Ποιήματα
ὄχι θαρραλέα
ἀλλὰ γλυκύτητα
ἀπόλαυση στ’ αὐτὶ
μιὰ φωνὴ προβάτου ὀλολύζει
πέρα φεύγει πέρα
σβησμένος πυρσός.
*Από το Georges Bataille, “The collected poems of Georges Bataille”.
Πατρίδα του μακριά, χάρτη,
χάρτη του ποτέ.
Γιατί το χθες είναι ποτέ
και το αύριο αύριο.
Φυλάγω μια μυρωδιά τριφυλλιού,
ένα δρόμο με δέντρα,
ένα μέτρημα με τα χέρια,
Ένα φως πάνω από το ποτάμι.
Πατρίδα, γράμματα που φεύγουν
κι άλλα που επιστρέφουν,
πουλιά από χαρτί
που ίπτανται πάνω από το χάρτη.
Γιατί το χθες είναι ποτέ
Και το αύριο αύριο.
La patria
Patria de lejos, mapa,
mapa de nunca.
Porque el ayer es nunca
y el mañana mañana.
Guardo un olor de trebol,
una calle con arboles,
un recuento de manos,
una luz sobre el rio.
Patria, cartas que legan
y otras que vuelven,
pajaros de papel
sobre el mapa volando.
Porque el ayer es nunca
y el mañana mañana.
*Το ποίημα αυτό του Κορτάσαρ βρέθηκε στο περιοδικό ποίησης Τεφλόν. Για όσους ενδιαφέρονται για μια άλλη ματιά στα πράγματα η διεύθυνση είναι http://teflon.wordpress.com/
Μέσα σε μια νύχτα
πήρα τον τίτλο του άστεγου.
Χάθηκα μέσα στην ομίχλη των στεναγμών.
Ξύπνησα κι ένας εφιάλτης ζωντάνεψε.
Το αντίτιμο της κρίσης πληρώθηκε.
Φόρος αίματος το δικό μου σπίτι.
Στο σαλεμένο μου μυαλό
όλος ο κόσμος
ένα παγκάκι και δέκα μέτρα γη.
Παγωμένα τα χέρια,
λιγοστή η ανάσα,
πετρωμένο το βλέμμα.
Αρκεί το κουράγιο των φίλων να ζεστάνει την ψυχή;
Κάποτε είχα ένα σπίτι.
Στους τοίχους
είχα ζωγραφίσει μικρές και μεγάλες στιγμές ευτυχίας.
Τώρα οι τοίχοι έχουν ραγίσει.
Η εξώπορτα σφραγίστηκε.
Τα όνειρα έγιναν θρύψαλα.
Κι εγώ πνίγομαι σ’ έναν ωκεανό οργής κι απόγνωσης.
Όμως, δεν είμαι μόνος στην «άστεγη πραγματικότητα».
Εδώ είναι όλοι «υποψήφιοι» για τον τίτλο του άστεγου.
*Απόσπασμα από την ποιητική συλλογή “Άστεγη πραγματικότητα” – Βραβείο Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Περιοδικού “Κελαινώ” 2013.
χάραζε
την ώρα που μια σκέψη
έσκαβε την ερημιά
μέχρι τα έγκατα της απόγνωσης
και η ανησυχία τυλιγόταν στο κορμί του
όπως το χέρι του μικρού στους ρόζους
της αιώνιας παλάμης
πριν βγει ο ήλιος
πήγε κι ακούμπησε
στην πλάτη μιας ανάμνησης
συντόνισε την ανάσα του με το σφυγμό της
κι έγειρε στα γόνατά της
αν έχτιζαν μια πόλη στο στήθος του
θα έβρισκε την αφορμή
μ’ ένα σιωπηλό σεισμό
σκόνη να την κάμει
κι ύστερα να μαζεύει
από τα συντρίμμια
τα αιώνια σχέδια
και τις τριμμένες προσδοκίες
21.12.13
*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης πάρθηκαν από τη σελίδα του Ελ. Βγενόπουλου στο facebook.
Το ιστιοπλόο
του χρόνου του,
χάρτινο,
στις θάλασσες της φαντασίας του
και η καταιγίδα
να δακρύζει τις λέξεις της,
τύπωνε στο κουρασμένο
σκαρί του,
τον αφανισμό του
τότε κατάλαβε:
o κόσμος του ήταν επίπεδος,
ένα φύλλο,
μαραμένο,
να επιπλέει τους στίχους,
η σιωπή,
σε μια σταγόνα
να συγκρατεί την αξιοπρέπεια
και ήχοι
από τα λημέρια
του χθες:
κρότοι υποκρισίας
να διαλύουν
τη νεογέννητη πόλη,
ο γκρεμός,
ήταν απρόσκλητος στην ανοησία,
η αιθέρια χλωμάδα
της πτώσης
και σκόνταψε
και κοιτούσε
το κάδρο στην άκρη των μυστικών του:
η θαλασσοταραχή
και τα πρόσωπα,
να τα παρασύρει
η άβυσσος: παντοτινά,
έμειναν μόνο ταχυδρομικές θυρίδες,
να γελούν
αδιάφορες
και η αφρόκρεμα
των αγνώστων
να έχουν αρπάξει
τα κλειδιά•
AlexMil
21-12-2013
Θα δεις,
θα ‘ρθουν όμορφες μέρες.
