Τζούλια Φορτούνη, όνειρα

Artwork by Nicoletta Greco

Artwork by Nicoletta Greco

(αφιερωμένο στο ρω των ονείρων)

εμείς δεν μεγαλώσαμε
δεν γεννηθήκαμε καν
φυτρώσαμε παράσιτα
λειχήνες σε χορταριασμένη στέγη
μας ποτίζουν οι μπόρες
μας χαϊδεύουν με το απαλό τους τρίχωμα οι γάτες

δεν έχουμε ανάγκη τον αέρα
ανασαίνουμε εντός μας
με αεραγωγούς της σιωπής
-ενίοτε με κρότους-
δεν τους ακούς ποτέ
συντονιζόμαστε πάντα
με τα βεγγαλικά της ανάστασης

όταν πάνε να μας ξεριζώσουν
γινόμαστε σαρκοφάγα
ξεσκίζουμε τις νάιλον σακούλες των προθέσεων

τις νύχτες κυκλοφορούμε ελεύθερα

όμως εμείς δεν θα μεγαλώσουμε ποτέ
ποτέ εμείς δεν θα γίνουμε εφιάλτες

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο της ποιήτριας Μωβ Στιγμές στη διεύθυνση htt

Στρατής Παρέλης, Σκηνικό

IMG_0490

Σκαλωσιές που φτάνουν ως τον ουρανό
Λόγια λιγνά και αέρινα, λόγια σωσμένα
Μέσα στην αστραπή και κάτω από της βροχής τις εξάψεις..
Γυαλίζουν τα αλουμίνια, τα κτίρια είναι διοπτροφόροι γίγαντες
Που κοιτούν κατάματα τον ήλιο.
Το μικρό κορίτσι στάθηκε κάτω από την μαρκίζα
Και χαμογέλασε. Κοιτάξτε είπε, ισορροπώ
πάνω σε μια ψιχάλα!
Δεν φυσούσε καθόλου. Ο αποβροχάρης ήλιος χτυπούσε παλαμάκια.
Η μέρα γελούσε. Πέρασε μια μεσόκοπη μ’ ένα ποδήλατο σε χρώμα βυσσινί.
Οι αχτίνες του γυάλιζαν. Οι τζαμαρίες γύρω γυάλιζαν.
Το κινητό χτυπούσε. Με καλούσες από το πουθενά μιας κατάφασης και ζητούσες ρέστα συμπάθειας τώρα που όλοι βαδίζουν μην ξέροντας
κατά που να κατευθυνθούνε…

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του Στρατή Παρέλη στη διεύθυνση http://stratisparelis.blogspot.com

Σπύρος Μεϊμάρης, Ξανάρχισε Η Διάλυση

1460118_587583211315347_326155538_n

Ξανάρχισε η Διάλυση.
Καιρός ήτανε φαίνεται.
Είναι τρομακτικό σας λέω.

Εξαφανίστηκαν δια μιας οι ήχοι.
Βουβάθηκε η ψυχή,
πέτρωσε η καρδιά.

Δεν ήταν αστείο, ήταν εφιάλτης.
Αγωνίζεσαι να δραπετεύσεις,
φωνάζεις βοήθεια.

Σκοτεινιασμένος ουρανός.
Χωρίς αναμνήσεις,
χωρίς προσδοκίες.

Το σπίτι εξαφανίστηκε,
ο Χώρος μηδενίστηκε.
Το ίδιο και ο Χρόνος.

Κατήφεια στο πρόσωπο,
καρδιά σαν μολύβι,
μηδέν στον εγκέφαλο.

Αναισθησία εγκαθίσταται αργά
αλλά σταθερά στου νου τα αετώματα.
Ας ήταν να με συνέπαιρνε η Μουσική.

Δεν αντιλαμβάνομαι πολλά.
Μένω ακίνητος.
Είναι ότι καλύτερο.

Θα συνδεθώ ελπίζω κάποια στιγμή
με τις οντότητες της Ψυχής μου.
Θα ξαναβρεθώ κοντά τους.

