Ασημίνα Ξηρογιάννη, Noστάλγησέ με

205509_187081711448671_659629046_n

Αφουγκράσου τον τάφο μου.
Σκάψε βαθιά μέσα στην αιώνια σιωπή μου
Μπορείς να βρεις ξανά την γλύκα εκείνη
του προσώπου μου
την ώρα που με πρωτοκοίταξες
στο κρεβάτι του έρωτα
και με γέμισες μουσική.
Και τώρα πού είναι;
Πού πήγε τόση μουσική σαν χάθηκε ο έρωτας;
Πού πάνε οι βαθιά ήδονικές αισθήσεις
όταν πεθαίνουν;

*Από τη συλλογή “Ποιήματα”, ηλεκτρονική έκδοση “Ενδυμίων”.

Αργύρης Μαρνέρος, Τώρα

a25

Τώρα που φοράτε τα γιορτινά σας
Τώρα που περνάτε έξω
Απ’ το ορφανοτροφείο
Τρελοκομείο
Γηροκομείο
Νοσοκομείο
Κρεμάστε την αγάπη σας
Σαν το σαλάμι αέρος
Πάνω στα κάγκελα
Κι ύστερα πάτε στο σπίτι σας
Φάτε το βραδινό σας
Και μη ξεχάστε προπαντός
Να κάντε το σταυρό σας.

*Από την ποιητική τριλογία “Χειροκροτήστε” (1980). Εμνείς πήραμε το ποίημα από εδώ:
http://greekpoems.wordpress.com/2014/12/18/%CF%84%CF%8E%CF%81%CE%B1-%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BD%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%82/

Georg Trakl, Δύο ποιήματα

10428550_10205297436374579_2336784341381751684_n

ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΤΗΣ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑΣ

Ω, οι κόκκινες ώρες της βραδιάς! 

Ιριδίζοντας σείεται στ” ανοιχτό παράθυρο 

Χαοτικά πλεγμένο στο γαλάζιο, φύλλο κληματαριάς 

Μέσα φωλιάζουν φαντάσματα παραφοράς.

Σκόνη στροβιλίζεται στων ρείθρων τη βρωμιά. 

Μαίνεται ο άνεμος και τα τζάμια δονούνται,

Ένα κοπάδι από άγρια φαριά 

Αστραπές ολόλαμπρα σύννεφα κυνηγούνε.

Με πάταγο ο καθρέφτης της λίμνης σπάζει

Γλάροι κρώζουν στου παραθύρου το υαλοστάσι. 

Πύρινος καβαλάρης από τον λόφο καλπάζει 

Και τσακίζεται στα φλογισμένα πευκοδάση.

Άρρωστοι ουρλιάζουν στα νοσοκομεία. 

Γαλαζωπό το φτέρωμα της νύχτας φτερουγίζει.

Τρεμοφέγγοντας ο υετός 

Αιφνίδια τις στέγες μαστίζει.

***


Η ΝΥΧΤΑ

Εσένα τραγουδώ άγρια ρωγμή,

Μέσα στη νύχτια θύελλα

Πάνω στα στοιβαγμένα βουνά•

Εσείς πύργοι φαιοί

Που ξεχειλίζετε από καταχθόνιους μορφασμούς,

Πύρινα ζώα,

Φτέρες τραχιές, πεύκα,

Κρυστάλλινα άνθη.

βάσανο δίχως τελειωμό

Να κυνηγάς τον Θεό,

Πνεύμα τρυφερό,

Ρίχνοντας αναστεναγμούς στον καταρράκτη,

Στα κυματιστά άγρια πεύκα.

Γύρω από τους λαούς

Χρυσαφένιες αστράφτουνε οι φωτιές.

