Των ακατέργαστων διαμαντιών η μητέρα,
το πάει για ύπνο.
Ασβεστωμένη γειτονιά για τον Τρανταχτό.
Στην υγειά και στη μνήμη των αγριμιών που καλπάζουνε,
σε κήπους περιφραγμένους!
Τα παιδιά, οι έφηβοι, εκεί…
Σοβαροί όλοι, λίγο σφιγμένοι.
Ένας ξεμάκρυνε για ν’ αυνανιστεί στα χόρτα:
Η σπονδή του.
Από το ξενοδοχείο το τρανταχτό καμάρι
μίλησε στη μάνα του, παραπονέθηκε:
«Με βάζουν να τρώω όλο μου το πρωινό.
Χάνω τη μέρα, έτσι».
Μετά, η μητέρα των ακατέργαστων διαμαντιών
έκατσε στη θέση της μάνας του.
Όταν πάει ταξίδι αγαπημένος,
πονάει το φευγιό…
Δεν προσκυνήθηκε ποτέ από κάποιον.
Τον βλέπαν έτσι, «Τρανταχτέ» λέγαν.
Οι κοπέλες της γειτονιάς στη σειρά
βαμμένες σαν πουτάνες όλες και σιωπηλές.
Τόσος σεβασμός:
«Έτσι, δεν θα τον ερεθίζαμε ποτέ».
Μετά κατέβηκε ένα κόκκινο μπαλόνι και των ακατέργαστων διαμαντιών η
μητέρα
το κατάπιε.
Μετά απογειώθηκε. Μέσα της, πολύς αέρας βλέπεις.
Πετάει τώρα από πάνω μας.
Πάνω απ’ τη πλατεία μας. Όχι την εκκλησία.
Κρατάει κάτι.
Είναι και πολύ ψηλά για να δεις.
Ο καπετάνιος που ’ρθε καθυστερημένος, το βλέπει:
«Είναι λίγο δενδρολίβανο, ένα παντελόνι, ένα γιλεκάκι»
Μετά, ένας φαλακρός, μόνος μέσα στο σπίτι του
θα ρίξει μια στροφή ζεϊμπέκικο:
«του Μικρού».
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Elisabeth Hames-Brooks, Αδελφές στην ποίηση
Ειρηνικές αντανακλάσεις σε μια γωνία από γυαλί,
ποιήτριες, αναγνώστριες και μεταφράστριες,
μοιράζονται τα νήματα της ζωής με το δικό τους τρόπο,
για την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας.
Με την αρχική αναγνώριση των Wurundjeri*,
των προγονικών τους τελετών και μυήσεων,
για να δοθεί έμφαση στα γυναικεία επιτεύγματα,
από το συνηθισμένο στο καταπληκτικό,
φωνές μεταξύ των εθνών.
Έξω από τη συνάθροιση γκρι σύννεφα,
και ξαφνικά ντεσιμπέλ έρχονται από τον ουρανό,
αμέσως μετά την απόδοση λέξεων και ήχων,
ώρες-ώρες σε αναπαράσταση,
παρήγοροι,
αναδύοντας έμπνευση
και αναδεικνύοντας μεμονωμένα στυλ
– του χορού τους σε ελεύθερη κίνηση.
*Φυλή ιθαγενών της Αυστραλίας.
**Ποίημα που διαβάστηκε στην εκδήλωση Poetry@fedsquare στις 16 Μάρτη 2013, στη Μελβούρνη, με την ευκαιρία της Διεθνούς Μέρας της Γυναίκας, στην οποία συμμετείχαν με ποιήματά τους και οι ποιήτριες Emilie Collyer, Susan Fealy, Susan Hawthorne, Ruth Sancho Huerga, jeltje, Rumi Komonz, Rebecca Kylie Law and Wahibe Moussa. Διάβασαν οι Swati Baindur, Patrizia Burley, Sri Dean και οι εγγονές της Loula S. Rodopoulos (Ελληνοαυστραλή ποιήτρια και πανεπιστημιακός που μας άφησε νωρίτερα αυτό το χρόνο), σε συντονισμό Lella Cariddi.
***Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
George Mouratidis, Borders
this poem is not available now at Borders, Dymocks, and all good book retailers
it will not be clicked on and added to a cart
it will not be rolled in pop culture puns and leap out of a DIY hipster zine
to be enjoyed ironically
this poem will not be seen or heard anywhere else
this poem does not listen
it does not nod or shake or bow its head
this poem has no preambles or disclaimers
this poem promises nothing and delivers even less
it has no expectations or disappointments
this poem makes no excuses and apologies and gives no explanations
there is no reason for, or in, this poem
this poem proposes nothing
this poem gives no answers and offers no solutions
not even one
it has its own questions and problems to deal with
this poem does not see anything beyond the borders of the page upon which it rests comfortably fat and happy
it always has a dreamless sleep
this poem has no hope
this poem cannot does not will not make a difference to anyone or anything
this poem cannot foretell the future or remember the past
this poem does not bear witness it
does not bare anything
it illuminates nothing you don’t already know
this poem is of no concern or consequence
this poem is ambiguous, ambivalent and ambidextrous
this poem is not a sore thumb or a chameleon
this poem speaks no truths and tells no lies
this poem does not build castles in the sky or deconstructs them
this poem is apolitical, atheist, apathetic and anonymous
it cares as much about you as you do about it
this poem is just as frightened of you as you are of it
do not poke this poem or give it peanuts
this poem is not a cosmic vision or a practical strategy
this poem is insoluble and insolvent
this poem is not financially viable and has filed for bankruptcy
this poem is a gamble and plays Russian roulette with six empty chambers
this poem is not cool in any way shape or form
it does not have a lopsided fringe
it does not wear chunky modernist jewelry
it is not gluten free, free range, organic and out of your price range
it does not hang from a dreamcatcher in a New Age boutique
this poem is a geodesic dome made from old raincoats with cigarette burns
this poem is not an anarchist an antichrist a deity or a delicate genius
this poem has no real talent or potential
this poem will get to you in a minute, sir or madam
this poem no spik inglis
αυτο το ποιημα δεν βολευεται με λιγοτερο ουρανο
αυτο το ποιημα δεν βολευεται κατο απ’ τα ξενα ποιηματα
this poem WILL NOT translate itself
this poem WILL NOT make itself palatable
this poem contains NO consumable images
it is not a local delicacy or of an acquired taste
this poem has no audience or niche market
this poem IS NOT delightfully quaint, folksy, exotic or authentic
this poem is not a racist, BUT…
this poem is stubborn as a mule and dumb as an ass
this poem is not an alternative
this poem does not own a John Cage or a Nick Cave record
it attends no curated alternative music festivals
it is neither a mod nor a rocker
this poem fails at succeeding and succeeds at failing
this poem is a hazy hypocrite and a crumbling contradiction
this poem is not a kaleidoscope, a telescope or a stethoscope
this poem does not stand inside the heart’s furnace or outside in the cold of collapsing inevitability
it is not an act of desperation or a bourgeois indulgence
it doth NOT protest too much nor have a smug smirk of self-righteous satisfaction
this poem does not lurk neath the surface of a painting coloured by numbers
this poem does not emote
this poem is not a Buddhist, a Communist, or a Surrealist
it has no poetics, aesthetic or philosophy to compromise
or harp on about at parties
it stands by itself next to the hummus and avoids talking to as many people as possible this poem is not a joke or a suicide note
there is no wisdom in this poem
this poem’s inkblot is an exploding bug zapper
scattering its flaming comet-tailed larvae across the other side of a summer night
this poem is not countercultural, counter-revolutionary or counterclockwise
this poem is written with a borrowed pen and lives on borrowed time
this poem is old swallowed chewing gum stuck to your intestinal wall
this poem steals a few moments from your life and replaces them with unspeakable lines
this poem owes you nothing and comes with no receipt
this poem will go back to not living the very moment you stop
this poem is a hiccup in the mind’s heart
this poem will not tweet a parting shot and refuses to be read its last rites
this poem is killed by the flailing limbs of disembodied time
/ PAB 31st July 2010
*George Mouratidis is a Melbourne poet of Greek origin and the author of an extensive introduction to On the Road: The Original Scroll by Jack Kerouac. He is teaching Mass Media and Communication at RMIT and doing his PhD at Melbourne Univerisity on the subject of beat generation of poets in USA in ‘50s and ‘60s. He is also the organiser and curator of a monthly poetry event (every first Friday of the month) in Red Whilbarrow bookshop in Brunswick.
