Federico Garcia Lorca, Γαζέλα του μαύρου θανάτου


Θέλω να κοιμηθώ σα μήλο της μηλιάς,
να ξεμακρύνω από την τύρβη των κοιμητηριών,
θέλω να κοιμηθώ τον ύπνο εκείνου του παιδιού
που ήθελε να κόψει την καρδιά του στις πλατιές θάλασσες.
.
Δε θέλω να μου ξαναπούν πως οι νεκροί δεν χάνουν αίμα,
πως το σάπιο στόμα ζητάει ολοένα νερό.
Δε θέλω να μάθω για τα μαρτύρια της χλόης,
μήτε για το φεγγάρι που έχει στόμα σερπετού
και δουλεύει πριν έρθει η αυγή.
.
Θέλω να κοιμηθώ λιγάκι,
λιγάκι, ένα λεπτό, έναν αιώνα,
αλλά να μάθουν όλοι πως δεν πέθανα
πως κούπα χρυσαφιού στα χείλη μου έχω
πως είμαι ο μικρός φίλος του Δυτικού ανέμου
πως είμαι των δακρύων μου η απέραντη σκιά.
.
Σκέπασέ με μ’ ένα τούλι την αυγή
γιατί θα μου πετάξει χούφτες μυρμήγκια ο θάνατος
και τα ποδήματά μου θα μουσκέψει με σκληρό νερό
για να γλιστράνε οι δαγκάνες του σκορπιού του.
.
Γιατί θέλω να κοιμηθώ των μήλων τον ύπνο,
για να μάθω κάποιον θρήνο που θα με καθάρει από το χώμα
γιατί θέλω να ζήσω μ’ εκείνο το παιδί το σκοτεινό
που ήθελε στ’ ανοιχτά νερά να κόψει την καρδιά του.

*Από το βιβλίο Federico Garcia Lorca Ποιήματα, Εκδόσεις Καστανιώτη. Μετάφραση: Ανδρέας Αγγελλάκης. Πήραμε το ποίημα και τη φωτογραφία από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2026/01/30/gazela-tou-maurou-thanatou/

Κατερίνα Γκιουλέκα, Δύο ποιήματα

Τολμώ

Να κόβω τα μαλλιά μου
να κάνω δεμάτια που θα
σκορπίζω στους αγρούς
να ‘χούντα που στέλνεις
να βοσκήσουν τα σύννεφα
Να κουβαλώ μπαούλο
αφοδράριστο να χώνεσαι κάθε
που κρύβεσαι απ’ το φως
με μαύρα τα φτερά και ζουληγμένα
να σε φυγαδεύω
Να ‘μαι κουκέτα σε αρχιπέλαγος
χωρίς διεύθυνση
να απαντάς μόνον αν θες· ποτέ
να μην το φέρνει η ώρα να θελήσεις
να μου απευθύνεσαι
-να μην υπάρχω-
Ανίερο ν’ αντέχω προσκύνημα
απόλαυση ανάλεκτη κι ανέκκλητη
μεταξωτού υπογάστριου μιας
αναχώρησης λαθραίας
Να πλέω

*

ΣΟΥΡΟΥΠΟ – ΒΡΑΔΥ-ΝΥΧΤΑ
ΦΘΟΓΓΟΣ ΗΛΙΟΥ

Επιμένω
κοιτάζοντας κατάματα
το ηλιοβασίλεμα
αποτραβώ το βλέμμα
ήλιοι λικνίζονται παντού
μελανοί στην ώχρα
του σκαμμένου αγρού
ρόδινοι στο φόντο
χλωρού καλαμιώνα
χρυσοί με το που
σμίγω τα βλέφαρα
αναπηδούν
αναγεννώνται
αντιστέκονται
στην έλξη μιας
φλεγματικής
κορυφογραμμής
απέναντι στην Πάρο
καθένας τους και
μια μόνο στιγμή
μια ανάμνηση
μια αποτζιατούρα
πριν από την επόμενη
κίνηση της νύχτας
που φτάνει
«Μιμείται κανείς,
όταν αποτυγχάνει!»

*Από τη συλλογή “Πλάνης στην πλάνη της”, Εκδόσεις Θίνες, 2024.

