Παρισινή Κομμούνα (18 Μαρτίου – 28 Μαΐου 1871)

Tης Ζαν Μαρί τα χέρια
είναι γεροφτιαγμένα

μαυρισμένα από το καλοκαίρι
χέρια χλωμά σαν πεθαμένα.

Το χρώμα αυτό το σκοτεινό
πώς πήρε τέτοιο χέρι;

Στις λίμνες μήπως πλένοντας του αισθησιασμού;
Το πρόσωπο αγγίζοντας γεμάτου φεγγαριού
που κύλησε στην αγκαλιά του ήρεμου νερού;
Τη ζέστη τάχα ρούφηξε βάρβαρου ουρανού
στη λυπημένη μοναξιά κάποιου μεσημεριού;

Κι έκαψε με τη θέρμη του τα χέρια τα γερά
ακουμπισμένα ήσυχα σε γόνατα κομψά;
Τί χέρια τάχα να ναι αυτά;..

Χέρια που επανάσταση ξέρουν να τραγουδούν
της παρηγόριας προσευχές δε κάθονται να πουν.

Απ΄το λαιμό αν θέλουνε μπορούν να σας αρπάξουν
εσάς αριστοκράτισσες, ευγενικές αστές,
τα τρυφερά τα άκρα σας, λευκά και βυσιννιά
να τα συνθλίψουν μονομιάς σαν τα ξερά κλαδιά,
με τούτες τις παλάμες τους τις τόσο δυνατές

Η καστανή η λάμψη σας, χέρια αγαπημένα,
τ΄αθώα πρόβατα τραβά
Στα δάχτυλά σας τα καρυκευμένα
ρουμπίνι αφήνει ο ήλιος όταν τα κοιτά

Η λαική καταγωγή τα κηλιδώνει, το καφετί τους χρώμα
αμαρτωλό λεκέ απ΄το χθες ζητάει να θυμίσει,
όμως περήφανος επαναστάτης δεν υπάρχει
που αυτά τα χέρια δεν λαχταράει να φιλήσει!

Υπέροχα τα χέρια τούτα, χάρισμα
ενός ήλιου με αγάπη φορτωμένου
πάνω στο μπρούτζινο των όπλων χρώμα
του Παρισιού του επαναστατημένου.

Αρθούρος Ρεμπώ

Σοφία Πολίτου, Τσακάλια

Kazuyuki Ohtsu, Sudden Snow (1935)

Στήνει το κεφάλι προς τον νότο
και στέκεται ακίνητη.
Πιάνει τον ήχο των τσακαλιών
που πατούν το χιόνι.
έφτασαν στις λεύκες και στα πλατάνια
για νερό.
Μετράει νοερά τα πόδια τους
και παραμένει σ’ εγρήγορση.
 
Το χιόνι που την αφήνει νηστική,
σκεπάζει κάθε καλοσύνη,
γι’ αυτό κι εκείνη πολεμάει
τη θαλπωρή της νάρκης
δαμάζοντας πρώτα
της φύσης της την αδυναμία,
και παραμένει σ’ εγρήγορση.
 
Στο μεταξύ νυχτώνει,
τα τσακάλια κινούν
στα κοιμισμένα βαλτοτόπια
-όλο και κάποιος χειμερινός νεοσσός
θα βλέπει όνειρα στη μικρή του επικράτεια.
Στρογγυλά πουλιά με κόκκινο ράμφος
σημαίνουν συναγερμό.
Ξυπνούν οι φόβοι και κρύβουν
τα παιδιά ανάμεσα στις στεριωμένες ρίζες.
 
Υπάρχει πάντα ένας ενδιάμεσος τόπος
που σ’ αυτόν δίνονται οι πιο σκληρές μάχες.
Καθημερινά. Νυχθημερόν. Ασταμάτητα.
Κι εκεί τα τσακάλια έχουν δύο πόδια.
 
Εκείνη που μπορεί ν’ ακούει τα αστέρια,
και αφουγκράζεται τις μεγάλες εισβολές,
δεν χάνει χρόνο, κινεί στο λυκόφως
να σώσει τις απάτητες φωλιές
και τα μάτια αυτών
που δεν ξέρουν να προσποιούνται.

