Alejandra Pizarnik, Δύο ποιήματα

pisarnik

ΑΟΡΑΤΕΣ ΤΕΧΝΕΣ

Εσύ που τραγουδάς όλους μου τους θανάτους.
Εσύ που τραγουδάς αυτό που δεν εμπιστεύεσαι
στο όνειρο του χρόνου,
περιέγραψέ μου την πηγή της αδειοσύνης,
μίλα μου λέξεις ντυμένες φέρετρα
που κατοικούν στην αθωότητά μου.

Μ’ όλους μου τους θανάτους
δίνομαι στον θάνατό μου,
με παιδικές χουφτίτσες,
με μέθυσους πόθους
που δεν περπάτησαν κάτω από τον ήλιο,
και δεν υπάρχει μια πρωινή λέξη
που να δίνει δίκιο στο θάνατο
και δεν υπάρχει ένας θεός, ανέκφραστος να πεθάνεις.

Η ΝΥΧΤΑ
(απόσπασμα)

Ίσως η νύχτα να ’ναι ζωή και θάνατος ο ήλιος.
Ίσως η νύχτα τίποτα να μην είναι
και οι εικασίες για εκείνη να μην είναι τίποτα
και τα όντα που την ζούνε τίποτα.
Ίσως οι λέξεις να είναι το μόνο που υπάρχει
στο γιγαντώδες των αιώνων χάσμα
που μας σέρνει η αυγή με τις αναμνήσεις της.

*Από τη συλλογή “Οι χαμένες περιπέτειες” (1958).

**Περιέχοται στο βιβλίο «ΑΛΕΧΑΝΤΡΑ ΠΙΣΑΡΝΙΚ – ΠΟΙΗΜΑΤΑ» της σειράς ΑΡΓΕΝΤΙΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ, των εκδόσεων «θράκα», Φεβρουάριος 2014. Εισαγωγή: Κάρλος Λουίς Τόρες Γκουτιέρες. Μετάφραση: Στάθης Ιντζές.

*** Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Ποιητικός Πυρήνας στη διεύθυνση http://ppirinas.blogspot.com

Jacques Prévert, Alicante

1982114_645403805495605_1648568247_n

Ένα πορτοκάλι στο τραπέζι μου
Το φόρεμά σου πάνω στο χαλί
Και μες στο κρεβάτι μου εσύ
Του παρόντος δώρο γλυκό
Της νύχτας δροσιά
Της ζωής μου ζεστασιά

*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.

Σπύρος Μαρούλης, Ίσως ήμουν για σένα μια ακαταστασία

1185970_650833094973081_1917764384_n

Ίσως ήμουν για σένα μια ακαταστασία,
ίσως ένα αυτόνομο κίνημα των δαχτύλων
που ανησυχούσε τους δημοσκόπους,
και καλούσε τα χέρια
να διασχίσουν τις γραμμές της επιθυμίας
στο ξύπνημά σου,
ίσως να ήμουν η απόλαυση του παρελθόντος σου σε ιστορίες,
ή ίσως το ταξίδι της γλώσσας στην άκρη της νύχτας σου.
Ποτέ, όμως, δεν ήμουν τίποτε παραπάνω
από ένα ακόμα στίγμα
στο Περουβιανό σάλι σου.

Francesco Tomada, Δύο ποιήματα

Η Ιταλία (είναι ρόδι)

Στη ζωή μου αγόρασα και φύτεψα ένα δέντρο μόνο
ένα ρόδι
διάλεξα μια γωνιά του κήπου
από πού βλέπεις τις άκρες των βουνών
από το Άγιο Γαβριήλ μέχρι το Νάνος
εκείνη η κορυφή ήταν Ιταλία και Γιουγκοσλαβία και μετά Σλοβενία
ήταν γη πόνου και μίσους