Νίκος Σφαμένος, ένα ποίημα

ο μαθητής της πρώτης
δημοτικού
έκρυβε συνεχώς
το πρόσωπο του
την ώρα που οι
συμμαθητές του
κοιτούσαν
το νέο σχολείο
εκείνος
βρήκε μια απόμερη
γωνιά
και κρύφτηκε
το ρολόι κόλλησε ξαφνικά
κι εγώ
χωρίς να ξέρω πως
θυμήθηκα
όλους τους απροσάρμοστους
τους ξεχασμένους
της ζωής
να δακρύζουν μόνοι
στα ξηρά
αλλά αγιασμένα τους
καταφύγια

*Σεπτέμβρης 2021, αγιασμός στο Δημοτικό Σχολείο Κεραμείου Λέσβου.

Charles Bukowski, Εξομολόγηση γι’ αυτούς που δεν ανασαίνουν στις κηδείες

το γουρούνι τσακώνεται γιά
το μέγεθος τοῦ ἥλιου
καί χίλια μηδενικά σάν μέλισσες
προσγειώνονται στο δέρμα μου κι
ἡ ὀνοματολογία τῶν κραυγῶν μου
σ’ ἕνα μικρό δωμάτιο
κουβαριάζεται σ᾿ αὐτές τις λύσεις:
γερτυιοπά
αστφκχζκλι;
ζξσβμπνμ,./! –
ἕνας κοκαλιάρικος στρατός
σούπα ἀπό κόκαλα σκουπιδιῶν
αὐτή ἡ σπαταλημένη μπογιά!
μᾶς λήστεψαν δίχως
ὅπλακομματιαζόμαστε σάν σανίδια καί
τριζόνια.
κομματιαζόμαστεκρατῶ ἕνα πεθαμένο λουλούδι στον ἥλιο.
εἶν᾿ εὔκολο.διασχίζω παλιά δωμάτια καί θαυμάζω τόν Μπαλζάκ.
80 μυθιστορήματα και τώρα εἶναι νεκρός καθώς στέλνω ἕνα μικρό ποίημα στή Νέα
᾿Ορλεάνη καί τό ξετυλίγεις καί κοιτάζεις τόν ἐραστή σου’
καὶ δὲν εἶμαι ὁ ἐραστής σου
καί δέν εἶμαι κανενός ὁ ἐραστής
ψάχνω τόπους γιά νά πετάξω σερπαντίνες μαύρων φιλιῶν
ἀπό σκίουρους. ἡ ὥρα εἶναι 8 νύχτα ἤ πρωί. μόλις γύρισα.
τό σύστημα με συνθλίβει και ξεντύνομαι.

*Από το βιβλίο «Μπουκόβσκι: Επιλογή από το έργο του» (Εκδόσεις Η Μικρή Εγνατία, Θεσσαλονίκη, 1980). Μετάφραση: Αλέξη Τραϊανός.

Μαρουσώ Αθανασίου, Η βέρα της είναι φοβερό πράγμα

βαριά θηλιά κι αδύναμο το δάχτυλο
σκαρφαλώνει από τον παράμεσο του αριστερού χεριού
αλλάζει χέρι
κι ύστερα κρύβεται στην τσέπη της ζακέτας.

-ξεχνιέται

κάθε τόσο χορεύει με τον δείκτη και τον αντίχειρα
τον μέσο

τον μικρό

-αφήνεται στο κομοδίνο

τα μάτια ακολουθούν τις διαδρομές
χαϊδεύουν το ασήμωμα που ξέφτισε
που τίποτα δεν λέει αλλά σημαίνει

η βέρα της που είναι χρυσό Πράγμα

η βέρα που είναι Πράγμα στο συρτάρι

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Εκατό και είκοσι φωνές”, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2025.

Γιώργος Αναγνώστου, Αφιερωμένο στις σκοτωμένες γυναίκες εργάτριες

(με αλληλεγγύη και για την εργατική τάξη στη διασπορά)

