Αθανασία Δρακοπούλου, 25η Μαρτίου – Εθνικόν και Θρησκευτικόν Πανηγύριον

Αηδίασα πια να βαδίζω σε τόπους στεγνούς,
να βλέπω σημαίες να ξεφτίζουν στον άνεμο
παιδιά να χτυπούν τα πόδια ρυθμικά,
δίχως να ξέρουν το γιατί.

Αηδίασα
οι ήρωες έγιναν πέτρινα αγάλματα,
τα ονόματά τους σκαλισμένα σε πλατείες
που κανείς δεν σταματά να διαβάσει.
Ο πυρετός ανεβαίνει,
καθώς οι ρήτορες τσακίζουν τη γλώσσα
με λόγια παλιά,
που μοιάζουν με βόλια σκουριασμένα.

Σήμερα ο Αρχάγγελος δίνει το σύνθημα
κι ο μπακαλιάρος τηγανίζεται εις ανάμνησιν του θαύματος.
Εικοσιδύο ευρώ ο μπακαλιάρος σκορδαλιά
και η ρομφαία του Αρχαγγέλου
ενέχυρο για το κόκκινο δάνειο.

Πήρε απόγευμα κιόλας
και οι παρελάσεις σβήνουν σιγά σιγά
μες στη βουή της πόλης.
Τα παιδιά ξεκουμπώνουν τα πουκάμισα,
οι μανάδες γυρίζουν στους νεροχύτες,
και οι πολιτικοί βγάζουν τις κορδέλες,
τις διπλώνουν τακτικά
για να τις ξαναφορέσουν του χρόνου.

Ο θάνατος κάθεται σκυφτός
στις παρυφές της ιστορίας,
τα καράβια στο Αιγαίο βουλιάζουν σιωπηλά
και οι προσευχές για δικαιοσύνη
πέφτουν στο χώμα
σαν βροχή που δεν ποτίζει τίποτα.
Έτσι για το έθιμο των ημερών
γράφουμε κι ένα ποίημα κουτσό
να καθαρίσει τη συνείδηση μας
στις ράγες των τρένων.

Nikola Madzirov, Δύο ποιήματα

Πολλά συνέβησαν

Πολλά συνέβησαν
ενώ η Γη στροβιλιζόταν στο
δάχτυλο του Θεού.

Καλώδια ελευθερώθηκαν
από πυλώνες και τώρα
συνδέουν τη μια αγάπη με την άλλη.
Σταγόνες από τον ωκεανό
ήρθαν και στάθηκαν πρόθυμα
πάνω στους τοίχους των σπηλαίων.
Τα λουλούδια διαχωρίστηκαν
από τα μεταλλικά στοιχεία και αποχώρησαν
ακολουθώντας το άρωμα.

Από την πίσω τσέπη κομμάτια χαρτιού
άρχισαν να πετούν στο ευάερο δωμάτιό μας:
άσχετα πράγματα που ποτέ δεν
θα κάναμε εκτός και αν
κάποιος τα είχε σημειώσει.

*

Ο ουρανός ανοίγει

Κληρονόμησα ένα σπίτι χωρίς αριθμό
με πολλές ερειπωμένες φωλιές
και ρωγμές στους στοίχους σαν τις φλέβες
μιας ερωμένης που ερεθίζεται.
Εδώ κοιμάται ο άνεμος
και τα λόγια συνοπτικών
απουσιών. Είναι καλοκαίρι
και γύρω πλανάται το άρωμα του πατημένου θυμαριού.
Οι μοναχοί τελειώνουν τις προσευχές με το κομποσκοίνι,
ο ουρανός ανοίγει και δημιουργεί ένα ρεύμα αέρα
στις ψυχές μας.
Τα δέντρα είναι πράσινα, εμείς είμαστε αόρατοι,
και μόνο έτσι διακρίνονται:
τα αγέννητα παιδιά μα και η νύχτα
που κάνει τους αγγέλους
αγνότερους.

*Από το βιβλίο “Απομεινάρια μιας άλλης εποχής”, Εκδόσεις Θράκα, 2024. Μετάφραση: Ελευθερία Τσίτσα.

