Ραφαέλ Αλμπέρτι, Τρίτη ανάμνηση

images

…πίσω απ’ τη βεντάλια με τα χρυσά φτερά…
G. A. B.

Τα βαλς τ’ ουρανού δεν είχαν ακόμα αρραβωνιάσει
το γιασεμί και το χιόνι,
δεν είχαν οι άνεμοι συλλογιστεί την πιθανή μουσική
των μαλλιών σου,
ούτε κι ο βασιλιάς είχε προστάξει να ενταφιαστεί
σ’ ένα βιβλίο η βιολέτα.
Όχι.
Ήταν ο καιρός που ταξίδευε το χελιδόνι
χωρίς τα αρχικά μας στο ράμφος του.
Που οι καμπανέλες και οι κλιματίδες μαραίνονταν
δίχως εξώστες κι άστρα για να καρφωθούν.
Ήταν εκείνος ο καιρός
που δεν υπήρχε ένα άνθος
για να γείρει το κεφάλι του στον ώμο ενός πουλιού.

Και τότε, πίσω απ’ τη βεντάλια σου, το πρώτο μας
φεγγάρι.

*Από το “Τρεις Αναμνήσεις από τον Ουρανό”. Μετάφραση: Τάκης Σινόπουλος. Το ποίημα δημοσιεύηκε και εδώ: http://poihshkaipoihtes.blogspot.com.au/2009/12/blog-post_2503.html

Λάνγκστον Χιούζ (1902-1967), Φοβισμένοι

hugheslangston-eikona-01

Κλαίουμε
ανάμεσα στους ουρανοξύστες
όπως θρηνούσαν οι πρόγονοί μας
ανάμεσα στα φοινικόδεντρα
της Αφρικής.
Γιατί είμαστε μόνοι,
είναι νύχτα
και φοβόμαστε.

*Μετάφραση: Λ. Καραπαναγιώτης. Το ποίημα δημοσιεύτηκε και εδώ: http://lackofspacemen.blogspot.com.au/2009/09/1902-1967.html

Ανρί Μισό, Σου γράφω από έναν τόπο μακρινό

1544999_234987116679991_2040158745_n

Εδώ έχουμε, γράφει, έναν ήλιο μόνο κάθε μήνα, και
για λίγο. Τρίβουμε τα μάτια μας μέρες πρωτύτερα.
Μάταια όμως. Καιρός αδυσώπητος. Ο ήλιος
δεν έρχεται παρά στην ώρα του.
Έπειτα έχουμε ένα σωρό πράγματα να κάνουμε, όσο
βαστάει το φως, έτσι που μόλις προφταίνουμε να
κοιταχτούμε λίγο.
Εκείνο που είναι δύσκολο για μας τη νύχτα, είναι
όταν πρέπει να δουλέψεις, και πρέπει: γεννιούνται
ακατάπαυστοι νάνοι.

*Μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, σβησμένα μάτια

1560728_408763425936398_1681039761_n

όπως
κάθε βράδυ,
πρώτα
μίλησε λίγο με το σκοτάδι,
του έκοψε
και μερικές σκιές,
παχιές και θηλυκές
και τις αγκάλιασε
και μετά,
έσβησε το κοινόχρηστο φως,
με το βλέμμα του,

χάιδεψε
το γηραιό παγκάκι,
ήταν
τόσο φιλικό
και το δάκρυ που του ξέφυγε,
η μνήμη τους,
τρυφερά με το δάκτυλο,
στα χείλη του το φέρε και το σβήσε,
σκέφθηκε,
γι’ ακόμη μια φόρα,
όχι χωρίς μίσος,
όλους αυτούς,
που ‘χουν το κεφάλι,
πάνω από πλούσιους ώμους

και μετά,
έχωσε τα σιωπηρά του χέρια
στις ερειπωμένες
τσέπες του,
ζάρωσε
και τα πληγωμένα του πόδια,
στραβο-βαλμένα
στο παλιατζίδικο του κορμιού του
και κοιμήθηκε,