Τάκης Σινόπουλος, Επίκληση στον ήλιο της Ελένης

Λάμψε ήλιε
πανύψηλε της προπατορικής Ελλάδας, λάμψε εδώ·
σε τούτη τη στιφή αγκαλιά
της στάχτης. Λαβωμένο φως
να λούσει τη θρησκεία του σώματος
και την πικρή σου ανάμνηση, ήλιε.
‘Ηλιε βασάνισε τον ισκιερό κατήφορό της,
όπου πυρώνουν δόντια της παραφοράς,
όπου αναζούν οι καθαρές
κινήσεις των μαστών των πράσινων,
στην περιφέρεια του αδυσώπητου
φιλιού, στον κύκλο αυτής της τρομερής
γυμνότητας.
Λάμψε ήλιε των νεκρών
ποιητών.
Αχτιδοφόρος ήλιος της Ελλάδας είναι τώρα εδώ,
στον πείσμονα αρνητή της μαρτυρίας του χρόνου,
στον ηττημένο από τη μέθη του κακού
παραμυθιού. Πάνω στα κέρδη λάμπει τα πολύτιμα,
πάρα πολύ πικρά, που δεν υπάρχουν. ‘Ηλιε,
λάμψε ήλιε της φανταστικής
Ελλάδας, η πολυάνεμη,
η κόμη αυτή πολυάνεμη που κατεβαίνει ως τις ρωγμές
του σώματος βαθύσκιωτη ανεμίζοντας,
σκεπάζει ένα κεφάλι λευτεριάς
κι’ οδύνης. Ω, καθάρισε
της ανηφορικής Ελλάδας ήλιε,
την άμπωτη τη σκοτεινή της νύχτας του αίματος,
τις ανεξήγητες φωνές των προπατόρων,
ω του θανάτου αχτίδα αστραφτερή
στέμμα βαρύ της μνήμης μου ήλιε,
πάνω σ’ αυτό το σώμα που μονάχο αμύνεται,
χλοερές κοιλότητες μα πέτρινα
τα μέλη, αστείρευτοι οι μηροί.
Λάμψε ήλιε της νεκρής Ελένης.
Η σάρκα αποχαιρέτησε την έκσταση.
Αιώνια κύματα σαρώνουν την ασήκωτη καρδιά.
Σώμα έρημο περίλυπο μέσα στην κάψα του ήλιου·
κι’ εδώ στα δώματα η κραυγή μυρίζει ακόμα
τον έρωτα. Γαρύφαλλα, γαρύφαλλα
κηρύχνουν άλλη μια φορά μια ματωμένη ανάσταση.
Το πρόσωπο – αίνιγμα του πάθους ξαναγύρισε.
‘Ηλιε,
λάμψε ήλιε των μηρών των ξάστερων
της ζωντανής Ελένης, ω
μετέωρο πνεύμα, δικαιοσύνη του φωτός
πυρπόλησε το κέντρο το νωπό των τρομερών κοιλάδων
κι’ ας ζήσει μόνο ο λόγος ο γυμνός
που ξέρει
ποιες παραισθήσεις ποια όνειρα ποιες αναμνήσεις αθεράπευτες
ποια δίψα μ’ έφερε ως εδώ,
τον έρωτα να δέσω και το ποίημα τούτο το παράφορο
με την νεκρήν Ελένη.

ένα έτσι, όποιος χειροκροτά να πιει

όποιος χειροκροτά να πιει
εσύ να πιεις
όποιος αντιδράει να πιει
όποιος χάνει να πιει
όποιος μιλά με μονοσύλλαβα να πιει
όποιος σπάει τη σιωπή να πιει
εσύ πιες
όποιος μιλά στον ενικό να πιει
όποιος έχει τηλέφωνο να πιει
όποιος είναι μίζερος να πιει
εσύ πιες μαζί του
ανάγκασε κάποιον να πιει κι άλλο
όποιος διώχτηκε από το μπαρ να πιει
στρίψε το νόμισμα και πιες ότι κι αν έρθει
όποιος είναι ικανοποιημένος να πιει
όποιος έχει περάσει τα δεκαέξι να πιει
όποιος θυμάται τον στίχο ενός τραγουδιού
να πιει
όποιος ζει από περιέργεια να πιει
όποιος φοράει τζιν να πιει
όποιος ή όποια είναι κορίτσι να πιει
όποιος γελάει για κάποιον λόγο να πιει
όποιος είναι αλκοολικός να πιει
όποιος κοιτάει στα μάτια να πιει
όποιος είναι γεννημένος άνοιξη να πιει
όποιος ισορροπεί στο ένα του πόδι να πιει
όποιος τσακώνεται χωρίς λόγο να πιει
όποιος κοιτάει την ώρα να πιει
όποιος έχει μεγάλη μύτη να πιει
όποιος κοιμάται μόνος να πιει
όποιος χαλάει λεφτά σε μαλακίες να πιει
εσύ πιες
όποιος δεν βλέπει να πιει
όποιος αργεί να αποφασίσει να πιει
όποιος νομίζει ότι αδικήθηκε να πιει
όποιος αρνείται να απαντήσει να πιει
τώρα που ξεκινήσαμε να πίνουμε
μπορούμε και να συνεχίσουμε