Badr Shakir al-Sayyab (1926-1964), Η τελευταία μέρα των τυράννων

το τραγούδι ενός Άραβα επαναστάτη
από την Τυνησία στη συντρόφισσά του

– «Εις το επανιδείν» η υπόσχεση έμεινε
ανεκπλήρωτη

μα το αύριο συνεχίζει
το προσεχές αύριο των επαναστατών
χέρι χέρι μέσα απ’ τις φλόγες
θα ανεβούμε την υψηλή κορφή
τα μαλλιά σου είναι ένας κάμπος
που στόλισε το δειλινό
με τ’ άνθη του τα πορφυρά
καθώς βλέπουμε τον ήλιο να ξεμακραίνει
πίσω απ’ τους λόφους,
ανάμεσα στις σκιές
αιωρείται σαν σπασμένο φτερό
πάνω από έναν σωρό από συντρίμμια
πάνω από έναν κόσμο παλιό
που έφυγε χωρίς επιστροφή
η τελευταία του λάμψη.
Μου λες: «Είδες άραγε τ’ αστέρια;
Πρόσεξες ποτέ ν’ ακτινοβολούν έτσι
πριν απ’ αυτή τη βραδιά;
με τέτοια λάμψη και διαφάνεια;»
Μου λες: «Είδες άραγε τ’ αστέρια;
Πώς ξεπρόβαλλαν πριν απ’ αυτή τη βραδιά;
Πάνω σ’ έναν κόσμο λερωμένο με αίμα
με αίμα φτωχών και αθώων!»
Μου λες: «Είδες άραγε τ’ αστέρια
να λάμπουν πάνω στη γη μας,
ελεύθερη για πρώτη φορά;»
Ναι. Χθες σαν γύρισα να σε κοιτάξω
μου φάνηκε πως τα είδα,
σε μια ενόραση στα μάτια σου.
Και αν ο ορίζοντας φωτίζεται με την πυρκαγιά,
η φυλακή γκρεμίζεται κι ο δρόμος ξεπροβάλλει,
με θέρμη αναζωπυρώνει τους ίσκιους
το πρόσωπό σου με τη γαλήνια λαχτάρα.
Λες: «Εμείς είμαστε η αρχή του δρόμου
εμείς που αποστάξαμε τη ζωή
από τη σκληρότητα του βράχου
που μάτωσε απ’ τα μέτωπά μας
και ρούφηξε το υγρό των χειλιών,
από το θάνατο στην εξαθλίωση των φυλακών·
από τη μιζέρια, από τις άδειες κοιλιές,
για τις ερχόμενες γενιές.
Δικό μας το ανατέλλον άστρο
το λαμπρό αυριανό ξημέρωμα
και τα κόκκινα δειλινά».

