Makis Tselentis, Faible débit

natalia Sergevna Goncharova, A Woman with a Cigarette Second half (δεκαετία 1910)

natalia Sergevna Goncharova, A Woman with a Cigarette Second half (δεκαετία 1910)

τα μάτια αγαπούν 
να κεντούν περασμένες βροχές 
κάποτε ήρθαν
και μέτρησαν την αυλή
οι ραβδώσεις ήταν συχνές στα φύλλα
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Μου ζήτησες να περιγράψω το σπίτι μου
το ταγγισμένο λίπος
απ’τις γειτονικές αυλές
και τη μικρή υστερία
 
Γυναίκες με νυχτικά μέσα στο μεσημέρι
καταναγκασμένες σιωπές
κι ακόμα πιο καταναγκασμένες ομιλίες

Κρατιέμαι συχνά εκεί
ενσώματος
διευθετημένος
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Οι τοίχοι στο σπίτι φούσκωσαν
Αποφασίσαμε να μιμηθούμε φωνές
Πολλές φορές η προσμονή υπάρχει
χωρίς ελπίδα
συνήθεια
Κλείσαμε τα μάτια και είδαμε ένα βουνό
απολίθωμα
στίξη
Οι μοναχικοί άνθρωποι γνωρίζονται στον περίπατο
Περπατούν με τα χέρια στις τσέπες
πάλλονται και θάλλουν στις ίδιες απομιμήσεις
και στα ηλεκτροφόρα σύρματα
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Όλα τα κέρινα χέρια πέρασαν
 
Το παιδί στην πλατεία
αγαπά μια φράση
Την κυκλώνει
 
Την ώρα που καίγονται
οι άλλες γραμμές
ίσκιοι φωτίζουν ένρινα
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ακούω τον ήχο
στις όχθες τα σχήματα
λεπταίνουν
πρόσωπα
 
Ένοικοι στα νερά
τα μάτια τους φόβος

* Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο “Παράθυρο”. Εμείς το πήραμε από το http://lerestnadine.wordpress.com/2013/05/

Κατερίνα Γώγου, Τα σύνορα της πατρίδας μου

1653947_1455280791358194_1170434530_n

Τα σύνορα της πατρίδας μου αρχίζουνε
απ τα ψητοπωλεία του Μινιόν
περνάνε από τα καμένα ξύλα του Περοκέ και πέρα …
Η ζωή από κει παίζει βρώμικο ξύλο με τη ζωή
στριμώγνει τα καλύτερα παιδιά της σε φαγωμένες σκάλες
τους στρώνει στο “Θανάση” σημαδεμένη τράπουλα από χέρι
τους περνάει μπρασελέ και ματωμένους σουγιάδες
και μπότες γυαλιστερές πορτοκαλιές με 10 πόντους τακούνι
Ζόρικο αντριλίκι τα γεννητικά τους όργανα
τα Άγια των Αγίων κι αλλιώτικο φιλότιμο
ώσπου μια μέρα – Παρασκευή μπορεί –
τους ρίχνει από κοντά επιδέξιους κώλους
καρφώνουνε τον αντρισμό τους
τους φέρνει καπάκι
κι ύστερα ευνουχισμένοι με τη γλώσσα κολλημένη στον ουρανίσκο
με το μαντήλι που σκουπίστηκαν
ένα με την καφέ του ρίγα περιθώριο γύρω γύρω
πνίγουν με ισόβια
φωταγωγημένα καράβια εφοπλιστικά κεφάλαια ξωτικές
θάλασσες Παναμαϊκές σημαίες χρεωμένες τραγουδίστριες
και τα δικά τους ταξίδια στη θάλασσα με καρπουζόφλουδες
το ξεχειλωμένο μαγιώ απ’ το περίπτερο
και την τσατσάρα – πουτάνα ζωή – μαγκιά τους στο πλάι
κανείς δεν ξέρει
κανείς δεν είδε
19 20 21 χρονώ και τέλος.

Nanja Noterdaeme, Awakening

EnvironmentalAwakening1

I fled the sea of nothingness
My eyes awake
I saw pebbles light a square
in sight of consciousness.

Unsound
Whirling whereabouts
The colored coats
of earthly nervous gypsies
screaming foreign notes
staccato pizzicato
from steel and scrape
and dangling tools
A wife a man a child
in whirling robes
and colored whereabouts
as dangling fools
staccato pizzicato
SupeRmaRket
SupeRmaRket.
These were the only
audible sounds.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Βοτσαλάκια ΙΙ

Φωτογραφία: Σοφία Αντωνακάκη

Φωτογραφία: Σοφία Αντωνακάκη

VI

Kάποτε περνούν
τα νιάτα. Στις μέρες μας
μεταναστεύουν

VΙΙ

Σε γλάστρες αυλής
το κορμί του άνεργου
Από ψηλά πετά.