*Από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2025/03/16/8565/#like-8565

Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Μαχαιριά

Artwork: Κασσάνδρα Αλογοσκούφι

Αρρώσταινες συχνά.
Έκανες στάσεις.
Διένυες αποστάσεις.
Το κόκκινο χάπι. Το πράσινο.
Σε δύο δόσεις το σιρόπι.
Κι έπειτα αποφάσισες
θα τον έκοβες το γιατρό,
και όπου βγάλει.
Και το βρήκαν – στη γιορτή του,
με μια μαχαιριά στην πλάτη.

Λευτέρης Πούλιος, Τα περιπλανώμενα φιλιά μας

Egon Schiele, The kiss (1911)

Τα περιπλανώμενα φιλιά μας
μπορούν να διατρέξουν τον κόσμο όλο
αλλά η αγάπη δεν μπορεί να σβήσει τις αποστάσεις
που μας χωρίζουν αιώνια
τον έναν απ’ τον άλλον.
Είσαι ένα νησί κατοικημένο από φωνές
και όστρακα
κι ήρθα σε σένα σαν ναυαγός
ν’ αγγίξω το θαμμένο μέλι
στα σκοτεινά πέταλα των γοφών σου.

*Από τη συλλογή “Το αλληγορικό σχολείο”, Εκδόσεις Κέδρος, Δεκέμβριος 1999.

Άννα Αχμάτοβα, Δύο ποιήματα

Την τρίτη άνοιξη συναντώ μακριά…

Την τρίτη άνοιξη συναντώ μακριά…
Από το Λένινγκραντ.
Την τρίτη; Και μου φαίνεται, αυτή
Θα είναι η τελευταία.
Όμως δε θα ξεχάσω ποτέ,
Ως την ώρα του θανάτου,
Πόσο ευχάριστος μου ήταν ο ήχος του νερού
Στις δενδρώδεις σκιές.
Η ροδακινιά άνθιζε,
μα οι βιολέτες φαίνονταν σαν καπνός
Όλα μεσ’ τ’ αρώματα.
Ποιός έχει την τόλμη να μου πει, ότι εδώ
Εγώ βρίσκομαι σε ξένη γη;

Третью весну встречаю вдали…
Третью весну встречаю вдали…
От Ленинграда.
Третью? И кажется мне, она
Будет последней.
Но не забуду я некогда,
До часа смерти,
Как был остраден мне звук воды
В тени древесной.
Персик зацвел а фиалок дым
Все благовонней.
Кто мне посмеет сказать что здесь
Я на чужбине?

*

Γύρω από την άνοιξη οι μέρες έχουν ως εξής

Γύρω από την άνοιξη οι μέρες έχουν ως εξής:
κάτω από το σκληρό χιόνι
αναπαύεται το λιβάδι,
τα δέντρα θορυβούν με ευχαρίστηση – στεγνά
και ο ζεστός αέρας
είναι τρυφερός και ευέλικτος,
το σώμα απορεί με την αλαφράδα του,
και συ δεν αναγνωρίζεις το σπίτι σου,
αλλά και το τραγούδι εκείνο,
που πριν το βαριόσουνα,
σαν καινούργιο, με μια έξαψη το τραγουδάς.

Перед весной, бывают дни такие…
Перед весной бывают дни такие:
под плотным снегом отдыхает луг,
шумят деревья весело-сухие,
и теплый ветер нежен и упруг,
и легкости своей дивится тело,
А песню ту, что прежде надоела
как новую, с волнением поешь.
1917

*Μετάφραση: Ζωή Καραπατάκη
**Δημοσιεύτηκαν στο “Λογοτεχνικό Δελτίο”, τεύχος 33, Μάρτης 2025.