τα σύνορα θα ‘πρεπε να ‘ναι σαν τους ορίζοντες
όταν κινείσαι κι αυτά κινούνται
εάν σταματάς μαζί σου σταματάνε
και σε κάνουν να νιώθεις στο ακριβές κέντρο του κόσμου

και πατρίδα είναι όπου
ένας άνθρωπος φυτεύει ένα ρόδι
και μπορεί να περιμένει να τρώει τους καρπούς του

——


Το αρνητικό και η εικόνα

Όταν τα παιδιά μας παίζουν πόλεμο
φτάνουν τέσσερα μαξιλάρια στο κρεβάτι να φτιαχτεί μια βάση
όλοι έχουν πιστόλια ή τουφέκια με βαμμένο κόκκινο καπάκι
κάποιοι έχουν και βόμβες από αφρώδες υλικό
τότε αναρωτιέμαι εάν τα παιδιά στη Βηρυττό παίζουν ειρήνη
και πώς τα καταφέρνουν
γιατί δεν υπάρχουν σπίτια κήποι γονείς από πλαστικό
γιατί είναι εύκολο να κάνεις ότι πεθαίνεις
μα είναι αδύνατο να κάνεις ότι ζείς

IMG_0613_COPIA

*Μετάφραση από τα ιταλικά στα ελληνικά: Massimiliano Damagio.

Αντώνης Στασινόπουλος, ποιήματα από το “Εκπέμπουμε στους αναρίθμητους σκλάβους ανά δευτερόλεπτο”

Εκπέμπουμε στους αναρίθμητους σκλάβους

Κρύο, βροχή, αέρας.
Νύχτα, σκιάχτρα στη μέση του χωραφιού
Γλίτσα
Τα πόδια βαριά
Τα πουλιά έφυγαν.
Σκιάχτρα παντού κρύβουν το φως.

—

Σε αφηνιασμένα κύμματα ναυαγοί
Σχεδίες τσακισμένες των γονιών
Οι προσδοκίες
Εει εσείς είδατε
Τα κομμένα λαρύγγια σωσίβια
Των γονιών;

—

Κορίτσι, βγάλε το κεφάλι σου
από την κατσαρόλα της μητέρας
Η καταιγίδα έρχεται κορίτσι
τραβάω για την κοιλάδα
Κορίτσι πάμε
Βγάλε το κεφάλι σου και έλα
στην Κοιλάδα
να αγαπηθούμε στο τραγούδι της βροχής
Μόνο γι’ απόψε κορίτσι
Βγάλε το κεάλι
Αύριο ίσως είναι αργά
Βγάλε το κεφάλι από την κατσαρόλα
της μητέρας
Ω! Κορίτσι της κατσαρόλας
Ω! Κορίτσι της κατσαρόλας που καταλαβαίνεις
μόνο τον τσελεμεντέ της μητέρας.

—

Τα κύμματα της θάλασσας τρέχουν
Τρέχω να τα προλάβω
Έει κύμματα περιμένετε
Τίποτα. Κάθησα και τα κοίταγα
Λευκές εικόνες γεννιούνται και πεθαίνουν
Ήρθε η ώρα του ύπνου
Δεν κοιμάμαι δεν χρειάζεται ούτε αυτό
όπως δεν υπάρχει ένας στίχος να πω.
Είναι σε μένα η τρέλλα του Βοριά;
Ναι! Όχι! Λέω βοριάς, νοτιάς
Κάτω στο ακρωτήριο, τρέχω να προλάβω
μα προδόθηκα απ’ τα μάτια μου
Σκόνη σηκώθηκε στην άσφαλτο,
Μαύρο πέπλο με σκεπάζει.