Ο ύμνος της βροχής
Τα μάτια σου είναι φοινικόδασος
την ώρα της αυγής
ή δυο μπαλκόνια
απ’ τα οποία ξεμακραίνει η σελήνη
Τα μάτια σου όταν γελούν,
βλασταίνουνε τ’ αμπέλια
χορεύουνε τα φώτα…
μικροσκοπικά φεγγάρια σε ποτάμι
που σείει κατάκοπα το κουπί την ώρα της αυγής
σαν να πάλλονται τ’ αστέρια
στο βάθος των ματιών σου
και να βυθίζονται σε ομίχλη μιας λύπης διάφανης
σαν να άπλωσε τα χέρια του
το δειλινό πάνω απ’ τη θάλασσα
με τη θαλπωρή του χειμώνα
και το ρίγος του φθινοπώρου
και το θάνατο, τη γέννηση, το σκοτάδι, το φως
Ξυπνά απ’ άκρη σ’ άκρη της ψυχής μου,
το ρίγος του κλάματος
μια έκσταση ανήμερη αγκαλιάζει τον ουρανό
σαν την έκσταση του παιδιού
άμα φοβάται το φεγγάρι
σαν το ουράνιο τόξο να καταπίνει τα σύννεφα
σταγόνα σταγόνα να λιώνουν στη βροχή.
Και τα παιδιά χαχάνισαν στους αμπελώνες
και τη σιωπή των πουλιών στα δέντρα γαργάλισε
ο ύμνος της βροχής
βροχή
βροχή
βροχή
Το δείλι χασμουριέται
και τα σύννεφα συνεχίζουν να ρίχνουν ασταμάτητα
απ’ τα βαριά τους δάκρυα
σαν ένα παιδί που άρχισε να παραληρεί
πριν κοιμηθεί
αναζητώντας επίμονα τη μάνα του
που ξύπνησε έναν χρόνο πριν,
αλλά δε βρήκε,
και του είπαν: «μεθαύριο θα έρθει» –
δεν υπάρχει περίπτωση· θα έρθει
ακόμη κι αν οι φίλοι σιγοψιθυρίζουν
πως αυτή βρίσκεται εκεί
δίπλα στο λόφο, κοιμάται τον αιώνιο ύπνο
τρέφεται απ’ το χώμα και πίνει τη βροχή·
σαν έναν ψαρά θλιμμένο που μαζεύει τα δίχτυα
βλαστημά το νερό και την τύχη του
και σκορπά τα τραγούδια στο μέρος
που σβήνει το φεγγάρι
βροχή
βροχή
Άραγε ξέρεις τη θλίψη που φέρνει η βροχή;
Πώς οι υδρορροές κλαίνε γοερά στην καταιγίδα;
Πώς ο μοναχικός νιώθει χαμένος;
Χωρίς τέλος – σαν το χυμένο αίμα,
σαν τους πεινασμένους,
σαν την αγάπη, σαν τα παιδιά,
σαν τους νεκρούς είναι η βροχή!
Τα μάτια σου με περιδιαβαίνουν με τη βροχή
και μέσα απ’ τα κύματα του Κόλπου
οι αστραπές σκορπίζουν
αστερίες και όστρακα στις ακτές του Ιράκ
σαν αυτές να θέλουν να ανατείλουν
μα η νύχτα τις καλύπτει με πανωφόρι αιμάτινο.
Φωνάζω στον κόλπο: «Εσύ, Κόλπε,
εσύ που χαρίζεις τα μαργαριτάρια,
τα όστρακα και το θάνατο!»
για να επιστρέψει η ηχώ
σαν αναφιλητό
«Εσύ, Κόλπε,
εσύ που χαρίζεις όστρακα και θάνατο»
Σχεδόν ακούω το Ιράκ να συλλέγει τις βροντές
να συσσωρεύει τους κεραυνούς
στις πεδιάδες και στα βουνά
κι όταν τυχόν οι άντρες σπάσουν τα δεσμά
δε θ’ αφήσουν οι άνεμοι από τη φυλή Θαμούντ
ίχνος στην κοιλάδα.
Σχεδόν ακούω τα φοινικόδεντρα
να ρουφούν τη βροχή
κι ακούω τα χωριά να κλαίνε με λυγμούς,
και τους μετανάστες
να παλεύουν με τα κουπιά και τα ιστία,
τις θύελλες του Κόλπου, τις βροντές, τραγουδώντας
βροχή
βροχή
βροχή
Στο Ιράκ υπάρχει πείνα.
Η εποχή του θερισμού
σκορπά τις σοδειές εδώ κι εκεί
για να χορτάσουν τα κοράκια και οι ακρίδες
Οι σιταποθήκες αλέθουν και πέτρες
πετρόμυλοι που περιστρέφονται στα χωράφια
με ανθρώπους τριγύρω
βροχή
βροχή
βροχή
Πόσα δάκρυα χύσαμε τη νύχτα της αναχώρησης
μετά προφασιστήκαμε –φοβούμενοι την επίπληξη–
τη βροχή
βροχή
βροχή
Απ’ όταν ήμασταν μικρά,
ο ουρανός συννέφιαζε το χειμώνα
κι έπεφτε βροχή
και κάθε χρόνο –όποτε βλασταίνει η γη– πεινούσαμε
δεν έχει περάσει χρονιά στο Ιράκ χωρίς πείνα.
βροχή
βροχή
βροχή
Σε κάθε σταγόνα βροχής
κόκκινη ή κίτρινη
απ’ τα μπουμπούκια των λουλουδιών
σε κάθε δάκρυ των πεινασμένων και των γυμνών
σε κάθε σταγόνα που χύθηκε
απ’ το αίμα των δούλων
υπάρχει ένα χαμόγελο
εν αναμονή καινούργιου τόπου
ή μια ρώγα που ροδίζει
στο στόμα του νεογέννητου
στον κόσμο του νέου αύριο, του ζωοποιού
βροχή
βροχή
βροχή
Θα βλαστήσει το Ιράκ με τη βροχή.
Φωνάζω στον κόλπο: «Εσύ, Κόλπε
εσύ που χαρίζεις τα μαργαριτάρια,
τα όστρακα και το θάνατο!»
Μα επιστρέφει η ηχώ
σαν αναφιλητό
«Εσύ, Κόλπε,
εσύ που χαρίζεις τα όστρακα και το θάνατο»
Μα ο κόλπος σκορπίζει τα δώρα του άφθονα
στην άμμο: τον αλμυρό αφρό, τα όστρακα
και ό,τι έχει απομείνει
απ’ τα κόκαλα κάποιου απελπισμένου,
πνιγμένου μετανάστη
που συνέχιζε να αργοπίνει το θάνατο
απ’ τα νερά του Κόλπου και του βυθού,
και στο Ιράκ χίλια φίδια πίνουν το νέκταρ
κάποιου άνθους θρεμμένου
με δροσοσταλίδες απ’ τον Ευφράτη
και ακούω την ηχώ
να ταράζει τον Κόλπο
βροχή
βροχή
βροχή
Σε κάθε σταγόνα βροχής
κόκκινη ή κίτρινη
απ’ τα μπουμπούκια των λουλουδιών
σε κάθε δάκρυ των πεινασμένων και των γυμνών
σε κάθε σταγόνα που χύθηκε
απ’ το αίμα των δούλων
υπάρχει ένα χαμόγελο
εν αναμονή καινούργιου τόπου
ή μια ρώγα που ροδίζει
στο στόμα του νεογέννητου
στον κόσμο του νέου αύριο, του ζωοποιού
Και η βροχή πέφτει.