Μαχμούντ Νταρουίς, Και επέστρεψε σε… σάβανο

1
Μιλούν στη χώρα μας
μιλούν με μελαγχολία
για το φίλο μου που έφυγε
κι επέστρεψε σε σάβανο
Το όνομά του ήταν…
Μην ανακαλείτε το όνομά του!
Αφήστε το στις καρδιές μας
Μην αφήσετε τη λέξη
να χαθεί στον άνεμο, όπως η στάχτη
Αφήστε τον, πληγή αιμορραγούσα
ο επίδεσμος δε βρίσκει
δρόμο γι’ αυτή
Φοβάμαι, αγαπημένοι μου
Φοβάμαι, ορφανοί μου
Φοβάμαι μην τον ξεχάσουμε
μέσα στην πληθώρα ονομάτων
Φοβάμαι μη διαλυθεί
στους στόβιλους του χειμώνα!
Φοβάμαι μην αποκοιμηθούν στις καρδιές μας
οι πληγές μας..
Φοβάμαι μην αποκοιμηθούν!

2
Η ζωή… η ηλικία ενός βλαστού
που δε θυμάται τη βροχή
Δεν έκλαψε κάτω απ’ το μπαλκόνι του φεγγα-
ριού
Δεν πάγωσε το χρόνο με το ξενύχτι
Δεν έσφιξαν τα χέρια του
κοντά σε κάποιον τοίχο
Δεν ταξίδεψαν πίσω απ’ την κλωστή του πόθου
τα μάτια του!
Και δε φίλησε κάποια όμορφη..
Δε γνώρισε ερωτόλογα
παρά μόνο σε τραγούδια ενός τραγουδιστή
που τον μπέρδεψε η ελπίδα
δεν είπε στην όμορφη: αχ, θεέ μου!
Μονάχα δυο φορές!
Δε γύρισε το βλέμμα της,
δεν του ’δωσε παρά την άκρη του ματιού της
Tο αγόρι ήταν μικρό…
Έτσι έφυγε απ’ το δρόμο της
και δε σκέφτηκε πολύ τον έρωτα!

3
Μιλούν στη χώρα μας
μιλούν με μελαγχολία
για το φίλο μου που έφυγε
κι επέστρεψε σε σάβανο
δεν είπε όταν ζωντάνευαν τα βήματά του
πίσω απ’ την πόρτα
στη μάνα του: αντίο!
Δεν είπε στους αγαπημένους, στους φίλους:
τα λέμε αύριο!
Δεν άφησε γράμμα
όπως συνηθίζουν οι ταξιδιώτες
που να λέει: επιστρέφω,
για να σβήσουν οι αμφιβολίες
δεν έγραψε ούτε λέξη
που να φωτίσει τη νύχτα της μάνας του,
που μιλά στον ουρανό και στ’ αντικείμενα,
λέει: εσύ, μαξιλάρι στο κρεβάτι!
εσύ, τσάντα με τα ρούχα!
εσύ, νύχτα! εσείς, άστρα!
εσύ, θεέ! εσείς, σύννεφα!:
Δεν είδατε κάποιον περιπλανώμενο
με μάτια σαν δυο άστρα;
Τα χέρια του δύο καλάθια με βασιλικό
το στήθος του μαξιλάρι
των άστρων και του φεγγαριού
τα μαλλιά του κούνια
για τον άνεμο και τα λουλούδια!
Δεν είδατε κάποιον περιπλανώμενο
κάποιον ταξιδιώτη που δεν ξέρει από ταξίδια!
Έφυγε χωρίς φαΐ, ποιός θα ταΐσει το παλικάρι
αν θα πεινάσει στο δρόμο;
Ποιός θα ελεήσει τον ξένο;
Η καρδιά μου
σύντροφος στις συμφορές του δρόμου!
Η καρδιά μου μαζί σου,
παλικάρι μου, παιδάκι μου!
Πείτε της: εσύ, νύχτα, κι εσείς, άστρα!
Εσείς δρόμοι! Κι εσείς, σύννεφα!
Πείτε της: δε θα πάρεις απάντηση
έτσι η πληγή θα είναι πάνω στα δάκρυα
πάνω στη θλίψη και στα βάσανα!
Δε θα πάρεις απάντηση
δε θα περιμένεις πολύ
επειδή αυτός..
επειδή αυτός πέθανε, δεν πρόλαβε να μεγαλώσει!