VΙΙΙ

Bροχερός καιρός.
Η μελαγχολία του
γυρεύει στίχους.

IX

Βάζεις μελάνι
στο μελανοδοχείο,
μ’ άδεια η ψυχή.

X

Λιγόστεψαν πια
τ’ αγρίμια στην ύπαιθρο.
Ζούγκλα οι πόλεις.

Νικόλας Άσιμος, Παπάς

Μουσική/Στίχοι: Άσιμος Νικόλας

Εγώ κι εσείς, εσείς κι εγώ τραβάμε για το Βόλο
Το άλογό μας χλώμιασε τ’αφήσαμε στο δρόμο.
Ήταν μαζί ο Σταύρακας και ο Στρατής ο Λιόγκας
Είχαμε το θεό βοηθό και στο φλασκί μας το νερό.

Θυμάμαι τότε τον παπά κατούραγε στη στράτα
Κι ήτανε όλα γύρω μας όμορφα και καπάτσα
Ωρέ παπά του είπαμε, δεν ντρέπεσαι με ράσα
Το άλογό σας ψόφησε δεν τό ‘σωσαν μωρέ τα ράσα.

Θέμε όλοι, θέλουμε όλοι του παπά μας το περβόλι
Κατουράμε τη βδομάδα δυο φορές την πρασινάδα
Να μαράνει το περβόλι και να μπούμε μέσα όλοι
Να κρεμάσουμε λαμπάδα στου παπά μας τη φοράδα.

Μαστορεύανε και γελούσανε, τραγουδάγανε, κοροϊδεύανε
Τότες που τους χορεύανε στο ταψί
Τώρα σώπασαν, δε γελάνε πια, δεν τους νοιάζει πια, τάχουν όλα αυτά
Τάξη, ησυχία και λεφτά.
Μόνο που τους στερήσαν τη φωνή, χάσανε κι αυτοί την ανθρωπιά τους
Μόνο που μας αγόρασαν την καρδιά, χάσαμε κι εμείς την ανθρωπιά μας.

Ωρέ παπά του είπαμε δεν ντρέπεσαι με ράσα
Το άλογό σας ψόφησε δεν το ‘σωσαν μωρέ τα ράσα.

Θέμε όλοι, θέλουμε όλοι του παπά μας το περβόλι
Κατουράμε τη βδομάδα δυο φορές την πρασινάδα
Να μαράνει το περβόλι και να μπούμε μέσα όλοι
Να κρεμάσουμε λαμπάδα στου παπά μας τη γενειάδα.
Φταίμε όλοι, φταίμε όλοι, που έχει ο παπάς περβόλι.

Τρεις ποιητές δημοσιεύουν στο Vakxikon.gr

Φωτογραφία: Θ. Ζαμπάκα  

Φωτογραφία: Θ. Ζαμπάκα
 

Ιωάννης Βεϊσάκης, 


Υπόδημα




Τα μάτια του δεν έβλεπα

αν είναι φλογισμένα ή σκοτεινά

σκυφτός ως ήταν

δέρματα έκανε χρησμούς…

Δεν έμελλε χρυσόμαλλο να είναι το δικό μου

μα ούτε και για πέδιλο

άραγε άλλο τι να υποδηλώνει;

«όχι πέραν του υποδήματος» απάντησε κοφτά.

τα μάτια του δεν είδα, μονάχα το καρφί.




Ο Ιωάννης Βεϊσάκης ζει κι εργάζεται στο Ηράκλειο Κρήτης.




Πηνελόπη Γιαλελή


, Το ευτυχισμένο τέλος




Και ζήσαν’ αυτοί καλά. 

Αγκαλιά με τσίγκινα τρόπαια,

χαμογελαστοί μέχρι το τέλος της φύσης.

Παγωμένοι σαν φωτογραφία

λαμπεροί σαν καλοσμιλεμένα αγάλματα 

που ένας τεχνίτης που αγαπούσε την πέτρα,

κάποτε, πάνω στην τρέλα έφτιαξε.

Λοξά κοιτούν ο ένας τον άλλον

με τις κόρες τους ακίνητες 
σαν δυο καρφιά που περιμένουνε το κάδρο.

Κι είναι ευτυχισμένοι.
Το στήθος τους χτυπά…

Είναι ρολόι και μετρά.

