μιας μαύρης ελπίδας
καθώς το άγριο ημίφως του σύθαμπου χάνεται στην όρφνη
και οι Άρπυιες οργιάζουν,
σάπια ρίγη με διατρέχουν νοιώθοντας την υγρασία
και την αλμύρα σου απέθαντε
…Μου δείχνεις τους ωκεανούς του σκότους,
ωστόσο είμαι σίγουρος πως κρύβουν φως πιο πέρα
…πολύ φως…

Βέλιμιρ Χλέμπνικωφ, Ποιήματα

d5868bb077d0e8080304b0fddf92b0c1

Αγαπημένη πόλη,
Γριούλα λίγο είσαι
Που κάθισε στην κούτα
Για να γευματίσει.
Άνοιξε το μαντήλι της —δεν είναι απλό μαντήλι:
Μαύρα πουλιά πετούν παντού ως το δείλι.
(1909)

Από το σάκο
Πράγματα έπεσαν σκορπισμένα.
Και νομίζω
Ότι ο κόσμος όλος
Είναι μια γκριμάτσα
Που τρεμοπαίζει
Στα χείλη του κρεμασμένου.
(1908)

Όταν πεθαίνουν τα άλογα — ανασαίνουν,
Όταν πεθαίνουν τα χόρτα — μαραίνονται,
Όταν πεθαίνουν οι ήλιοι — τότε σβήνουν,
Όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι — λένε τραγούδια,
(1912)

Χρόνια, άνθρωποι και έθνη
Φεύγουν δίχως γυρισμό
Σαν τρεχούμενο νερό.
Και στης φύσης τον καθρέφτη
Δίχτυ τ’ άστρα, ψάρια εμείς,
Θεοί σκοτεινές σκιές.
(1915)

Το όνειρο του μάγκα

Γιατί λύγισα
Το σώμα και το φτερό
Της τσαχπίνας που πετούσε;
Όλο το χωριό
Πάνω στον τάφο της θρηνούσε.
(1911)

Οι κόρες αυτές που βαδίζουν
Με τις μπότες των μαύρων ματιών
Πάνω στα λουλούδια της καρδιάς μου.
Οι κόρες που κατέβασαν τα δόρατα
Στις λίμνες των βλεφαρίδων τους.
Οι κόρες που πλένουν τα πόδια τους
Στη λίμνη από τα λόγια μου.
(1921)

Οι ελέφαντες χτυπούσαν με τους κυνόδοντες έτσι
Ώστε να μοιάζουν με άσπρη πέτρα
Κάτω από το χέρι του καλλιτέχνη.
Οι τάρανδες έμπλεκαν τα κέρατά τους έτσι
Ώστε να μοιάζει ένας αρχέγονος γάμος να τους
συνδέει
Με αμοιβαία ρομάντζα και αμοιβαία απιστία.
Οι ποταμοί εισέρχονταν στη θάλασσα έτσι
Ώστε να μοιάζει το χέρι του ενός να σφίγγει το
λαιμό του άλλου.
(1910-1911)

Πα-Άνθρωποι

Ένα πουλί ποθώντας τα όψη
Πετάει στον ουρανό,
Μια δεσποινίδα ποθώντας τα ύψη
Φοράει ψηλά τακούνια.
Όταν εγώ δεν έχω παπούτσια
Πάω στην αγορά και τα αγοράζω.
Όταν κάποιος δεν έχει μύτη
Αγοράζει κερί.
Όταν ένας λαός δεν έχει ψυχή
Πάει στον διπλανό
Και την αποκτά επί πληρωμή—
Εκείνος, ο δίχως ψυχή!

Ούτε οι εύθραυστες σκιές της Ιαπωνίας
Ούτε οι γλυκόφωνες της Ινδίας θυγατέρες
Δεν ηχούν με τη φωνή της κηδείας
Όσο τα λόγια της στερνής εσπέρας.
Πριν το θάνατο η ζωή θα ξαναπεράσει
Αλλόκοτα, γοργά —και έχει φύγει.
Και ο κανόνας αυτός είναι η βάση
Για το χορό που στήνουν ο θάνατος κι η τύχη.

*Επιλογή και μετάφραση από τη ρωσική: Ξένια Καλαΐτζίδου

**Αναδημοσίευση από το περιοδικό Ένεκεν», τεύχος Απριλίου-Ιουνίου 2012.

Τάσος Πολίτης, Tα καλύτερα ποιήματα δεν γράφτηκαν ποτέ

558852_438484859536853_815282124_n

Tα καλύτερα ποιήματα
δεν γράφτηκαν ποτέ.
Πληγές στο κορμί της Ανίας
σε γυμνές στάσεις λεωφορείων
που δεν καταγράφηκαν ποτέ.
Πληγές που βρωμάνε ένα
αυτο(;)επιβεβλημένο αίσθημα ντροπής.
Πληγές που στη σήψη τους,
ένα χαιρέκακο γέλιο από ψηλά με εξαγριώνει.

Γιατί οι άνθρωποι, αποφεύγουν τους ποιητές.
Γιατί οι άνθρωποι, αποφεύγουν τους ανθρώπους.

9/5/2013

*Αναδημοσίευση από το http://libpoema.espivblogs.net/2013/05/09/118/

Γκιγιώμ Απολλιναίρ, Αποχαιρετισμός

602800_483353118385831_1394341787_n

Ένα κλωνάρι από ρεικιά στο χέρι μου ριγεί
Να το θυμάσαι το φθινόπωρο το πεθαμένο
Δε θα ξαναϊδωθούμε πια ποτέ σ’ αυτή τη γη
Πικρή ευωδιά της εποχής κλωνάρι της ρεικιάς
Και να θυμάσαι πως εγώ σε περιμένω

*Μετάφραση: Γιώργος Γεραλής.