—

Όπως το είδα, αν το είδα
Όπως το κατάλαβα αν το κατάλαβα

Στο Πάρκο
Τα παιδιά έπαιζαν σε κάτι, που τα λένε
ειδικά παιχνίδια για παιδιά.
Ένας άνθρωπος σ’ ένα παγκάκι,
Χαμογελάει σ’ αυτό που έχει αγκαλιά
Το σφίγγει επάνω του και χαμογελάει συνέχεια
Στο κασετόφωνό του.
Τα πουλιά πέταξαν στα πιο κοντινά κλαριά,
μ’ ένα φτερούγισμα ανέβηκαν ακόμη πιο ψηλά.
Ο άνθρωπος καθόταν στο παγκάκι,
αυτός και το κασετόφωνο
Του χαμογελούσε, χαμογελούσε
Και εκείνο τραγουδουσε
Στο πάρκο
Σ’ ένα απ’ τα πάρκα αυτής της πόλης
Ρώμη. Αύγουστος.

—

Πέτρινες μορφές.
Κρυστάλλινοι ήχοι.
Η εξουσία λικνίζεται
ερωτοτροπώντας με πτώματα.
Μολυβένια ομοιώματα, Επαναστατών
δείχνουν το δρόμο
Διαφανές τσίρκο, αποκεφαλισμένοι κλόουν
Αόρατη φυγή.

*Από τη συλλογή “Εκπέμπουμε στους αναρίθμητους σκλάβους ανά δευτερόλεπτο”, Ανεξάρτητη έκδοση του ποιητή (δεν αναφέρεται χρόνος έκδοσης, αλλά εκδόθηκε κάποια στιγμή στη δεκαετία του 1980, στην Πάτρα).

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Η φυλή μου

1779701_676507005726115_1049644697_n

Οι φίλοι μου διπλά
τρίδιπλα προδομένοι
ακολουθούν τα φεγγάρια τους.
Ολομόναχοι με την ψυχή στα δάχτυλα
στα χείλη
στα ρουθούνια
τη συντριβή τους λιτανεύουν.
Λάμπει το πριόνι στο μεδούλι τους
θολά ποτάμια καλύπτουν τις κόρες των ματιών τους.
Με πόνο
με πόνο
στη στάχτη ρίχνουν ό,τι ωραίο αγάπησαν
με πόνο θέτουν την αποστροφή και τη ντροπή τους
σε θέα κοινή.
Μιλούν για τη μεγάλη ήττα
για την πνιχτή ήττα που τους ματώνει
κι άλλο μη θέλοντας πάντα
σπίθες μονάχα
άπτερες νίκες
παιδιά να παρελαύνουν στον ορίζοντα
σωπαίνουν
αφουγκράζονται
και δεν ακούνε τίποτα
παρά μονάχα τη σιωπή τους.

Catia Manna, Η ποίηση τρομάζει

231140_383705881703764_1248539821_n

Η ποίηση τρομάζει
σαν τους Θεούς οι ελεύθεροι άνθρωποι
Μετριοπάθεια δεν έχει
Θάρρος έχει
Κι αν τα κέρινά της φτερά
κοντέψουν στον ήλιο
λειώνει η ποίηση
Καλύτερα έτσι
Αν πέσει στη θάλασσα
Γι’ αυτό υπάρχει η θάλασσα
Αν η ποίηση κλέψει τη φωτιά
κι ακολουθήσει το βάσανό της
Απ’ αυτό τρέφονται οι άνθρωποι
Αν ανοίξει ο ασκός των ανέμων
Αν λιώσει
ξαναλέγοντας την ηχώ
Αν καθρεφτίζεται στη βρύση
αγαπιέται και σκοτώνεται
Αλλά μου φαίνεται πως
δεν έχει ποτέ για πάντα λέξεις

*Η ελληνική μετάφραση (μάλλον) ανήκει στον Massimiliano Damaggio.

