Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Νο 733 (ασκήσεις)

Έργο του Friedrich Schröder Sonnenstern

Έργο του Friedrich Schröder Sonnenstern

εντάξει,
το ήθελες,
μπλέχθηκες στο σκελετό του χρόνου
και στοιβάζεις
εγχειρίδια ποίησης,
για να οπλίζεις το όπλο,
με λέξεις,
από συνταγές
καλοθρεμμένων
ιππέων σου και
βέβαια
θυμάσαι,
τους πένητες δρόμους,
τότε που οι τοίχοι ξεψυχούσαν,
στην αντίστροφη
μέτρηση των βογγητών μας,
όμως,
πίσσωσες το φως
και οι δαίμονες κατέφθαναν
στο αίμα
που αιμορραγούσε, ανακρίσεις
σκότωσαν την αφήγηση
και όταν
ο αέρας,
τα ψέματα αυνανίζοντας,
βρέθηκε ένοχος
για την ασφυξία της φλόγας μας,
τα αιχμάλωτα ζώα
πυροβόλησες
των ενοχών σου,
τα μάτια μου για να σβήσεις
με τα καλλυντικά
του γέλιου
σου, όμως,
τη διασταύρωση ξέχασες,
οι δρόμοι
συγκρούονται,
όταν το λίπος της ενοχής
γίνεται αντίδοτο
και βρέθηκες,
στη σιωπή να χειρονομείς,
με το θόρυβο
της απιστίας

Έργο του Friedrich Schröder Sonnenstern

Dylan Thomas, Υπήρξε καιρός

Άγαλμα του ποιητή στο Maritime Quarter της γενέτειράς του Swansea της Ουαλίας

Άγαλμα του ποιητή στο Maritime Quarter της γενέτειράς του Swansea της Ουαλίας

Υπήρξε καιρός
που χορευτές με το ξεφάντωμά τους
Σε χαρωπές παιδιάστικες συνάξεις
Τα βάσανά τους αλαφρώναν;
Υπήρξε καιρός
που μπορούσαν να κλάψουν με βιβλία.
Όμως ο χρόνος
έβαλε το σαράκι του στο πέρασμά τους.
Τώρα ειν’ αβέβαιοι
κάτω από την αψίδα τ’ ουρανού.
·Ο, τι για πάντα άγνωστο θα μείνει
Είναι το βεβαιότερο σε τούτη τη ζωή.
Κάτω απ’ τα ουράνια σημεία,
ο δίχως άκρα
Έχει τ’ αγνότερα χέρια
και σαν τ’ άκαρδο στοιχειό
Απλήγωτο στη μοναξιά του,
ο τυφλός καλύτερα βλέπει.

Βίκυ Βανίδη, Ξεσκούριασμα συναισθημάτων

Φωτογραφία: ROBERT AND SHANA PARKEHARRISON

Φωτογραφία: ROBERT AND SHANA PARKEHARRISON

Σταγόνες βροχής πέφτουν πάνω στους τσίγκους 

που παράτησε χθες βράδυ, όπως όπως, στο δρόμο 

το συνεργείο επισκευών στραπατσαρισμένων ελπίδων 

και αυτός ο ήχος, άχρονη θύμηση 

απόηχος παιδικών αναμνήσεων,

σκονισμένων ονείρων 

και σκουριασμένων συναισθημάτων.

Το σπίτι του Παππού μου με τα τσίγκινα υπόστεγα,

σκεπαστές αγκαλιές για τα ζώα της ζωής του.

Μια βροχερή Κυριακή με κυνήγησε ένα φτερό. 

Ο ήχος της βροχής κυλούσε σαν λυγμός

ξεθωριάζοντας την κηλίδα του βαθύ κόκκινου

που έβαψε τις πλάκες της αυλής. 

Με τρόμαξε το αίμα, η επιβολή του δυνατού, 

το κατασπάραγμα του πουλιού.

Δεν κουνήθηκα, μόνο κοιτούσα

μια αόρατη δύναμη ακινητοποίησε τα πόδια. 

Το φτερό, κινούμενο από τον άνεμο, κόλλησε πάνω μου

ζητώντας εξηγήσεις για την απάθεια μου. 

Το αιλουροειδές με τα μουστάκια του να στάζουν αίμα

γύρισε και με κοίταξε με βλέμμα βαθύ και κίτρινο. 

Με ευχαριστούσε που παρέμεινα μόνο θεατής

αυτού του άνισου αγώνα.

-Παππού Παππού κρύψε με στην αγάπη σου 

φοβάμαι την εύνοια του αιλουροειδούς 

ένα πούλι έρχεται στον ύπνο μου και ζητάει δικαίωση. 