Γιώργος Σαραντάρης, Ο άνεμος μας φορτώνει
Ο άνεμος μας φορτώνει με παλαιά αμαρτήματα
Και μας διώχνει εδώ κι εκεί στο βρόντο
Δεν μπορώ να πονέσω πια
Να πονέσω μαζί σου
Για να σηκώσω τη φρίκη
Όπου δεν ξέρω αν φταίω
Ποια μητριά μάς καμαρώνει;
Τραγούδια μπόλικα
Σωπαίνουν μέσα μου
Κι είμαι σαν κτήνος
Όταν δεν αγαπώ
Τραγούδια αδιάντροπα
Που χάσανε το σώμα
Βγαίνουν παντού και σπείρουνε
Ζιζάνια
Μελάτα λόγια
Κόσμος φτηνός
Ζούμε με σας
Τρεφόμαστε
Με το δικό σας χνούδι
Και παραπαίουμε
Γλιστρώντας πάνω στο δάπεδο
Κάτω από αόρατη στέγη.
Άρης Αλεξάνδρου, Τρία ποιήματα
ΠΡΟΑΓΩΓΗ
Όλα ήταν έξοχα χτες βράδυ τόσο που κρυσταλλώθηκε η θάλασσα στους βράχους
κ’ έγινε αλάτι
τόσο που κρυσταλλώθηκαν τα σύννεφα ψηλά στον ουρανό
κ’ έγιναν αστέρια
τόσο που κρυσταλλώθηκε δω κάτω η σιωπή μας
κ’ έγινε φιλί.
Όλα ήταν έξοχα χτες βράδυ
μόνο που ήρθαν ίσως με κάποια καθυστέρηση
όπως φτάνει στον πεσόντα
η διαταγή προαγωγής του σε υποδεκανέα.
ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ
Τα σύννεφα διαβαίνουν χαμηλά
τόσο που κ’ ένα κάγκελο νάτανε σπασμένο
θα μπορούσες να άπλωνες το χέρι και ν’ αγγίξεις
τη διαβατική
θηλύτητά τους.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ
Φίλε ή αντίπαλε μην τ’ αναγγείλεις πουθενά.
Δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος
*Από τα “Ποιήματα (1941-1974)” εκδόσεις Καστανιώτη.
Όσκαρ Ουάιλντ, Η μπαλάντα της φυλακής του Ρέντιγκ (απόσπασμα)
Μα κι ο καθείς σκοτώνει ό,τι αγαπάει,
και πρέπει αυτό απ’όλους ν’ακουστεί.
Άλλοι με κολακεία σε σκοτώνουν
Κι άλλοι με ματιά φαρμακερή
Μ’ένα φιλί σκοτώνουν οι δειλοί,
Κι οι γενναίοι άνδρες με σπαθί.
Νέοι σκοτώνουν άλλοι την αγάπη τους
Κι άλλοι σαν γενούνε γέροι.
Με χέρι Λαγνείας άλλοι τήνε πνίγουνε
Κι άλλοι με Πλούτου χέρι
Κι επειδή πιο γρήγορα παγώνει έτσι το κορμί,
Οι πονόψυχοι σκοτώνουν με μαχαίρι.
Άλλοι για λίγο ερωτεύονται κι άλλοι για πολύ.
Άλλοι τον Έρωτα πουλάνε κι άλλοι τον αγοράζουν.
Άλλοι με βουρκωμένα μάτια τον σκοτώνουνε
Κι άλλοι βουβοί τον αφανίζουν
Κι ενώ ο καθείς σκοτώνει ό,τι αγαπάει,
Όλοι ωστόσο δεν πεθαίνουν.
…………………………………………………………………………………………..
Μαύρα μεσάνυχτα πάντα είχαμε μες στην καρδιά μας,
Και στο κελί μας μέσα αυγή,
Και τον τροχό γυρίζαμε και ξεφτίζαμε το σχοινί,
Ο καθείς στην Κόλασή του μέσα την ατομική.