Λίγο νιώθει και πολύ τον εαυτό του αγαπά.

Και προοδεύουν.

Ανεβαίνουν διαρκώς αργά τα σκαλιά 

κοιτώντας λοξά μην τους περάσουν.

Μα εμείς μάθαμε να τρέχουμε.

Οι τοίχοι δεν κρατούν τ’ αγρίμια.

Μας χτυπά η βροχή

αλλά θα κοιτάμε μετά κατάματα τον ήλιο.

Ας τυφλωθούμε. 

Πάντα με την ψυχή μας βλέπαμε άλλωστε.

Όποτε κάποιος περπατάει σιμά

είναι η ζέστη του κορμιού

κι οι πεταλούδες μέσα μας που τον κοιτάνε.

Κατευθείαν στο «εγώ» του που λαχταρά

αυτό το «εμείς» που μας ανήκει.

Σπάνε οι γύψοι κι η ελευθερία τραγουδά 

εκεί που προηγουμένως η ζήλια τους ξεψύχησε.

Είμαστε πλάσματα της μέρας. 

Πάντα θα τους λυπόμαστε

και πάντα θα τους συγχωρούμε.

Γιατί γι’ αυτό ζούμε

κι εμείς καλύτερα.




Η Πηνελόπη Γιαλελή ζει κι εργάζεται στην Αθήνα.




Ελένη Γιαννακάρη, 


Το χρονικό μιας βροχής 




Είπες απόψε θα βρέξει

Κι έφυγες
Χωρίς αδιάβροχο

Μόνο με το πουκάμισο ανοικτό

Σε ένα φως ανέσπερο

Δικό σου

Φυσάει κι από μακριά

Ακούγεται το σφύριγμα του τρένου

Έφυγες

Πρώτη σταγόνα στρέφει στο περβάζι



Σκεπάσου με το χνώτο

Της ώριμης σελήνης

Φεγγριστός να βγεις και ζεστός

Στα παράθυρα της πόλης

Που απόψε ο βοριάς συνέτριψε

Να ανατινάξεις το πυροτέχνημα και πάλι

Θα σε βρω

Αστράφτει κάπου στο βάθος της στιγμής



Μην αργήσεις

Μήνυμα στείλε

Πρόβαλε ο καβαλάρης στην αυλή

Κι έχει σβηστά

Τα πράσινα μάτια

Τη κόμη ματωμένη

Κι αδύναμα στα χέρια του κρατά

Τα γκέμια που στον γκρεμό

Παραδόθηκαν – διατομή θανάτου

Θα κρυώσεις

Έπιασε μπόρα ριγούν τα ρείθρα άστεγα



Πάρε το πρώτο τραμ

Αχάραγα να γυρίσεις

Θα έχω νερό ζεστό

Για να πλυθείς

Κυκλάμινα στο ανθογυάλι

Τα ρόδινα μου πέλματα

Να τα διπλοφιλήσεις

Αχάραγα να γυρίσεις

Μου δόθηκε μια ώρα ακόμα

Πριν κινήσω τον μοχλό

Κι αμπαρωθώ στο γκρίζο

Σε περιμένω

Πλημμύρα παντού κλείνω τα στόρια με δέρμα τα σφαλνώ



Ήρθες
Ακροάστηκα το σφυγμό σου

Πάνω στον τοίχο

Ήρθες στην ώρα σου

Φλογίστηκαν οι μεταξένιες παρειές

Της σπασμένης μου βεντάλιας

Η βαλίτσα σφαλιστή

Στο κατώφλι

Το πουκάμισο ανοιχτό

Τα κουμπιά στα χέρια

Κροταλίζουν ρυθμικά

Στέκω στα νύχια

Σαν χτυπάς το κουδούνι

Δεν θα ανοίξω
Διπλό ουράνιο τόξο κι η οθόνη σβηστή




Η Ελένη Γιαννακάρη ζει κι εργάζεται στην Αθήνα.




*Αναδημοσίευση από το Βακχικόν http://www.vakxikon.gr

Luddlow Massacre – Λούης Τίκας – Δεν ξεχνάμε

LUDLOW MASSACRE

“It was early springtime when the strike was on,
They drove us miners out of doors,
Out from the houses that the Company owned,
We moved into tents up at old Ludlow.
I was worried bad about my children,
Soldiers guarding the railroad bridge,
Every once in a while a bullet would fly,
Kick up gravel under my feet.

We were so afraid you would kill our children,
We dug us a cave that was seven foot deep,
Carried our young ones and pregnant women
Down inside the cave to sleep.