– κοιμήσου μικρή μου 

πολλά πουλιά ζητούν δικαίωση, 

εσύ είσαι ένα τόσο δα κοριτσάκι 

και η αδικία του δυνατού πιο παλιά και από το θεό

πώς να τα βάλεις μαζί της χωρίς να γίνεις θεριό; 

Έλα μη φοβάσαι 

ο θεός είναι μεγάλος, κάποτε 

θα δικαιώσει όλους τους αδικημένους.

Αυτός ο τσίγκινος ήχος 

ήρθε από το πιο βαθύ σκοτάδι μου 

για να μου ψιθυρίσει μοχθηρά 

πως το πουλί έφυγε από μέσα μου
και η διάσταση είναι πια οριστική.

Πότισα με αντισκωρικό τα συναισθήματα μου. 

Το πιο υποχθόνιο ξεσκούριασε πρώτο

μίσος.. ναι, μισώ το θεό 

ποτέ δεν δικαίωσε το πουλί 

ούτε τους εν ζωή αδικημένους. 

Μισώ τον παράδεισο που υπόσχεται 

μεταθανάτια δικαίωση 

και τελειώνει τη ζωή με ήττα.

Τώρα πάω να ξεσκονίσω τα όνειρα μου.

Φωτογραφία: ROBERT AND SHANA PARKEHARRISON

Wallace S tevens, Infanta Marina

10526001_10204526978190155_8996497772215487908_n

Η πεζούλα της ήταν η άμμος

Και τα φοινικόδεντρα και το σούρουπο.

Από τις κινήσεις του καρπού της συνέθετε

Τις μεγαλοπρεπείς χειρονομίες

Της σκέψης της.

Το πλατάγιασμα των φτερών

Αυτού του πλάσματος της νύχτας

Μεταμορφώθηκε σε ακροβασίες πανιών

Πάνω στη θάλασσα.

Και έτσι περιπλανήθηκε

Στις περιπλανήσεις της βεντάλιας της,

Στοιχείο κι αυτή της θάλασσας,

Και του δειλινού,

Που κυλούν γύρω της

Και σχηματίζουν ήχους που σβήνουν.

Arthur Rimbaud, Οι βιβλιοθηκάριοι

Henri Fantin-Latour, The Corner of the Table

Henri Fantin-Latour, The Corner of the Table

Μάτια πρασινοκύκλιαστα, μαύροι από κρεατοελιές,

βλογιοκομμένοι, με χοντρά δάχτυλα,

συσπασμένα

στ’ ατζιά. και πάντα μ’ ασαφείς καυγάδες

πλακωμένα

τα μέτωπα, όπως στους παλιότοιχους οι

ανθήσεις οι λεπρές.

Τ’ αλλόκοτά τους κόκαλα μπόλιασαν, 

μ’ επιληπτικήν αγάπη, 

στων καθισμάτων τους τον μαύρο σκελετό

απ’ το πρωί ως το βράδυ, τα πόδια τους

επί καιρό

ατέλειωτο, σε μια περσόνα πλέκουνε ραχητική.

Οι γέροι, με τις έδρες τους, πλοκαμό έχουνε

κάμει,

νιώθοντας να τους διαπερνά ένας ήλιος ζωηρός,

ή τρέμουν, μ’ ένα ρίγος φρύνου οδυνηρό,

τα χιόνια αν δουν να κρουσταλλιάζουνε στο τζάμι.

Κι η Έδρα καλοσυνάτη είναι μαζί τους:

βρακωμένη

στα σκούρα, υποχωρεί στων κώλων τις γωνίες

το άχυρο που βράζει από σπόρους – είναι

οι θημωνιές,

όπου η ψυχή παλιών ήλιων καίεται σμαλτωμένη.

Κι οι βιβλιοφύλακες, πράσινοι

κλειδοκυμβαλιστές,
κάτω απ’ την έδρα τους τα δέκα δάχτυλα χτυπούνε

σε τύμπανου ρυθμό: θλιμμένης βαρκαρόλας

παφλασμούς ακούνε

κι οι κεφαλές τους σ’ ερωτικούς σάλους

είναι αμολητές.

– Ω, μα μην τους σηκώνετε! Ναυάγια είναι…

Ξυνίζουν

τα μούτρα τους, γρυλλίζοντας σαν

δαρμένες γάτες,

και ω, λύσσα! ανοίγοντας, αργά, τις ωμοπλάτες,

στα φουσκωτά νεφρά τα πανταλόνια ξεφουσκίζουν.