Η φωνή μου φωνές μας
Πανταχού παρούσα
η απουσία μου
κάθε στιγμή που
φίνα φοντάν ξετυλίγετε
ή και αλλιώς
παιχνίδια για τα παιδιά σας
ξεφτέρι έχω γίνει στο περιτύλιγμα
––«your fingers, magic»
ο γλοιώδης εργοδότης …
αλλά ακόμη και στην οικονομία
του σούσι θα με βρείτε
ναι του σούσι
όταν λιώνει στο στόμα σας
γεύεστε τη πειθαρχία μου
完璧
kanpeki / περφέξιον / teleiotita
––συνθήκες απαίτησαν
και ακριβώς γι αυτό
λουσμένη με αίματα η κολλητή μου
portion cutting το λένε
σε περίπτωση που δεν γνωρίζετε
στα παϊδάκια που ξεκοκαλίζετε
ξεδιάντροπα σε selfie
να στάζουν λίγδα στο fb
πανταχού παρόν
το εξαντλημένο της κορμί
Η φωνή μας
στα check out των σούπερ μάρκετ
«178.56 is your total»
στου mall την ανακοίνωση
lost & found
ανακουφιστικός επιβεβλημένα ο τόνος
––πέπλο στον πόνο
που με σφάζει από χθες
Χείμαρρος στη φωνή
της σερβιτόρας
«enjoy»
«can I get you anything else»?
συνταγή φράσεων
eggυημένη
––σε αναζήτηση καθημερινής ποίησης
και ακόμα
Στο χαμόγελο όταν
σας προσφέρω τη μορταδέλα
«is this how thin you like it sir?»
όπως ακριβώς την ζητήσατε
Η προφορά του toy
«thin or thick»?
––I amuse myself
Απούσα είμαι
αόρατη μπροστά σας
δεν με βλέπετε
φάντασμα
πού μένω
pως τα βγάζω πέρα
τι σκέφτομαι
––η χθεσινή έκρηξη πώς με γερνάει
ο φόνος φωνών
μιλήσανε ποιος ακούει ποιος ακούει
tι ψηφίζω
τι καταριέμαι
από που ψωνίζω
το εβδομαδιαίο μπάτζετ
αγώνας δρόμου αγωνία
––Ι «cut γωνίες»* όπου με παίρνει
πώς κατέληξα εδώ
κάθε βράδι
σε τι νότες τσιρίζει η εξουθένωση
στης λεκάνης το ζεστό νερό
––βουλιάζει το παράπονό μου
Η «υποκειμενικότητά» της
έπιασε κάπου το μάτι μου
ίσως σε κάποιο μελέτημα
από τα δικά σας
δεν θυμάμαι
που και που τα ξεφυλλίζω
στο κινητό στο μετρό στο τραμ
ταμάμ λέω αν μου αρέσει η φωνή σας
αγαπημένη του παππού η λέξη
η Ελλάδα μ’ έχει τραγουδήσει
είμαι η Μαίρη Παναγιωταρά
όμως εσείς εδώ
μας ξεχνάτε ξεχνάτε ξεχνάτε
your money ate us ate us ate
την ύπαρξη μας
τα ποπ τα όπα
στον «έρωτα που άλλο δεν αντέχω»
ας είναι καλά
ο Γρηγόριος ο Ερευνητής
Υπάρχω τώρα
κάπου 15% πιο πάνω από τον πάτο
των 8% σε near poverty
Υπάρχουμε
στις στατιστικές του
αναλύσεις
%%%%%%%
εκεί ελλοχεύουν ίσως
κάποιες λύσεις
––αχ με πιάνει το μεράκι
φέρε Θοδωρή την πολύτιμη ρακί
και ανθρωπολόγο τρυφερά
να μας ρωτήσει
πόσο κόστισε εκείνη
η επώδυνη ραφή
Η φωνή να ακουστεί
πόσες οκάδες κούρασης
χώρεσαν
στο λαμπερό παλτουδάκι
για το χρυσό μου Ελενάκι
την Ελενίτσα μου
for her name day, you know, αμέ!
να χαρεί κι αυτό μια μέρα
να πλέει στο σωματάκι του
το διάλεξα
άσμα πλεονάσματος
τα μέτρα της οικονομίας
να καταργήσει για χάρη της ημέρας
––να φορεθεί και του χρόνου
ομολογώ το σκέφτηκα
πριγκίπισσα όμως με τίποτα δεν την ντύνω
με μαγικό ραβδάκι το Μίδα να φλερτάρει
αγωνίστρια τη θέλω
τις φιλανθρωπίες να απεχθάνεται
στα zip code του Μαν Αχ ταn
τις γκαλά με τα καλά τους
τα παπιγιόν τα ρεβεγιόν τα σκατογιών
τις τουαλέτες τις χρυσές σερβιέτες
δομικές αλλαγές απαιτώ
μια ρεμπέτισσα παλιάς κοπής ζητώ
το αχ σκοτεινής φωνής
λεπίδα να κόβει
του χρόνου τις ρωγμές
δύσκολου ξημερώματος
την οργή μας οργιές
σε νέα βάθη να βυθίζει
από μέσα της να τραγουδώ
ενώ διαδηλώνω
της τάξης μου τα δίκαια να διεκδικώ.

*Σημείωση cut corners: τρόποι να εξοικονομηθεί χρόνος ή χρήμα.