That very night your soldiers waited,
Until all us miners were asleep,
You snuck around our little tent town,
Soaked our tents with your kerosene.

You struck a match and in the blaze that started,
You pulled the triggers of your gatling guns,
I made a run for the children but the fire wall stopped me.
Thirteen children died from your guns.

I carried my blanket to a wire fence corner,
Watched the fire till the blaze died down,
I helped some people drag their belongings,
While your bullets killed us all around.

I never will forget the look on the faces
Of the men and women that awful day,
When we stood around to preach their funerals,
And lay the corpses of the dead away.
We told the Colorado Governor to call the President,
Tell him to call off his National Guard,
But the National Guard belonged to the Governor,
So he didn’t try so very hard.

Our women from Trinidad they hauled some potatoes,
Up to Walsenburg in a little cart,
They sold their potatoes and brought some guns back,
And they put a gun in every hand.

The state soldiers jumped us in a wire fence corners,
They did not know we had these guns,
And the Red-neck Miners mowed down these troopers,
You should have seen those poor boys run.

We took some cement and walled that cave up,
Where you killed these thirteen children inside,
I said, “God bless the Mine Workers’ Union,”
And then I hung my head and cried.”

LUDLOW MASSACRE (Woody Guthrie από τον δίσκο του “Struggle”,1940)

Για τη σφαγή του LUDLOW του 1914, όπου ο στρατός μεταξύ άλλων απεργών “έφαγε” και τον “δικό μας” Louis Ticas (“Αμοιρολόητος” του Zeese Papanikolas), βλέπε και Γεώργιος Σταυρουλάκης “Λούης Τίκας, ο ήρωας της ξενιτιάς” καθώς και το πολύ καλό “Η άγνωστη ιστορία του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ” των Ρίτσαρντ Ο.Μπόγιερ-Χέρμπερτ Μ. Μόρε, εκδ. Σύγχρονη Εποχή.

Γιάννης Στίγκας, Από το “Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο”

stigas1

Τι ειρωνεία κι αυτή Βλαδίμηρε
Εάν ερχόσουν σήμερα
Μπορεί και να μη σ’ άκουγα
Μένω σε δρόμο πολυσύχναστο
Σειρήνες, κορναρίσματα
Η ακοή μου μπάχαλο
-όχι σου λέω ψέματα –
Είναι που η μοναξιά
με βάζει από μικρό στη διαπασών
γι’ αυτό κι πιο πιστοί μου στίχοι
Το θαύμα είν’ ένα χελιδόνι απόκρημνο
            ή
 ρε Κωνσταντίνα πες μου τελικά
 πώς γίνεται
 να μην είσαι εδώ
 και να’ χει πανσέληνο
 
(κι άλλα πολλά
πιο μαύρα απ’ τα ανεκπλήρωτα)
μικροφωνίζουν μες τον ύπνο μου
κι υπνοβατώ
με την στυφάδα που’ χουν τα όνειρα
με τις σαχλές πυτζάμες μου
άχου να γκρεμιστώ σωστά
σ’ ένα σωστό ξημέρωμα
μπας και φωνάξω αληθινά κι εγώ
Αγχειβατείν – Pallasck
Τ’ αστροκαμμένο Φάντασμα
που τέλεια μ’ ενσαρκώνει

*Αναδημοσίευση από το http://moggolospolemistisvalkaniosagrotisoklonos.wordpress.com/2012/09/09/yannis-stigkas-kiosk/

Βάσσος Γεώργας, ένα ποίημα

απερίσκεπτα όπως πετάς
ένα αναμμένο τσιγάρο
μες σ΄ένα πευκοδάσος
έτσι σπείραμε
απρόσωπα ποιήματα
στον γυμνό ουρανό
και θερίσαμε κεραυνούς
και γαυμοσταυρίδια
αρχίσαμε να μιλάμε άξαφνα
άγνωστες ξένες γλώσσες
αναμεταξύ μας
και έγινε όλος ο κόσμος
ένας ατέλειωτος πύργος της βαβέλ
που τον πήρε και τον σήκωσε
ο άνεμος σαν
σημαδεμένο τραπουλόχαρτο

μετακινώ κάθε τόσο
λίγο το περσικό χαλί της μάνας μου
λίγο το φτηνό ξύλινο τραπέζι
αλλάζω θέση στις καρέκλες
και προσδοκώ να διασκεδάσω
την φανερή αδυναμία μου
να χειριστώ σωστά
τα φωνήεντα και τα σύμφωνα
της γλώσσας που κληρονόμησα