Μα είναι πολύ πιο τρομερή η σιωπή
Από καμπάνας μπρούτζινης αντήχηση βροντερή.
…………………………………………………………………………………………..
Ποτέ δεν είδα άνθρωπο ν’αγναντεύει,
Με λαχτάρα τόση στη ματιά,
Αυτό που οι κατάδικοι ονομάζουν ουρανό,
Την οθόνη εκεί ψηλά τη θαλασσιά,
Και κάθε συννεφάκι που αρμενίζει
Όμοιο με πλεούμενο με ασημί πανιά.
…………………………………………………………………………………………
Δεν ξέρω αν οι νόμοι είναι άδικοι
Ούτε και δίκαιοι αν είναι ή σωστοί,
Μα κείνο που όλοι οι καταδικασμένοι το γνωρίζουνε,
Είναι πως δεν μπορούν τα τείχη να περάσουν ζωντανοί,
Και πως κάθε μέρα σαν χρόνος μοιάζει,
Χρόνος δίχως τέλος και αρχή.
Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Επίλογος
Emília Cerqueira, Poema sem palavras / Poem without words / Ποίημα χωρίς λόγια
Percorres com os teus lábios
o meu corpo
Qual poema sem palavras
Qual música muda
Qual festa sem mão
Queria reter esses momentos
Mas apenas consigo gemer
E beijar-te.
Pensar que nada é Eterno.
—–
Poem without words
Traversing with your lips
my body
What poem without words
What music changes
Which celebration without hand
I wanted to retain these moments
But I can only moan
And kiss you.
Think that nothing is eternal.
——
Ποίημα χωρίς λόγια
Διασχίζοντας με τα χείλη σου
το σώμα μου
Τι ποίημα χωρίς λόγια
Τι μουσική αλλαγές
Ποιο κόμμα χωρίς χέρι
Ήθελα να διατηρήσω αυτές τις στιγμές
Αλλά μπορώ παρά να παραπονιέμαι
Και να σε φιλώ.
Σκέψου ότι τίποτα δεν είναι αιώνιο.
*Το ποίημα αρχικά γράφτηκε στα πορτογαλικά. Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης. The poem was first written in Portuguese. Translation: Dimitris Troaditis.
Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Ἀκτή
Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος γύρισε σπίτι του ἐπιτέλους
ἄφησε τὴ μοναξιά του στὰ τραγούδια
ἄφησε τοὺς συντρόφους του σὲ μιὰ σχεδία
ἔκοψε τὰ γένια του χαμογελάει σὲ ὅλους.
Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ πιὰ οὔτε νὰ κλάψει
γιατί οἱ δικοί του εἶν’ εὐτυχεῖς ποὺ τὸν κερδίσαν πάλι
γιατί τὸ κύμα ποὺ ’ρθε κι ἔφυγε παίρνοντας τόση ζωὴ
αὐτὸν τὸ γιὸ τὸν ἀκριβὸ τὸν ξέρασε πίσω στ’ ἀκρογιάλι.
Ἐδῶ μεγάλωσε καὶ πέθανε σ’ αὐτὰ τὰ μέρη
κοντὰ στὴ μάνα του καὶ τὸν πατέρα του ἔχασε τὴν ψυχή του
ἐδῶ δίπλα στὴ θάλασσα τὸν σάπισε τὸ καλοκαίρι
κι ἡ ἄμμος ἤπιε τὴ φωνή του.
Γιάννης Σκαρίμπας, Ουλαλούμ…
Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ’ τα νερά
κι από τα δάσα.
Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
και νειό φεγγάρι
…Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:…
Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το “μπά”
που μ’ έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και – τάχας – σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη…
Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο – ωιμένα –
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.Τόσο πολύ σ’ αγάπησα Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα γω – στραβός – μεσ’ τα νερά;
κι εσύ κοντά μου…
*Το ποίημα αυτό έχει μελοποιηθεί από τον Νικόλα Άσιμο και μπορείτε να το ακούσετε εδώ http://www.youtube.com/watch?v=_7a24TRbn30