*Μετάφραση–επιμέλεια: Ευτυχία Κατελανάκη.

**Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Η Σπορά”, εξαμηνιαία έκδοση του Μετώπου Αριστερών Συγγραφέων, Τεύχος 3, Μάρτης 2025.

    Dilawar Qaradaghi, Ποιήματα

    (Σταγόνα φωτός)
     
    Στάχτη
    Παραδίνομαι στον άνεμο
    Ξαπλώνω στο στήθος του κόσμου
    Κόβω ένα κλαδί δαμάσκου και
    Με το μελάνι από σταφύλι
    Γράφω τ’ όνομά σου πάνω στη στάχτη
     
    Εγκατάλειψη
    Όταν άφησα την πατρίδα
    άφησα τον εαυτό μου
    με το σπασμένο κεφάλι
    στα σοκάκια της παιδικής ηλικίας
    νύχτωσε και πέθανα ανάμεσα στις πέτρες
    το ξέρω… ακόμα κι αν ο Θεός με συγχωρέσει
    ποτέ δεν θα συγχωρέσω εγώ τον εαυτό μου
     
    Ακολουθώντας
    Τα βήματά σου στο νερό κρατώ
    Μέχρι να βυθιστώ
    Κωπηλατώ ακούραστα
    Σε μια βάρκα από χαρτί
    Διασχίζω τους ωκεανούς
    Ακολουθώντας εσένα
     
    Oνειρος 
    Βαδίζουμε κάτω από την ουράνια βροχή
    Σταματά η θεϊκή βροχή στη γη
    Μα εγώ, στη δική σου βροχή στέκομαι
    Ονειρεύομαι
     
    Σκληρότητα
    Η εξορία και η πατρίδα
    η μία πιο σκληρή από την άλλη
    όμως η εξορία είναι πιο ευγενής από την πατρίδα
    γιατί όταν τρώει τη σάρκα μας
    δεν επιστρέφει τα κόκαλά μας στην πατρίδα