κι όπως
κάθε βράδυ,
η κόλαση στα όνειρά του,
τα μάτια του έψαχνε,
όμως,
τα είχε σβήσει,
θα τα ξαναζωγράφιζε την αυγή,
όπως κάθε μέρα,
με τις στάχτες,
από τις κολασμένες φωτιές
της νύχτας•

AlexMil
7-1-2014

Emília Cerqueira, Seeds of Resistance / Sementes da resistência

1558517_485138904928420_1069324053_n

Look ye
in the eyes
sunny and moonlit

Look ye
and I identify with me

Are ye the seeds of flowers
what I go savoring
In the April of all days

Emília Cerqueira, Sementes da resistência

Olho-vos nos olhos doces
ensolarados e enluarados

Olho-vos
e revejo-me

Sois as sementes das flores
Que saboreio
No Abril de todos os dias

Δημήτρης Ψαλλίδας, Στην όχθη της λιμνοθάλασσας

Mesologgi_9Medium

I

Εκεί,
στη λιμνοθάλασσα
των αναπάντητων ερωτημάτων,
πετώ ένα βοτσαλάκι,
να ταράξω
της σκέψης τα νερά,
ν’ αναδεύσω
σκόρπια γεγονότα,
συνέχεια ψάχνοντας
στην ασυνέχεια
που μας χαρακτηρίζει.

Σκέψεις
πυκνές και βαρυσήμαντες,
από το λήθαργο να βγουν
και την ανεμελιά,
να δώσουν το παρόν
όπως αρμόζει
σε δύσκολους καιρούς
γεμάτους από φάκες
και σκοτεινά αδιέξοδα.

ΙΙ

Γνωρίζω τον κίνδυνο,
σαν σπας
το νόμο της αδράνειας,
σαν ξετυλίγεις το κουβάρι
και ξεκινάς τη συγγραφή
κακοτράχαλων διαδρομών.

Φαντάσματα του παρελθόντος,
του μέλλοντος αρπαχτικά
θα συναντήσεις,
μαμη λακίσεις,
πέτα μια πέτρα αιχμηρή.
Ρίξε με δύναμη
και παρατήρησε.
Πως σβήνουν
σ’ ομόκεντρους, μικρούς
κυματισμούς,
αφήνοντας
γαλάζιο και γαλήνη,
νέους ορίζοντες και ουρανούς
να ταξιδέψεις.

Το είδωλο μονάχα
μη λαβώσεις,
σαν βρει το θάρρος να φανεί.
Κομμάτι δικό σου είναι,
σάρκα απ’ την σάρκα σου
κι ας είναι μια σκιά,
παιχνίδι του φωτός
με τα νερά.

Στα μάτια του
και στην καρδιά
κάτι από σένα κρύβει.
Στιγμές,
πρόσωπα,
αισθήματα,
χρώματα
και μουσικές
μιας κρουαζιέρας
που από χρόνια έχει συμβεί
και ξεχαστεί,
συνάμα.

Λάθη και πειρασμοί
αγκαλιασμένοι,
την κατανόηση ζητούν
και την αποδοχή,
καλώντας σε,
με σιγουριά,
το πρώτο βήμα
για τη λύτρωση να κάνεις.
Μια θέση ζητούν κι αυτά
πλάι σε άσπρα σύννεφα,
σε όνειρα και γλάρους
που κράτησες για συντροφιά
στους κύκλος της ζωής,
στη διαδρομή σου.

III

Εκεί,
στη λιμνοθάλασσα
των αναπάντητων ερωτημάτων,
πέτα ένα βοτσαλάκι,
να ταράξεις
της σκέψης τα νερά.

Μη φοβηθείς στο τι θα βρεις,
μη ξεχαστείς,
εσύ βαδίζεις στη στεριά.
Καλή αναζήτηση.