Να φύγει πρέπει ο Φόβος από μέσα μου.
Για να αναπνεύσω καθαρά.
Ένας χορός χρειάζεται να με ζώσει.
(Η επαφή μου με τη Φύση).

Γι’ αυτό κι εγώ γυρίζω πίσω,
το επιχειρώ τουλάχιστον.
Υπάρχει εκεί μέσα το τραγούδι μου.

Δεν πρέπει να το ξεχνώ.
Υπάρχουν και ζωγραφιές πολύτιμες,
φανταχτερές, ανεξιχνίαστες.

Γι’ αυτό χρησιμεύει η Μνήμη στη
σύνδεση των στιγμών, των γεγονότων.
Πως θα δημιουργήσω τη δική μου τη στιγμή;

Περίμενε με αγωνία να περάσει ο καιρός.

*Από τη συλογή “Ποιήματα 2009-2013”.

Michael Wyndham, Kate Sharpley

kate-sharpley

1.

Caged days without charge

in a cell stunk out

by the sweat of the coppers

as they pummelled me

with fists and truncheons

until the mirror view was a horror show

yet, the sergeant grinned

there’d be more of the same

if he saw my ‘ugly anarchist face’

on the streets again.

2.

For I was expected to be agreeable in grief

and stood proud before Queen Mary

as she doled out medals

for my dead father, brother and lover

who were expected to forever

be ‘chirpy Tommies’ cheerily

dying as bullet-full tangles

mangled on miles of barbed wire

with thumbs up and smiles

for King George who’s busily

anglicising his German titles.

3.

So I flung the medals back at the

waxwork face of Her Majesty crying:

“If you think so much of them, you keep them”

But England entrenched in worshipping

royalty gasped: “Outrage!”

for the blood trickling

down the Queen’s cheek

was thought a more shocking loss

than the blood of the dead

fathers, brothers and lovers

drowning the fields of Europe.
   
“Queen Mary was handing out medals in Greenwich, most of them for fallen heroes being presented to their womenfolk. One 22-year old girl, said by the local press to be under the influence of anarchist propaganda, having collected medals for her dead father, brother and boyfriend, then threw them in the Queen’s face, saying, ‘If you think so much of them, you can keep them.’ The Queen’s face was scratched and so was that of one of her attendant ladies. The police, not a little under the influence of patriotic propaganda, then grabbed the girl and beat her up. When she was released from the police station a few days later, no charges being brought, she was scarcely recognizable”.


*Important link: http://www.katesharpleylibrary.net/0zpcq4

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, μαύρο καπό

1016386_414286175384123_177250281_n

μαγικά
φεγγάρια,
τυλιγμένα, σε χαρτοπετσέτες
ματωμένες,
τον αέρα θαμπώνουν
και οι τοίχοι να ουρλιάζουν,
σκύλοι μέσα τους,
τους ήχους
καταβροχθίζουν

κι αυτός,
προσπαθεί ν’ ανοίξει,
πόρτες
κολλημένες
και η σιωπή,
τις επιφάνειες γυαλίζει,
φοβίζει τα είδωλα,
κάνει τον αέρα καπνό:
η ψυχή του,
χωρίς ψυχή,
μόνο με σκουπίδια,
κομμάτια από στίχους,
που σολάρουν,
σε αποδυτήρια γαμημένων
δακρύων,

ο εαυτός του,
ένα βράδυ άστεγο,
ακουμπούσε στις ματιές του
κι έσταζε,
όνειρα πεθαμένα:
τοίχοι σπυριασμένοι,
στο μαύρο καπό πάνω,
στη μάντρα της ζωής

και το ποτό,
να γυμνώνει τη σάρκα,
αίμα ατσάλινο
να τη απελπίζει,
ταξίδια
και τα παρατημένα λόγια
ν’ αυτοκτονούν,
πίνουν,
πατημασιές στημένες,
πάνω σε γέλια
αποχαιρετισμών•

AlexMil 16-01-2013

Κ. Π. Καβάφης, Ιανουάριος 1904 / C.P. Cavafy, January 1904


Rolando Villazon, O Gennaris tou 1904 music: D. Papadimitriou on a poem by C. Kavafis.

