Ο Κώστας Δεσποινιάδης διαβάζει “Κλέφτικο” του Γιώργου Πρεβεδουράκη
οδός Σοφοκλέους, 1959
Δεν έχω τίποτα γι’ αυτήν εδώ τη γυναίκα
ούτε λύπη, ούτε κατανόηση, ούτε φωτιά για το τσιγάρο της
– άλλος ανάβει ελπίδες άλλος δυναμίτες
εγώ
δεν ξέρω να παρηγορώ
δεν έχω ελπίδα
δεν έχω φράγκο κύριοι και κυρίες
κι αυτή η γυναίκα θα πεθάνει αύριο
μες στη γλυκειά τουριστική σας πολιτεία.
«ανία»
Άλλοι πεθαίνουνε στ’ αλήθεια
με τσακισμένα χέρια γόνατα συνθήματα
με την απελπισία μπηγμένη στην καρδιά τους μέχρι τη λαβή
δεν γονατίζουν ούτε πόντο τη ζωή τους
πεθαίνοντας δαγκώνουνε το θάνατο στο λαρύγγι —
κι εσύ
ξαπλωμένος στο γρασίδι
με την ωραία λιακάδα στα μαλλιά σου
παίζεις το κρυφτούλι με τη λύπη!
Μου έδειξες το πόδι σου
Ήταν κομμένο
Την επομένη προς εκπληξή μου
ο Μαύρος κρατούσε το πόδι σου
και περπατούσε πλάι στη μάνα
που’χει χαμένο το παιδί
Τους ακολούθησα
Ασάλευτοι στέκουν ακόμα
μεσ’ το φρενιασμένο μνήμα
Τους ακολούθησα απο συνήθεια!
Νύχτωσε νωρίς
εγώ κι ο Μαύρος
μείναμε μόνοι
εδώ στα πρώην νεκροταφεία
με τους πρώην νεκρούς
και το ποδάρι σου
όρθιο στο δρόμο
να κατουράει πένθος
εδώ στα πρώην νεκροταφεία
με τους πρώην νεκρούς
βάφουμε τους τάφους μας
βάφουμε τα δέντρα
βάφουμε τα κεριά
βάφουμε τις χήρες
όλα τα βάφουμε
όλα εκτός απ’ το πόδι σου
Αυτό το θέλουμε λευκό ΄
να’ χουμε κάτι ν’ αστειευόμαστε.
*Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι του Λάμπρου Πιππή.
Οι χαμένοι ντετέκτιβ στη σκοτεινή πόλη.
Άκουσα τους λυγμούς τους.
Άκουσα τα βήματα τους στο Θέατρο της Νεότητας.
Μια φωνή που ανεβαίνει όπως μια σαίτα.
Σκιά από καφέδες και πάρκα
Πολυσύχναστα στη νεότητα
Οι ντετέκτιβ που παρατηρούν
Τα ανοιγμένα τους χέρια
Το πεπρωμένο λεκιασμένο με το ίδιο του το αίμα.
Κι εσύ δε μπορείς ούτε καν να θυμηθείς
Πού βρέθηκε η πληγή
Τα πρόσωπα που κάποτε αγάπησες
Τη γυναίκα που σου έσωσε τη ζωή
*Μετάφραση Κωνσταντίνα Παναγοπουλου-Perez. Από το http://www.poiein.gr
Μπαλάντα για τον ποιητή της διάρκειας
Γράφω
χωρίς να βλέπω γράμματα στο χαρτί.
Δεν γράφω ύμνους.
Δεν γράφω για να μελαγχολώ
αλλά για να θυμάμαι
εκείνο τον πρώτο λυρισμό
του ανεπαίσθητου φωτός
που έκαμε ακόμα και τους αφασικούς
σπονδύλους στην πλάτη
να υπομειδιούν στο νωχελικό γαργάλημα
της σάρκας της αθρυμμάτιστης από έρωτα.
Les grandes personnes
Η τέχνη ν’ αγαπάς
είναι μεταξωτή.
Άσε τα λόγια τα μικρά
για τον μεγάλο κόσμο.
Κύλα μέσα στο τετράγωνο σύρμα σου.
Πινελιά βαθιά που σε χαράζει
το κύμα-φύγε.
Φύγε… Για να ξαναρθείς…
Κύλα στις μαύρες πεταλούδες σου
να γίνουν ποτάμια οι σταυροί σου.
Κύλα μέχρι να γίνεις αποσιωπητικό.
*Το δεύτερο ποίημα μαζί με την ειόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο Ενύπνια Ψιχίων στη διεύθυνση http://ifigeneiasiafaka.com/2013/04/
Η Άννα αντικρίζει το αρχαιοελληνικό της αντίστοιχο
γλυκά λαμπυρίζοντας στις σταγόνες της θάλασσας
ντυμένο στο λεπτό νήμα της θλίψης
«Αριάδνη», φωνάζει, «πώς μπορώ να τον αφήσω να φύγει για πάντα;»
Η τύχη της Αριάδνης ήταν να μουσκεύει τα βράχια της Νάξου
με τα πιο αλμυρά της δάκρυα, πήρε χιλιάδες χρόνια
για να γίνει ο βράχος της το μεγαλύτερο θαλάσσιο σφουγγάρι
στο Αιγαίο, φουσκωμένο και σαν σημαδούρα
από αναφιλητά άλλων, πονώντας τις καρδιές.