Και τους ακούτε να χτυπούνε τις φαλάκρες

σε τοίχους σκοτεινούς, πατώντας και

πατώντας στα στραβά.

Από δαμασκηνιά άγρια πυρρόχρωμα

έχουνε κουμπιά,

που το βλέμμα απ’ των διαδρόμων σέρνουν τις άκρες.

Κι αόρατο έχουν χέρι, που σκοτώνει, μα το

βλέμμα τους έχει το φαρμάκι το μαύρο

διηθημένο,

που φορτώνει, στο μάτι που πονεί, σκύλο δαρμένο

κ’ εσύ ιδρώνεις, μπασμένος σε χουνί φριχτό.

Με τις γροθιές, μες στα βρώμια μανίκια τους, θα πάρουν

τη θέση τους, ποιοι τους σήκωσαν ενώ

σκέφτονται, ξανά,

κι από το πρωί ως το βράδυ, κάτω από

τα ισχνά

πηγούνια τους, οι αμυγδαλές τους πάνε να κρεπάρουν.

Κι όταν, κάτω απ’ τον αυστηρό ύπνο,

χαμηλώνουν

πάνω στα μπράτσα τους βαθιά τις κεφαλές,

αγάπες ονειρεύονται μικρές κι αληθινές

για πολυθρόνες, που λαμπρά γραφεία τις

πλαισιώνουν.

Όπως στον μίσχο των γλαδιόλων πέταγμα

νυμφών,
άνθη μελάνης, που έφτυσε κομμάτων γύρη,

τους λικνίζουν οι κάλυκές τους, που έχουν γείρει,

-κ’ ερεθίζεται ο μπούτσος τους από τα

γένια των σταχυών.

*Μετάφραση: Άρης Δικταίος

Jack Kerouac, Δύο ποιήματα

165420_330482543746891_2087322793_n

2ο Χορικό

Κάποια μέρα θα είσαι ξαπλωμενος
εκεί σε μια ωραία έκσταση
και ξαφνικά ένα ζεστό
πινέλο με σαπούνι θα
απλωθεί πάνω στο πρόσωπό σου
-θα είναι απρόσδεκτο
-κάποια μέρα ο
νεκροθάφτης θα σε ξυρίσει
Αυτά τα ποιήματα σχεδόν τα ονομάζω
Μπλουζ του Πορτοφολά
Γιατί είναι η αποστήθιση
από μνήμης
παλαιότερων ποιημάτων
που μου τα έκλεψαν
κ λ ε φ τ ε ς δ ώ δ ε κ α

42ο Χορικό

Καλύτερα να είμαι ποιητής
Ή να πέσω νεκρός.
Μικρά παιδά είναι άγγελοι
Που κλαίνε στον δρόμο
Φοράνε αστεία καπέλα
Περιμένουν τα πράσινα φανάρια
Κουαλούν σπασμένα σιφώνια
Στο λαιμό τους
Και πλανιούνται στους σιδηροδρόμους
Των μεγάλων πόλεων
Ψάχνοντας για τρένων μηχανές
Μες στο σκατό
Τρέχουν πέρα στην προκυμαία
Και ονειρεύονται την Κατάη
Γάντζο κατάρτια με Γλάρους
Αθανατοκενής σκέψης.

*Από το βιβλίο Τζακ Κέρουακ, Ποιήματα, εκδ. Ηριδανός. Επιλογή, μετάφραση, εισαγωγή: Γιάννης Λειβαδάς.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Εις διπλούν Ύπαρξις

desert

Κοίταξε τον καθρέπτη
βλέποντας μια γερασμένη έαρ να ζωγραφίζει με νότες
την πορεία της στην περατότητα της θνητότητας

μαριονέτες, κούκλες και τρενάκια
ξεπήδησαν από την τσέπη της χορεύοντας στους ρυθμούς του Διονύσου,
μα οι μάσκες πάγωσαν κι έπεσαν,
οι Βάκχες σιώπησαν όμως ο οίνος
έρεε αμαρτωλά στη συνείδησή τους.

από τη ματιά μου ξεπήδησε ένας ήλιος, ματωμένος
έκλαιγε, ώσπου αναγκάστηκα να τον τυφλώσω
για να μην απαγχονιστεί ένεκα της ικανότητάς του
να ενοφθαλμίζεται τα πεπραγμένα και μη της ανθρωπότητας.
Μετανοώ εις το διηνεκές στην περατότητα των υπάρξεών μου,
από τότε ζωγραφίζω ήλιους ευνουχίζοντας τις ακτίνες τους.