Νικανόρ Πάρρα, Παιδικά παιχνίδια

998309_10202619022061955_1014792345_n

Ένα παιδί προσγειώνεται στο καμπαναριό
της μητρόπολης
κι αρχίζει να παίζει με του ρολογιού τους δείχτες
ακουμπάει πάνω τους εμποδίζοντάς τους
να προχωρήσουν και ως δια μαγείας οι περαστικοί μένουνε πετρωμένοι
σε στάσεις όπως:
με το ‘να πόδι στον αέρα κοιτώντας προς τα πίσω σαν του Λωτ τη στήλη
ανάβοντας τσιγάρο κτλ., κτλ.
Ύστερα αρπάει τους δείχτες και τους γυρνάει
ξέφρενα
τους σταματάει ξαφνικά- τους γυροφέρνει ανάποδα
και οι περαστικοί ηλεκτρισμένοι τρέχουν- σταματούν
απότομα
υποχωρούνε με τρελή ταχύτητα
σαν τις εικόνες στις βουβές ταινίες μένουνε μετέωροι
μπρος πίσω τριποδίζουν
ή βαδίζουνε επίσημα με βήμα αργό
σ’ αντίθετη κατεύθυνση απ’ τους δείχτες.
Ένα ζευγάρι παντρεύεται- κάνει παιδιά και χωρίζει
σε κλάσματα δευτερολέπτου
τα παιδιά παντρεύονται κι αυτά- πεθαίνουν.

Στο μεταξύ το παιδί
Θεός ή όπως θέλεις πες το
Μοίρα ή μόνο Χρόνος σκυλοβαριέται
και ξαναρχίζει να πετά προς το νεκροταφείο.

*Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης

Πάμπλο Αντόνιο Κουάδρα, Η νύχτα μιας γυναίκας άγνωστης

036b13_b3919f63db025a1d4b6551398fb8760b.png_srz_315_306_85_22_0.50_1.20_0

Ρώτησε το κορίτσι τον περαστικό:
Γιατί δεν μπαίνεις; Στο τζάκι μου
είναι αναμμένη η φωτιά.

Απάντησε ο περιπλανώμενος:-Είμαι ποιητής,
θέλω τη νύχτα μόνο να γνωρίσω.

Εκείνη, τότε, έριξε στάχτες πάνω στη φωτιά
και η φωνή της στη σκιά ζύγωσε τον περαστικό:
Άγγιξέ με!-είπε- Και τη νύχτα θα γνωρίσεις.

Μίλτος Σαχτούρης, Το ψωμί

cf88cf89cebcceaf-cf86cf84cf89cf87cf8ccf82

Ἕνα τεράστιο καρβέλι, μιὰ πελώρια φραντζόλα ζεστὸ ψωμί,

εἶχε πέσει στὸ δρόμο ἀπὸ τὸν οὐρανό,

ἕνα παιδὶ μὲ πράσινο κοντὸ βρακάκι καὶ μὲ μαχαίρι

ἔκοβε καὶ μοίραζε στὸν κόσμο γύρω,

ὅμως καὶ μία μικρή, ἕνας μικρὸς ἄσπρος ἄγγελος.

κι αὐτὴ μ᾿ ἕνα μαχαίρι ἔκοβε καὶ μοίραζε

κομμάτια γνήσιο οὐρανὸ

κι ὅλοι τώρα τρέχαν σ᾿ αὐτή, λίγοι πηγαῖναν στὸ ψωμί,

ὅλοι τρέχανε στὸν μικρὸν ἄγγελο ποὺ μοίραζε οὐρανό!

Ἂς μὴν τὸ κρύβουμε.
Διψᾶμε γιὰ οὐρανό.

Emília Cerqueira, I walk naked of the old words / Caminho nua de palavras antigas

 Picture / Pintura de Salvador Dali: Mulher poesia


Picture / Pintura de Salvador Dali: Mulher poesia

I walk naked of the old words

Old words,
glued to the skin
in the circularity of time …

I strip them of me
gradually..
“militarism”
“murderous identities”,
“god”
“borders”
“cruelty”
“race”

I walk naked now.


Caminho nua de palavras antigas

Palavras antigas,
palavras coladas à pele
na circularidade do tempo…

Despi-me delas uma a uma
“militarismo”,
“identidades assassinas”,
“deus”
“fronteiras”
“crueldade”
“raça”

Caminho nua já…