    *Ο Dilawar Qaradaghi γεννήθηκε το 1963 στη Σουλεϊμανίγια του Κουρδιστάν. Είναι ένας από τους ποιητές που εδώ και περισσότερα από 30 χρόνια έχει καθιερωθεί ως σημαντική προσωπικότητα στους λογοτεχνικούς κύκλους του Κουρδιστάν. Ο Dilawar διαθέτει το δικό του μοναδικό ποιητικό όραμα και γλώσσα που αντικατοπτρίζουν την ιδιαίτερη καλλιτεχνική και αισθητική του ταυτότητα.
    Ξεκίνησε την ποιητική του πορεία το 1992 με τη συλλογή “Ένα Άγαλμα από Βροχή” και μέχρι σήμερα έχει εκδώσει περισσότερα από 10 ποιητικά βιβλία, καθένα από τα οποία εκφράζει την καλλιτεχνική του έκφραση, τη γλώσσα και τη λογοτεχνική του προσέγγιση.
    Τα ποιήματα του Dilawar Qaradaghi έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες, συμπεριλαμβανομένων των αραβικών, περσικών, αγγλικών και σουηδικών, επεκτείνοντας έτσι την επιρροή του έργου του πέρα από τα σύνορα του Κουρδιστάν.
    Πέρα από την ποιητική του δημιουργία, ο Dilawar Qaradaghi είναι επίσης ένας ταλαντούχος μεταφραστής. Ασχολείται συνεχώς με τη μετάφραση και έχει αποδώσει στα κουρδικά πολλά μυθιστορήματα, διηγήματα, βιογραφίες και θεατρικά έργα. Ο συνολικός αριθμός των μεταφράσεών του μέχρι σήμερα ξεπερνά τα 50 έργα, αποτελώντας σημαντική γέφυρα πολιτισμικής ανταλλαγής.
    Αξίζει ιδιαίτερα να σημειωθεί ότι στο παρελθόν ο Dilawar έχει μεταφράσει τρία μυθιστορήματα του Νίκου Καζαντζάκη στα κουρδικά και έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη γνωριμία του κουρδικού αναγνωστικού κοινού με τη σκέψη και τον λογοτεχνικό κόσμο αυτού του σπουδαίου Έλληνα συγγραφέα.
    **Μετάφραση από τα κουρδικά στα ελληνικά: Omed Qarani.

    ***Αναδημοσίευση από εδώ: https://Faretra.info

    Δημήτρης Ρογγίτης, Τρία ποιήματα

    Βίωμα

    Καλοκαιρινή γνώση
    είναι το αεράκι που φυσά τις πευκοβελόνες του δάσους.
    Καλοκαιρινή γνώση
    είναι ο υάκινθος που ξεράθηκε και του χρόνου θα αναστηθεί.
    Καλοκαιρινή γνώση
    είναι τα κουρασμένα τρυγόνια
    που ξαποσταίνουν στις καλαμποκιές
    και μια χούφτα σκόνη που τη νύχτα με τυραννεί.
    Ό,τι υπήρξαμε και είδαμε χάθηκε.
    Γλίστρησε από τα μάτια μας και έδυσε,
    μαζί με το κόκκινο μελόδραμα του δειλινού.
    Ακόμη και αν χαϊδέψαμε κάποτε το τρίχωμα του σκύλου,
    την αίσθηση αυτή ξεχάσαμε.
    Ή αν μοιραστήκαμε ευτυχισμένοι τη μυρωδιά της γαρδένιας,
    η ευτυχία μας εκείνη έσβησε, όπως κι όλες οι υπόλοιπες.
    Ο Φθινόπωρος που γουρμάζει στους σταφιδόκαμπους της Ηλείας,
    η αχλαδιά που κοκκινίζει στο ποτάμι
    κι η γριά που χτενίζει τα μαλλιά της στο μπαλκόνι
    είναι η γνώση του καλοκαιριού.
    Είναι η γνώση που πάντα έψαχνες αλλά δεν έβρισκες.
    Γιατί σε ξεγέλασαν από μικρό και είχες το νου σου αλλού.
    Ό,τι σου ‘λεγαν, χαζούλη, εσύ το πίστευες.
    Μα κι αυτοί είχαν εξαπατηθεί νωρίτερα
    σαν μικροί κι εξαρτημένοι
    κι έτσι αγνοούσες όσα σε νοιάζονταν αληθινά
    και σε έκαναν χαρούμενο.
    Το αεράκι φυσά αλλά αυτή δεν μπορεί να το νιώσει.
    Το αεράκι φυσά αλλά αυτή έχει πεθάνει.
    Το αεράκι που φυσά, όταν θα σχηματίσει τον κύκλο
    του δικού μου ουρανού,
    τα μάτια μας σαν άστρα θα λάμψουν
    και τότε θα ανταμώσουμε πάλι
    για μια αιωνιότητα γαλήνης.