Α, οι νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
που κάθομαι και ξαναπλάττω με τον νου
εκείναις ταις στιγμαίς και σ’ ανταμώνω,
κι’ ακούω τα λόγια μας τα τελευταία κι’ ακούω τα πρώτα.

Απελπισμένες νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
σαν φεύγ’ η οπτασία και μ’ αφήνει μόνο.

Πώς φεύγει και διαλύεται βιαστική πάνε τα δένδρα,
πάνε οι δρόμοι, παν τα σπίτια, παν τα φώτα
σβήνει και χάνετ’ η μορφή σου η ερωτική.

C.P. Cavafy, January 1904

Ah, that January night
which I sit and recreate in my mind
those moments and I meet you,
and I hear those last words and I hear the first.

Hopeless nights of that January,
as the vision leaves me alone.
How it leaves and dissolves in a hurry-
they are gone, the trees, gone, the roads, gone, the houses, gone, the lights-

it goes out and is lost, your form, your shape of love.

Translation: Eva Johanos

*Ευχαριστίες στον ποιητή Βασίλη Κουστούδα ο οποίος το ανέβασε στη σελίδα του στο facebook από όπου το δανείστηκα.

Poems by Janet Galbraith

524843_4707001354658_1853531878_n

‘that one’

the child stands at the door
the kitchen is warm
smells of fresh milk and tea
mother grandmother aunt
talk mention
‘the small dark woman’-
notice the child listening
looks of fear and knowing exchange
grandmother scolds
says: ‘you better watch
that one’.

that one
lies on the earth
under the hills hoist
listening and feeling
the cool damp softly humming
earth. From time to time
she opens her eyes.
White clouds mist the blue.
She rises knowing
that to bring back the dead
is a slow and gentle thing.

A shared knowing

I called my mother.
‘How are you?’
‘urr…o kay’. My mother’s tiny voice.
‘What’s wrong?’
‘Nothing’s happened…
I’ve been cleaning at Auntie Jessie’s
I just feel … urrr …’.
My mother’s fading voice.

Silence – a shared knowing.

‘I rang to read you something…
do you feel okay to listen?’
‘Yes. Yes …
If you feel okay to read’.

She turns off the telly.
Sits.
I read.
She listens.

I want to show her some sun.

‘Mum can you do something nice for yourself today?’
‘I’ll take your father’s car to Albury… he’s booked it in.’
‘Mum can you do something nice for yourself today?’
‘I’ll sit in the sun and read a book while they’re working…’

‘Mum, for you, what can you do for you today?’

‘I found some coffee I like – it’s organic, Fairtrade.
I’ll have a cup of coffee and a date…
I’ll knit’.

Your country
(for Wayne ‘Legs’ Webster)

Sitting in the Swan Hill town hall
I felt your presence
an opening door.
My spirit leapt to yours.
You felt it too.
We had huge smiles.

+++

In the pub
I noticed your legs
but most of all I noticed
the soft laughter in your skin
awash with tears.

+++

Standing by the fire
near where her ancestors had been buried
you pushed me forward
I drew in the smoke-
a gift.
The river rushed by.

+++

Driving the long road
to Bendigo
with a silent woman.
You called.
We didn’t need words.

+++

Curled in my bed.
Neither of us knowing why
as we held each other
a certain refuge circled the room.

+++

That was many nights ago – months – years.
And in this in-between we continue to touch
wounds of history
countries stolen
the contradictions of who we are.

+++

A little boy walks the street with his mother.
A white farmer approaches
holds bones of their ancestors
asks what to do.
A little boy promises his people: I will find out, I will find out.
And you did.
And you do.

+++

A bird landed on your shoulder
whilst you were fencing.
All day
it did not leave.

+++

Together we learn the medicine of listening10
the weight of hearing11
the joys of learning
another one’s ways.

+++

You are exhausted.
I put you to bed.
Big breaths into your lungs
and your voice:
I feel so safe here, so safe here.
I hold you precious against my skin.

+++

Our is not a fairy tale.
There are unshared intimacies
differences misread
tears shed
amongst attempts to understand.

+++

You visit me in hospital daily.
My case worker wants a meeting with family.
It is you who attends.