Γεωργία Τρούλη, A Paris

Έργο του Marc Riboud

Έργο του Marc Riboud

Εκεί που το κοίλωμα της γέφυρας
Επαναλαμβάνει το βλέμμα
Προοπτική να σε δω ρουφηγμένο από χρόνο
Σε διάσταση άλλη
Και από κάτω ροή ποταμός
Και από πάνω φεγγάρι
Ολοστρόγγυλο σε έναν ουρανό
Χρώμα βινυλίου συλλεκτικό
Με υγρό για την βροχή
Που την επομένη θα ακολουθήσει
Το περπάτημά μας

Continue reading →

Πελαγία Φιτοπούλου, … και ονειρεύομαι

1609866_265323256967650_323514535_n

.. “Και ,
ονειρεύομαι,

Εκεί,
στις φουντουκιές της μάνας
το δάκρυ φέγγει
αποστροφή
στο Αίτιον Οίδα

και

και φυτρώνουν
άγρια περιστέρια
– σαμποτέρ στην εργολαβία της ενηλικίωσης-
και

με ψημένο το φανελάκι
στο φράχτη
οι γυναίκες σωριασμένες
στη σκόνη

ψαρεύουν λέπια
μυωπικού πεπρωμένου

για μας,που στο μεροκάματο
βρίσκουμε δόξα
περισσή
και

και,
ονειρεύομαι μια βιολέτα να χορεύει στον πάγο
και

και οι μέλισσες δηλώνουν οροθετικές
και

δυό λευκά τριαντάφυλλα κλέβουν το τοπίο
και
ονειρεύομαι,
σαν απο χρόνια,σαν που οι άνθρωποι
δεν γεννήθηκαν ακόμη,
σαν την απόλυτα πραξικοπήματικη συντέλεια,

τη θάλασσα και το παιδί
το λουλούδι

το επιφώνημα
και..
στο σκοτάδι μυρίζουν τα λουλούδια
το επιφώνημα απαγορεύεται

και
ονειρεύομαι

ένα θάνατο σπουδαστή ΄

“θα’ρθουν τα φορτηγα,στοιβαχτήτε”
..

και ονειρεύομαι

μα

.. η
προκαταληψη με νίκησε

ένοπλη ούσα

….ζζζσσσζζζζζζζσσζζζ
ζουζζζζυοζυυυ ζζζ ζζζζζζζζζ
ζ
ζ
ζ

μη ΄

Άννα Νιαράκη, Έξι βήματα πριν

zerzan6a

Στην κατάτμηση μιας αναρχίας
ηλιόλουστης˙
στο βάθος της απέραντης ομορφιάς,
στο μυστικό του κήπου του Οδυσσέα,
στα κίτρινα σπασμένα παράθυρα,
στα νύχια της τίγρης˙
η νύχτα επικάθεται σαν υμένιο.

Αλάβαστρο και χάλκινα νομίσματα-
σπονδή στα υλικά της ιστορίας-
και χώμα,
χώμα πολύ.
Λευκός πηλός σαν
πλευρό αναιμικού Αδάμ
η παλάμη μου.

Ένα για τον κρατήρα,
δύο για το σύννεφο
και τρία για τη σκόνη.

Έξι βήματα πριν την έκρηξη.

Με επιμονή
σου γράφω γράμματα που
δεν έχουν λέξεις.

Έναστρη νύχτα
στάζει απ’ το ταβάνι
η εξάντληση.

Πόρτα ανοιχτή
στου άπειρου το στόμα
αυτή η νύχτα.
Σχεδόν μηχανικά
ξύνω στραβά τη μύτη
του μολυβιού μου.
Και γράφω απ’ την αρχή
μια ιστορία χωρίς
Αρχή.

Νύχτα χωρίς πόρτες
ορθάνοιχτη χάσκεις
σαν στόμα.
Άστρα που στάζουν
λέξεις στο γράμμα της
εξάντλησης,

ένα για τη λάβα
δύο για τη φωτιά
τρία για την έκρηξη•
έξι βήματα πριν το τέλος.

*Από τη συλλογή “Το Μερίδιο των Αγγέλων”, Παρίσι 2012. H Ποιήτρια διαχειρίζεται το ιστολόγιο Αντιποίηση στη διεύθυνση http://antipoihsh.wordpress.com