    *

    Η ώρα περνά

    «Θα πλαγιάσω κατά τις 12», είχα πει
    «Δυο στίχους μονάχα θα γράψω».
    Μα χάθηκα στους δυο αυτούς στίχους
    και δεν το αντιλήφθηκα.
    Και πρόφτασε να ξημερώσει καινούργια μέρα.
    Στο γλυκοχάραμα τώρα πλήρως θα αφεθώ.
    Ό,τι και να γράψω, ό,τι και να πω είναι πια περιττό.
    Είμαι τόσο νέος κι όμως τα χέρια μου τόσο ροζιασμένα…
    Το ρολόι 6 το πρωί δείχνει.
    Ο ήλιος χαράζει.
    Οι γλάροι βροντοφωνάζουν.
    Οι άνθρωποι κοιμισμένοι περπατούν στα πεζοδρόμια.
    Έφθασε η ώρα για το μεροκάματο.

    *

    Τυχαία

    Αρχές Φλεβάρη.
    Βρίσκομαι Ανδραβίδα.
    Έχω να κοιμηθώ μια εβδομάδα από την κηδεία.
    Τα μάτια μου έχουν πρηστεί κι έχουν σχηματιστεί
    δυο μαύροι κύκλοι
    σαν μύδια.

    Τα σούρουπα τρέχω με τον Μάρλεϊ στα χωράφια.
    Αφού διασχίσω τις ράγες των τρένων,
    ανοίγεται ολόκληρος ο ορίζοντας.
    Εκεί κάθιδρος, βαριανασαίνοντας,
    κοιτώ να χάνονται της φύσης
    τα σχήματα.

    Δεν έχω δύναμη να σταθώ.
    Δίχως πολλές σκέψεις ξαπλώνω στη γη,
    το κεφάλι μου βουτά
    μες τη λάσπη.
    Μια μέρα ακόμη πιο κοντά,
    γιατί να με ανησυχεί μην λερωθώ;

    Τα λιόδεντρα από δω κάτω φαίνονται
    σαν να οδηγούν στα ουράνια.
    Τα χρωματιστά νέφη μοιάζουν με τα παιδικά μας σκίτσα.
    Και το μακρύ γρασίδι σαν τοίχος με κρύβει
    από την ανθρωπότητα.

    Βραδιάζει. Όλα τα πουλιά που πετούν είναι μαύρα.
    Μαύρα σαν τα ρούχα του κυρτού κόσμου στην εκκλησία.
    Ο λυγμός του ενείχε μια εξουθενωμένη υποκρισία.
    Αίτια θανάτου: πνευμονική εμβολή.
    Άραγε όταν ένιωσε τον πόνο στα στήθη, τι να σκέφτηκε;
    Όταν έπεσε στην αγκαλιά της μάνας,
    ποιες εικόνες να επανέφερε;

    Ακούω τον Μάρλεϊ να γαβγίζει.
    Ίσως να ξέθαψε κι άλλον σκαντζόχοιρο.
    Βουλιάζω! Δεν δύναμαι να σηκωθώ.
    Αχ, πες μου, θέμα τύχης δεν είναι όλα;
    Τυχαία είμαι εγώ εδώ να σκέφτομαι αυτά που σκέφτομαι
    και να κοιτώ τον μαύρο ουρανό.
    Ενώ αυτή να ‘ναι θαμμένη στα 2 μέτρα.

                                          Στη συμμαθήτριά μου, Δήμητρα
    

    *Από τη συλλογή “Παπαρούνες του Γενάρη”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2024.

    Νίκος Κωσταγιόλας, από το «Ακούγοντας Δάση»

    ΛΕΙΨΑΝΑ ΑΝΔΡΩΝ, ΠΟΜΠΗΙΑ, 2020 μ.Χ.
    Από τον θάνατον ουδέν κρυπτόν
    εκεί —κατάχαμα— τους βρήκαν τεφρωμένους
    και γύψο χύσαν στα σφιγμένα μέλη
    να σαρκωθεί ο σπάνιος σπαραγμός τους
    Ο ένας —είπαν— θα ’ταν δούλος, σκλάβος
    από τους πολλούς που εμπορεύονταν
    στα fora και τα σκλαβοπάζαρα
    —λάφυρο πιθανώς κάποιου πολέμου—
    Τον βρήκε μέσα σε λιτό χιτώνι
    η ώρα κείνη της καταστροφής
    – θα κουβαλούσε κάποιο του αφέντη
    του άχθος πάνω απ’ τους σακατεμένους
    απ’ τα μυριάδες κρίματα σπονδύλους
    σαν άρχισεν η γη να τρέμει.