Οι πόλεις μας θα έχουν χρώματα και φως,
και δεν θα τρέχουμε στην εξοχή,
τη βροχή για να μυρίσουμε.
Κάθε σπίτι κι ένας κήπος,
κάθε σκεπή και μια φωλιά χελιδονιών,
και με χαμόγελα θα χαιρετίζουμε
της άνοιξης τους αγγελιοφόρους.
Η ζωή,
θα τρέχει απλόχερα παντού.
Θα περπατάς με βλέφαρα κλειστά
και τιτιβίσματα θα ναι η μουσική σου.
Σε γάργαρα νερά
και δροσερές πήγες
θα ξαποσταίνεις,
κάτω απ’ τις αγκαλιές των πλατανιών.
Μα τη μεγάλη διαφορά,
στους ανθρώπους θα την βρεις.
Τα παιδιά,
σχολείο θα πηγαίνουν με χαμόγελο,
κι οι ζωγραφιές,
θα παριστούν λουλούδια κι αηδόνια,
ωκεανούς και γλαρούς.
Θα σβήσει το κακό,
δόλος και πονηρία
απ’ το λεξικό θα πεταχτούν,
μα πάνω απ’ όλα από τις πράξεις.
Κι αν χρειαστείς βοήθεια,
απλόχερα θα προσφερθεί,
χωρίς αντίτιμο και οίκτο,
έτσι απλά,
από αγάπη.
Γι’ αυτό μη θλίβεσαι,
στην τρικυμία των καιρών,
στης εποχής το γκρίζο.
Θα τον αλλάξουμε τον κόσμο,
χαμογέλα και θα δεις.
Απόπειρα μετάφρασης του ύμνου των Μαχνοβιτών στα Ελληνικά. Για να διατηρηθεί κάποιο μέτρο και ομοιοκαταληξία η μετάφραση έγινε αρκετά ελεύθερα (το νόημα παραμένει). Οποιος γαλλομαθής σύντροφος θέλει ας προσπαθήσει το αποδώσει λίγο καλύτερα (ακούγοντας τον ύμνο).
Μαχνοβτσίνα, Μαχνοβτσίνα
Μαύρα λάβαρα βαμμένα
Μαύρα είναι από τον πόνο
Κόκκινα είναι από το αίμα
Στα βουνά από τα χιόνια
Απ’ τον αέρα στις πεδιάδες
Απ’ την Ουκρανία όλη
ξεφυτρώνουν οι αντάρτες
Ο Λένιν μας έδωσε στους Γερμανούς
Την εποχή που η φύση ανθίζει
Το φθινόπωρο η Μαχνοβτσίνα
στον αέρα τους σκορπίζει
Του Ντένικιν οι Λευκορώσοι
στην Ουκρανία τραγουδούν
γρήγορα οι Μαχνοβίτες
στον αέρα τους σκορπούν.
Μαχνοβτσίνα, Μαχνοβτσίνα
μαύρος στρατός των ανταρτών
μάχεται στην Ουκρανία
στρατούς Κόκκινων-Λευκών
Μαχνοβτσίνα, Μαχνοβτσίνα
μαύρος στρατός των ανταρτών
που ‘διωξε απ’ την Ουκρανία
τους τυρράνους των λαών.
*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο της Ειρήνης Παππά στη διεύθυνση http://eirinipappa.blogspot.com
αν αυτές οι απολήξεις στους ώμους μου
είναι φτερούγες ή σκοινιά
την τελευταία φορά που αιωρήθηκα
ένιωσα ένα τράνταγμα παράξενο
σα μαριονέτα που ξαφνικά
δραπέτευε από το ρόλο της
θυμάμαι όμως καλά πως κάποτε υπήρξα
μικρός κορυδαλλός
σύχναζα σε οργωμένα χωράφια
έπαιζα με τα σκιάχτρα
συνομιλούσα με τα χελιδόνια
πάνω στα τηλεγραφόξυλα
δεν ξέρω πια
αν η αλήθεια θρυμματίζεται
σε χιλιάδες ψέματα
αν φτερωτό υπήρξα όνειρο
ή καράβι παροπλισμένο σε λιμάνι
*Από την ποιητική συλλογή της Τζούλιας Φορτούνη “Φυσικό Αντίδοτο” (εκδ. “Μανδραγόρας”).
Τη Λίλιθ
που κυλιέται στο σκοτάδι
γυμνή και ανασαίνει
με βράγχια αμφίβιου
Άρπυια και δαίμονας και Γάτα
ξεσκίζει, καταστρέφει, καίει, διαλύει
όχι τη μαλακή πειθήνια Εύα
με το κορμί ροδάκινο
αλλά την αλλοπαρμένη, μόνη Λίληθ
που ‘χει δυο πανσέληνους στο στήθος
που κατακόκκινη γίνεται μήλο
που από καταπακτή πέφτει στην Άβυσσο
Τη Λίληθ του Κάτω Κόσμου
που γερνά
*Από την πρόσφατη ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη “Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς” (εκδ. Γαβριηλίδης)