+++

You take me to Terrick Terrick
Your country
to the rock where we can see for miles
Your country
where tiny indentations hold water
Your country
where you build a fire
Your country
where we are cleansed
Your country
where the smoke sent out
bathes you in the beautiful light
of your country.

Δημήτρης Ψαλλίδας, Σπάζοντας την κλειδαριά στου μυαλού τη φυλακή (Μέρη I και II)

psalidas

I
Με πλησίασε χαμογελαστός.
Ανυπομονησία, κυνισμός κι αμηχανία
στριμώχτηκαν στο πρόσωπο του.

«καλησπέρα φίλε μου,
απόψε θα υποφέρεις»

Σαν άκουγα τη φράση τούτη,
μηχανικά πυροδοτούνταν αντιδράσεις
στο μυαλό και στην καρδιά μου.

Σφιγμένα δόντια,
γρήγορες ανάσες
και ξεκινάμε.

Στο κάτω- κάτω,
για δύο πράγματα ήμουν βέβαιος.
Πρώτον, η ώρα ήταν έξι το απόγευμα.
Δεύτερον, θα υπέφερα πραγματικά.

II
Σαν πλημυρίζει πόνο το κορμί,
στ’ ομιχλώδες τοπίο των σκέψεων
βρίσκεις παρηγοριά.

Το μυαλό δουλεύει εντατικά,
κατασκευάζοντας
της λύτρωσης την κρύπτη.
Το μέρος που τίποτα δεν σ’ αγγίζει,
εκεί που ο χρόνος σταματά.

Θυμάσαι μοναχά,
έντονα και καθαρά,
αυτά που σε στιγμάτισαν.

Τα παιδικά σου χρόνια.
Το αγαπημένο σου κορίτσι.
Το πρώτο δάκρυ ενοχής
που μούσκεψε το μαξιλάρι σου.

Στις αναμνήσεις βουτηγμένος,
χαμογελάς,
και συνεχίζεις.

Άννα Γρίβα, Ένα λιγότερο

petalouda

Έχω ένα κόκαλο λιγότερο
απ’ τους υπόλοιπους ανθρώπους
οι γιατροί δε με πιστεύουν
ούτε που βρίσκουν το κενό
είναι μια έλλειψη βαθύτερη
κι απ’ το καλύτερο εργαλείο τους

κι όλο κινείται

άλλοτε χάνω ένα σπόνδυλο
και δε μπορώ να σηκωθώ
άλλοτε βλέπετε πώς τρίζω
απ’ των καρπών μου την ευλυγισία
μα πιο συχνά συντρίβεται
το ένα μου γόνατο
αυτό που σκύβω και προσεύχομαι
και όλο ρωτούν οι άγιοι
γιατί βουλιάζω

τότες κι εγώ μαζεύω τ’ άλλα κόκαλα
όσα δε λείπουν
και τα πετώ μπροστά στα πόδια τους
για να μ’ αφήνουν να προσεύχομαι
χωρίς να δίνω εξηγήσεις
για εκείνο το άπιαστο πουλί

άπιαστο πουλί
των σωθικών μου…

*Αναδημοσίευση από το περιοδικό ¨Ένεκεν¨, τεύχος 28, Απρίλιος-Ιούνιος 2013 (σελ. 133).

Γιώργος Γιαννόπουλος, Το παράπονο

maria

Άννα η γραμματική

Τις νύχτες που γράφεις γυμνή
ακούγεται το παράπονο του Μινώταυρου:

Ιδρώτας έγινα στις ράχες των παιδιών
στη σκόνη της Ανδαλουσίας
κάρπισε το αίμα μου
στης πέτρας τον λοιμό

Κάθε φορά που πατώ στη γη
οπλίζουν των κοριτσιών οι ρώγες
το σάλιο μου
στίλβει την Αριάγνη

Δεν είναι ο άνεμος που με καλεί
είναι λεμονανθοί
που ραίνουν
τη μοίρα της γραμματικής μου

*Αναδημοσίευση από το περιοδικό ¨Ένεκεν¨, τεύχος 27, Ιανουάριος-Μάρτιος 2013 (σελ. 105).