    Ο άλλος
    είπαν πατρίκιος. Μια πλουμιστή
    χλαμύδα φόραγε όταν η λαίλαπα
    κατάπιε μια για πάντα το κορμί του
    και λίπος θά ’τρεχε απ’ τα χείλη του
    όταν στο έλεος παραδινότανε
    το εύπορο σαρκίο του της στάχτης
    κι η σκοτεινιά τού έπαιρνε την όραση
    —δε θα ξανάβλεπε ποτέ του μάλαμα
    μήτε του ήλιου τ’ ακριβό το φως—
    Εκεί, λοιπόν, κατάχαμα τους βρήκαν
    δύο μάζες απολιθωμένης λάβας
    τον πλούσιο, τον φτωχό ένα κουβάρι
    – μονάχ’ από τα δόντια τους ξεχώριζες
    που λαμπυρίζαν κάτασπρα εξώκοσμα
    στιλπνά – στο τελευταίο τους καταφύγιο
    Από τον θάνατον ουδέν κρυπτόν
    – γι’ αυτόν όλοι ό μ ο ι ο ν οβολό κομίζουμε.

    *Από τη συλλογή ”Ακούγοντας δάση”, εκδόσεις Βίργκω, 2024.

    Αλήτις Τσαλαχούρη, Δύο πεζοποιήματα γραμμένα σαν τηλεγραφήματα

    ΣΠΙΤΙ ΣΤΟ ΚΑΪΡΟ

    -Στουπί από ‘να χύμα μαγειρείου-Γριά εξ Αλεξανδρείας και Καΐρου – Το σπίτι της ψαχούλευε του βίου – Το σπίτι της εκείνο που εγεννήθη – Μακριά στο Ελληνικό Νοσοκομείο – Εκεί που ποιητής περιπλανήθη – Τετράγωνα με σβούριζε στο κρύο – Το χάραμα πεζή περιπολία – Mας έκοψε τον δρόμο για το σπίτι – Μας ‘γράψαν ως συμβάντο τους στο Τμήμα – ”Ναυάγιο με οδηγό έναν αλήτη’’ – Στο αίμα μου μαρκάρανε τη λήθη – Σαν βρίσκανε γι’ αυτήν πτωχοκομείο –

    Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ: Ο στόχος εύρετρα – Μα η γραία – Με εξαφανίσεων καρτέλα – Κι ”Ύπνους” στην τσάντα που το σκάει – Σχέδιο μιας κόρης της στο λάδι – Καυτό από ‘κείνη μες στα χρόνια – Να τη ρημάζουν τα πρεζόνια – Μια γραία με βόμβα – Που δυστυχώς γυρίζει σώα – Κι η κόρη της ουρλιάζει ”Ας ψόφαγες τρελή σ’ ένα χαντάκι” – Κι οι μπάτσοι ξεψαχνίζουν τα χαρτιά μου – Πώς βρήκε τον μπελά της η ανθρωπιά μου –

    *Από τη συλλογή “Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα”, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2016.

    ΜΠΑΡ “ΤΣΑΪΚΟΦΣΚΙ”

    -Το μπαρ “Τσαϊκόφσκι” μες στην κάπνα – Με ξεχασμένες σερπαντίνες – Από πινέζες να γυ- ρίζουν – Στη σκοτεινιά – Κανένα μούτρο – Του μαγαζιού – Να το αντικρίζουν – Και το κορίτσι του ιδιοκτήτη – Με έναν καημό – Που στη ζωή της – Δεν τα κατάφερε να γίνει – Μία χορεύτρια μπαλέτου – Όταν το μπαρ το αγοράζει – Ο “ιδιοκτήτης” – Για να είναι – Μια πολεμίστρα μες στη νύχτα – Ενός ακήρυχτου πολέμου – Του το ζητά – Το μπαρ – “Τσαϊκόφσκι” να βαφτίσει – Κι αυτός “Τσαϊκόφσκι” – Μες στο “χιόνι” – Xωρίς κουβέντα το βαφτίζει – Και με τη μούρη να χιονίζει – Τη θέλησή της – Τη “Λίμνη των Κύκνων” – Να χορεύει – Αμέσως θα πραγματοποιήσει – Και τα κουμάσια του “Τσαϊκόφσκι” – Για ένα βράδυ αντικρίζουν – Μια μπαλαρίνα μες στην κάπνα – Να ξεπροβάλλει – Με γαλήνη – Και φως στο σκότος τους να ρίχνει – Και τον Κακό Μάγο – Τον Ρόθμπαρτ – Με την Οντίλ – Τον Μαύρο Κύκνο – Να ξαποστέλνει ο πορτιέρης – Με τις κλωτσιές-Λίγο πριν κλείσει –

    *Από τη συλλογή “Σάκος του μποξ“, Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα, Φεβρουάριος 2025.