Ανίκανη, πασχίζοντας το ακατόρθωτο.
όλα εις μάτην
κι η αιτία ∙ ασυναίρετος εσύ, κι ο πόνος αμετάβατος

Νέττα, 18/7/2013

Γεωργία Τρούλη, Μια διάσταση απολιθωμένης απόλαυσης

1903018_578944885561634_8189813017738661339_n

Είπα πως θέλω να παραμορφώνονται τα χαρακτηριστικά του προσώπου

Από την πολλή έκφραση την ένταση μέσα στην φλέβα την επιθυμία την σύγχυση

Δεν εξημερώνονται τα όνειρα εύκολα ούτε οι ακίδες των χρόνων πάνω στα έπιπλα

Κανένα γυαλόχαρτο δεν ζήτησα για τις λέξεις ξέρεις

Αλλά ούτε λύσιμο κόμπων επεδίωξα

Έτσι ήρθε η έννοια να πλακώσει την μορφή το σχήμα και το απόθεμα

Δημιουργήθηκε μορφή χωρίς σημασία

Τα ακρογωνιαία τρίγωνα τέλους συνεχίζουν

Ποτέ δεν είπα πως δεν έχω ανάγκη από χώρο που ορίζει το σώμα

Μετά από τρεις δεκαετίες το κατάλαβα

Όταν έφθασα στο όριο ρείθρο του δέρματος και αύξησα τον διάλογο

Με τον αέρα ανάμεσα στο μη και το εν

Όταν άρχισα να συλλέγω τα νεκρά κύτταρα ή πάνω να τα βάζω σε ζωντανά

Ως μέρος μιας αποφυγής αποσύνθεσης

Με ονόμασαν 

Διατεταγμένη φυγής ορίζοντα και βάθους πεδίο

Πέρα από μια αγωνιώδη συνάντηση με το αδύνατο

Μικέλης Άβλιχος, Δύο ποιήματα

images

Ο ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗΣ
υποψήφιος εν Κεφαλληνία

Ένας στην Αλεξάνδρεια ξακουσμένος,
που επλούτησε στο τζόγο με καρπιαίς,
μας ήρθε κολονάτα φορτωμένος
για βουλευτής στις νέαις εκλογαίς.
Κι έξω ντελάλι βγάνει και φωνάζει
«Για πούλημα ποιος είναι στα χωριά
ο Μαντζουράνης ψήφους αγοράζει
και τους πληρώνει κι όλα στα γερά!»
Κεφαλονίτες, αν στο πρόσωπό σας
φιλότιμο υπάρχει κι ανθρωπιά,
αποκριθήτε με το φάσκελό σας
σε κείνον που σας πήρε για τραγιά.
Της Σάμης χωρικοί, Πλαρνοί, Ρισιάνοι
πετάξτε του στα μούτρα ταις δραχμαίς.
Δείξτε του στην τιμή σας πως δε φτάνει
Και σεις πληρώσετέ τον με φτυσιαίς.

Φιλαλήθης, ατσαλένιος

Ο ΜΟΧΘΗΡΟΣ ΨΕΥΔΟΦΙΛΟΠΑΤΡΙΣ

Το πρόσωπό του εκείνο το γιωμένο,
Που της καρδιάς του δείχνει τη σκουριά,
Το γέλιο το κρυφό και λυσσιασμένο,
Που η δυστυχία των άλλων του γεννά,
Το φθονερό του μάτι το σβησμένο,
Που δείχνει βουλιμία για συμφορά,
Μας εξηγούν γιατ’ είναι διψασμένο
Τ’ αχείλι του, και πόλεμο ζητά.
Διψάει να ιδή στα μαύρα φορεμένους
Πατέρες και μανάδες που μισεί.
Να τους ίδη στα δάκρυα τους πνιγμένους,
Θάναι δροσιά στην έρμη του ψυχή.
Για τούτο υπέρ Πατρίδος σκούζει κράζει∙
Όρνιο, που για κουφάρια αναστενάζει.

Εσμεράλδα Γκέκα, Από τον “Ουρανόδεικτο”

10606290_1494458167469470_4232727974117902119_n

Για πότε ο κόσμος γίνεται

υπόθεση ιδιωτική

σαν θάνατος

και μένεις δίχως λαλιά

να διδάσκεις την εμβρυακή σου γλώσσα

στ’ ανθρωπόμορφα άστρα

Ώσπου ν’ αδράχνεις μες στο χάος

κάτι που να μοιάζει με μειδίαμα 

και φως.

*”Ουρανόδεικτος”, εκδόσεις Γαβριηλίδης.