4
Εσύ, μάνα του!
Μην ξεριζώνεις τα δάκρυα!
Το δάκρυ, μάνα, έχει ρίζες,
μιλά με το βράδυ κάθε μέρα..
Λέει: εσύ, νυχτερινό καραβάνι!
Από πού περνάς;
Μπούκωσαν οι δρόμοι του θανάτου
Τους έφραξαν οι ταξιδιώτες
Έφραξαν οι δρόμοι της θλίψης
Ας σταματούσες δυο λεπτά
δυο λεπτά!
Για να σκουπίσεις το μέτωπο και τα μάτια
για να πάρεις κάτι απ’ τα δάκρυά μας
για ενθύμιο
για όσους πέθαναν πριν από μας
για τους αγαπημένους μας ξενιτεμένους
εσύ, μάνα του!
Μη ξεριζώνεις τα δάκρυα
Άσε στο πηγάδι της καρδιάς δυο δάκρυα!
Ίσως πεθάνει ο πατέρας του
ο αδερφός του
ή ο φίλος του, εγώ
άσε για μας,
για τους νεκρούς του αύριο,
έστω δυο δάκρυα
δυο δάκρυα!

5
Μιλούν στον τόπο μας πολύ για το φίλο μου
διαπέρασαν οι ριπές τα μάγουλά του
και το στήθος του και το πρόσωπό του
Μην αναλύετε τα πράγματα!
Εγώ είδα την πληγή του
και πρόσεξα πολύ τις διαστάσεις της
«πονάω τα παιδιά μας
και κάθε μάνα που αγκαλιάζει το κρεβάτι!»
Εσείς, φίλοι αυτού που έφυγε μακριά
μη ρωτάτε: πότε θα επιστρέψει
μη ρωτάτε πολλά
μόνο ρωτήστε:
πότε θα ξυπνήσουν οι άντρες!

*Μετάφραση: Ευτυχία Κατελανάκη

**Δημοσιεύτηκε στο “Λογοτεχνικό Δελτίο”, τεύχος 33, Μάρτης 2025.

Λίνα Φυτιλή, Δύο ποιήματα

Χώμα και νερό

Το δέμα
μην ξεχάσεις μόνο,
είπε φεύγοντας.
Ας μη μπλέκονται
οι πεθαμένοι με τους ίσκιους
ή με τους ζωντανούς.

Μπες στην πόλη,
στο ποτάμι της κίνησης,
όποιος δεν κυλάει γρήγορα
στεγνώνει στις όχθες του.

Επιστρέφω τώρα
στα γυαλιστερά νερά.

Τα οστά διπλωμένα στη μέση
θα ταχυδρομηθούν αύριο
στο χώμα.

*

Πρότερος έντιμος βίος

Τι πειράζει που δεν είσαι ο Καραβόμυλος,
όταν ανάμεσα στα πόδια μου
μπαίνεις
όταν φτάνουμε σε ένα τέλος
Εελαφρύτερο
από το ποίημα,
με μάτια
ξυράφια
και το τριλαμπές της μιας Θεότητος.

*Από τη συλλογή «μυθική μέρα», Εκδόσεις Ενδυμίων, Φεβρουάριος 2014.

Έλενα  Πολυγένη, Δύο ποιήματα

Μουσική
Εκείνη είναι απλώς τόξο. Δέχεται το βέλος αδιαμαρτύρητα. Απ’ αυτό περιμένει να δει την κατεύθυνση. Υποκλίνεται σαν να πρόκειται για εξουσία. Δεν υπάρχει δικαιολογία για ό,τι γέρνει στο έδαφος. Είναι υποχρεωμένη να βρει τη λύση. Τα δάχτυλά του ετοιμάζουν την έκρηξη. Τεντώνεται σαν χορδή. Μια απαλή, μεστή συγχορδία δραπετεύει μέσα απ’ τον θώρακά της.

*
Δάκρυα

Δεν ήταν πια εκείνη. Ήταν όλα τ’ άλλα εκτός από κείνη. Ήταν το βλέμμα τους ανάστροφο στα πράγματα, ήταν τα πράματα τα ίδια. Ήταν όλα όσα αυτοί προσπαθούσαν να είναι ήταν χιλιάδες διαφορετικές φωνές στο μυαλό της. Ο θώρακάς της σαν μίσχος πάλευε να συγκρατήσει το τοπίο, που έκθαμβο έρεε κάτω απ’ τα μάτια της κι εξατμιζόταν.

*Από τη συλλογή «Ανάγλυφη», Εκδόσεις Ρώμη, Μάρτιος 2021.