Λευτέρης Πούλιος, Τρία ποιήματα

Έργο του Τάσου Μαντζαβίνου

4
Αυτοί οι μονότονοι ήχοι
είναι της πολιτείας το τραγούδισμα
με τ’ ουρανού τον αντίλαλο.

Στ’ αυτιά μου ένα συνεχές μούρμουρο
της ασέλγειας των μηχανών

και συντροφεύει
την ύπαρξή μου

5
Μεσάνυχτα στο δωμάτιό μου
έξω ακούγεται ο αργός βηματισμός
της αντάρτισσας άνοιξης.
Θρυμματίζομαι στην πίεση μιας σκέψης
φωνή από κάπου μακριά
συντροφευμένη με αγρύπνια.

Δεν έχω είμαι ούτε όνομα
δεν έχω κορμί ούτε πνεύμα
κλαίω σιωπηλά τη γη μου.
Καλώ μια ζωή με μόχθο και θλίψη
πίσω απ’ το σκοτάδι.

6
Ένα τραγούδι απόψε υψώνεται
από τα βάθη μιας ερημικής καρδιάς.

Ύφος χαμόγελο και λευτεριά
αυτό το πηγαίο.

Μόνος χωρίς αγάπη ή θάνατο
γυμνός, σκοταδιού τέλμα.

*Από τη συλλογή “Αντί της σιωπής”, σε ζωγραφική Τάσου Μαντζαβίνου, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1993.

Λεμονιά-Μόνικα Αβαγιάννη, Γυναίκα

Γεννήθηκες τη μέρα της ελευθερίας
για ευχές φορτώθηκες
βιώματα και πάθη.
Μάνας, γιαγιάδων, προγιαγιάδων.
Ιστορίες άκουγες, με μάτια ανοικτά
που έκλειναν, να κρύψουν ένα δάκρυ.
Κέντησαν στην ψυχή
προικιά αναστεναγμούς
και ξόρκια ανομημάτων.

Γυναίκα!
Οποίο κομματιασμένο.
Μέλη φιλήδονα φυλαγμένα.
Αλλού πεταμένα
ασύμμετρη απειλή
Κυνηγημένη προσφύγισσα
πατριαρχικών πολέμων.
Πόθος ακάλεστων νταβατζήδων
και νάρκισσων κακοποιητών.
Φάρος, φωτίζεις το όνειρο
φυλακισμένων κοριτσιών.

Γυναίκα.
Μάνα.
Αδελφή.
Το χέρι δώσ’ μου

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Εκατό και είκοσι φωνές”, Εκδόσεις Καστανιώτης, 2025.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι έργο της ποιήτριας.

Μάτση Χατζηλαζάρου, Αγκαλιαστείτε, γιατί χανόμαστε… !!!

Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλα τα μάτια, και τους καημούς, τα βράχια, τ’ ακρογιάλια,
τους αετούς, τη μουσική όλων των κλαριών, τον αφρό όλων των κυμάτων.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλους τους ασφόδελους που φύτεψα στα βράχια, όλα μου
τα μεράκια, τα ντέρτια – το τσιφτετέλι και το ζεϊμπέκικο,
το κρεμεζί μου το μαντίλι και τις γαλάζιες μου τις χάντρες.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλα μου τα κολύμπια στην Κινέτα, τον έρωτά μου με το φως
και τα βότσαλα, την αναπνοή μου όταν αγαπώ, τη χαρά μου όταν ζω.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλες τις μέρες του χρόνου – δικές μου είναι, από τη μιαν
αυγή στην άλλη – με πλημμυρίζουνε ανοιξιάτικες ευωδίες,
ξεφάντωμα και κορεσμός του ήλιου.

Δημήτρης Τζάνογλος, Η βεράντα μου

Σήμερα σκούπισα τη βεράντα μου
Χάζευα απέναντι τον άδειο δρόμο
Το κουφάρι της Αθήνας
Στέκει περήφανο τον Αύγουστο
Παρουσιάζει την περηφάνια του
Και τον πλούσιο, μα άδειο
εσωτερικό του κόσμο.
Σκούπιζα για ώρα
Σκούπισα το δάσος του Βαρνάβα
Σκούπισα την Πεντέλη
Σκούπισα το Μάτι και την Εύβοια
Σκούπισα την Πάρνηθα και την Ηλεία
Τίποτα δεν έμεινε
Λάμπει η βεράντα μου.

*Από τη συλλογή “Μαγνητική ρουτίνα” Εκδόσεις Έναστρον, Νοέμβριος 2025.