    Κορνηλία Καδόγλου, Αλλόκοτες νύχτες 

    Θυμήθηκα πάλι εκείνες τις αλλόκοτες νύχτες.
    Καθώς αιωρούμασταν σαν σχισμή δέρματος
    κρεμασμένη από ένα ξεχειλωμένο καρφί.
    Τα σώματά μας έσταζαν αλάτι από αδικοχαμένα θηράματα.
    Η μία μου πλευρά ήταν αχρείαστη μια σκοτεινή σελήνη
    Η άλλη σπαρταρούσε πριν την πτώση.
    Παραδομένοι σε έναν κατάκοπο χρόνο βαρύ σαν τσουβάλι.
    Διογκωμένοι με τις κοιλιές ανάσκελα.
    Θυμάμαι τα χέρια σου σαν δυο κουρασμένα έντομα.
    Και μια μυρωδιά από καμένη αγρύπνια.

    Αργύρης Χιόνης, Απορίες

    Φωτογραφία: Hans Jacob Haarseth

    Τι νιώθει η έρημος
    όταν μακρινός άνεμος
    αποθέτει πάνω της ένα σπόρο;
    Ξεδιψάει ποτέ το γεμάτο ποτήρι;
    Ο δρόμος που τελειώνει σ’ αδιέξοδο
    ονειρεύεται άραγε μακρινές αποστάσεις;
    Τρέμουν ποτέ τα γόνατα του πανίσχυρου Χάρου;
    Οι μεγάλες ψυχές γνωρίζουν άραγε
    ότι υπάρχει μόνον ένα μέγεθος θανάτου;
    Τα ψηλά βουνά νιώθουνε τάχα
    ότι ο κόκκος άμμου είν’ αδερφός τους;
    Η μετάνοια θυμάται αλήθεια
    ότι κάποτε λεγόταν τόλμη;
    Το χέρι που δίνει και το χέρι που παίρνει
    ξέρουν ότ’ είναι δυό γλάροι που ζυγιάζονται
    πάνω από το κενό της έλλειψης;
    Πώς νιώθει τάχα η νύχτα
    μ’ όλα τούτα τ’ άστρα στο κορμί της
    ωραία ή σημαδεμένη;
    Το φεγγάρι όταν το λεν σελήνη διχάζεται;
    Τι κρύβει το κρεβάτι κάτω απ’ το προσκέφαλό του
    περίστροφο ή όνειρα;
    Τα πούπουλα του μαξιλαριού]
    ονειρεύονται ακόμα τα ύψη;
    Πώς πεθαίνει ο μόνος άνθρωπος
    πώς τρίζει η ψυχή του ερημίτη
    όταν την αγγίζει ο θάνατος
    τι κρότο κάνει ένα δέντρο που πέφτει
    όταν κανείς δεν είν’ εκεί για να τ’ ακούσει;
    Είναι το σκοτάδι που ’ναι τυφλό
    ή το φως που σκοντάφτει πάνω του;

    Joyce Mansour, Ενύπνια ψιχίων 

    Δεν είναι από λάθος μου
    αν τα μπούτια μου είναι καλοχυμένα
    μες στο πετσί μου
    Δεν θέλησα να ξεσηκώσω το μορφασμό του πόθου σου
    Όταν έβγαλα τη φούστα μου
    φασκιωμένος από ευτυχία κατάχτησες τη σχισμή μου

    Δεν είναι από λάθος μου
    αν ήχησε ο συναγερμός
    και παγιδεύτηκε το χέρι σου
    ξεριζώθηκε καταδικάστηκε ανατράπηκε
    κι απ’ το λαιμό κρεμάστηκε
    όμοιο με κούκλα από κρέμα
    Δεν είναι από λάθος μου
    Ήθελα να σε συγχωρήσω

    *Mετάφραση: Έκτωρ Κακναβάτος

    **Από εδώ: https://poiimata.com/2025/03/15/enypnia/