Η Άννα ξεκουράζει το πηγούνι της στα φύκια
παίρνει την κουρασμένη καρδιά της και την τοποθετεί
ανάμεσα στα κοχύλια και τα στρείδια των κοραλλιών
και οι πριονωτές ρωγμές βρίσκουν παρηγοριά.
Η σκιά της Αριάδνης δεν φεύγει ποτέ
παρά την ώθηση του αγέρα και τον καυτό ήλιο
Η Άννα τρέφεται με αιώνιους ψιθύρους προδοσίας
«Μη δίνεις ποτέ την καρδιά πριν απ’ το μυαλό σου»
Ο Θησέας τα πήρε και τα δύο σαν βυθισμένο θησαυρό.
Η Άννα κρατά ένα άδειο κουτί Marlboro, μέσα
στα ορνιθοσκαλίσματα της υπόσχεσης του Χρήστου που εξασθενίζουν με αδύνατη μελάνι
– θα σε δω στην παραλία μωρό μου –
δύο, τρεις, τέσσερις μέρες ερευνών για το καπέλο του μπέιζμπολ
ένα εύκολο κλείσιμο του ματιού, τα χέρια που έκαναν το σώμα της σαν μαλακό πηλό.
Η μικρή παλίρροια επιτρέπει στην Άννα να πάρει το αρχαίο της χέρι
που παίζει ανάμεσα στους κυματισμούς καθώς αυτή τσαλαβουτάει στον ορίζοντα,
μπορεί τώρα να δει το Χρήστο στη μοτοσικλέτα του
πλέοντας στο ηλιοβασίλεμα του Θησέα
η πλάτη του χτυπιέται στο μάρμαρο,
αντικρίζοντας για πάντα τον άλλο κόσμο.
*Το πρωτότυπο ποίημα γράφτηκε στα αγγλικά από την Angela Costi (Αγγελική Κωστή). Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
Η θλίψη πάλι μού χτυπάει την πόρτα.
Τα περασμένα χρόνια
με είχε στείλει στα Τάρταρα
(άπειρη ήμουν και αφέθηκα)
Αφού γλύτωσα (από καθαρή τύχη είν’η αλήθεια)
έμαθα με τον καιρό
να την διαχειρίζομαι.
Κι όμως, να που πάλι με θράσος μου χτυπάει την πόρτα,
την ώρα ακριβώς που η Αριάδνη
κατουράει στο πάτωμα
και γλιστράει από τα τσίσα της
και πέφτει κάτω
και την πιάνει το παράπονο και κλαίει.
Την ίδια στιγμή που η Γαλήνη
σκαρώνει προτασούλες
και ρίχνει πονηρές ματιές,
ψηλαφίζοντας με το ένστικτό της και μόνο
τον οικογενειακό της μικρόκοσμο.
Ναι,η θλίψη πιο επίμονα από ποτέ μού χτυπάει την πόρτα.
Μα αυτή τη φορά δεν πρέπει να της ανοίξω.
*Από τη συλλογή “Ποιήματα”, διαδικτυακή έκδοση Ενδυμίων, 2014.
Για τους περιθωριακούς
καλλιτέχνες
μποέμ
κάποιους λαϊκούς,
τον Τσάρλι γκαραζιέρη βιβλιόφιλο
τη Νάνσι βύσσινο βυθό
την – τέξας two step*
τη Μάικ μαριχουάνα κραγιόν,
εσάς που
σε νεοφερμένο φοιτηταριό από το Κέννεντι
κάνατε χώροο
στα μπαράκια στα κρεβάτια σας
πριν
?πολύ πριν
?εθνοτικές ταπισερί
?αποστηθίσουν
την ηχομόνωση του μέλλοντός σας,
τους παρελθόντες?
“δύσκολους, συναρπαστικούς
σχεδόν Κέρουακ θα έλεγε κανείς
καιρούς¹t
*http://www.youtube.com/watch?v=D_H1x2MpeEk
**Από τη συλλογοί “Λόγοι Χ Αμερικής”, διαδικτυακή έκδοση Ενδυμίων, 2014.
Το πρωί
βλέπεις το θάνατο
να κοιτάζει απ’ το παράθυρο
τον κήπο
το σκληρό πουλί
και την ήσυχη γάτα
πάνω στο κλαδί
έξω στο δρόμο
περνάει
τ’ αυτοκίνητο-φάντασμα
ο υποθετικός σωφέρ
ο άνθρωπος με τη σκούπα
τα χρυσά δόντια
γελάει
και το βράδυ
στον κινηματογράφο
βλέπεις
ότι δεν είδες το πρωί
το χαρούμενο κηπουρό
το αληθινό αυτοκίνητο
τα φιλιά με το αληθινό ζευγάρι
ότι δεν αγαπάει το θάνατο
ο κινηματογράφος
*Από τη συλλογή ” Ο περίπατος”, 1960.