Η μνηστή του ανέμου αναφλέγεται,

Και μεθυσμένη από θάνατο

Γκρεμίζεται στα μαύρα βράχια,

Το γαλάζιο κύμα

Του παγετώνα

Και η καμπάνα της κοιλάδας

Βροντά δυνατά:

Φλόγες, κατάρες,

Και τα σκοτεινά παιχνίδια

Της λαγνείας,

Μια πετρωμένη κεφαλή

Στον ουρανό εφορμά.

*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου
.
**Από τη συλλογή “Ένας οδοιπόρος στον μαύρο άνεμο”, Εκδόσεις Νησίδες 2014.

Άρης Αλεξάνδρου, μερικοί στίχοι

10846150_1539084372997137_1199331586628112163_n

Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.

Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στο

πριονιστήριο;

Η θέση μας είναι μέσα δω σ’ αυτό το δάσος
με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς

με τις ρίζες σφηνωμένες μες στις πέτρες.

Αχιλλέας Κατσαρός, Ο δολοφόνος της Ιθάκης (εγκάθετος με τρεις τομές)

images

..στην απολογία του έγραφε “γεννήθηκα με ένα σοβαρό
ελάττωμα
κονιορτοποίησα τη θλίψη” ..

α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
………..
Το κρεβάτι τρίζει
δεν είναι τίποτε
μη σκας
η Περσεφόνη βακχεύεται
………….
β. ΣΩΜΑ
…………
ένα παλιό δημοτικό
βασικά δεν ξέρω αν είναι και δημοτικό
γιατί είμαι κακός μαθητής
η τάξη γελά μαζί μου
και η φιλόλογος με κοροϊδεύει
..
με περιπαίζουν ως
“ο δολοφόνος της Ιθάκης”
…………. ξεκινά κάπως έτσι
“σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη”

μετά δεν ξέρω τι λέει
και το συνεχίζω όπως εγώ θέλω
γιατί δε με ρώτησες ποτέ
ποια ήταν η ζωή μου
αφού έφτασα επιτέλους
σ’ αυτή την πολυπόθητη Ιθάκη
……………
η ζωή μου λοιπόν ήταν μια τιμωρία του εγώ.
πήρα το αλυσοπρίονο και άρχισα το αποτρόπαιο έργο.
δε θέλω το ρόπαλο του Ηρακλή ούτε το κεφάλι της Ύδρας
και να τα αίματα σωρό
δε θέλω να πάρω τα εύσημα για την άβρεχτη φτέρνα μου ή
ακόμη και για τα τυφλωμένα μάτια μου
δε θέλω κανένας Δον Κιχώτης να κυνηγήσει το άλογό μου
δε θέλω καμία Δουλτσινέα να με φιλήσει
θέλω μονάχα να σκηνοθετήσω το θάνατό του εγώ μου
να φωνάξω στοπ ξανά και ξανά
να το πεθαίνω και να το ανασταίνω κατ’ εξακολούθηση
…………
γ. ΕΠΙΛΟΓΟΣ
…………
Το κρεβάτι τρίζει
δεν είναι η Περσεφόνη
είναι η Κλυταιμνήστρα
.σσσ.. μη το πεις πουθενά. σε σκοτώνω.

Κώστας Γαρίδης, Τραγούδι

10624902_10205298714092473_3024451427080867478_n

Μου φωνάζει ο άνεμος.
Μου φωνάζει ο άνεμος πως με γυρεύεις.
Τόσο νύχτα τι με θέλεις;
Βγαίνω έξω και βλέπω.
Τ’ αστέρια μονάχα, τ’ αστέρια κι η νύχτα
τ’ αστέρια κι η θάλασσα.
Κι ο άνεμος φεύγει παίζοντας φλάουτο.

*Από το http://poihtikostayrodromi.blogspot.gr

Ειρηναίος Μαράκης-Γιάννης Νικολούδης, Γιούπι για για

428539_544567708915145_961536312_n

Κατοχή, Αντίσταση, πόλεμος

ωραίες εποχές, και εντάξει, αστειεύομαι λίγο

όμως, γιατί γελάς, κάποιοι θέλουν να τις ξαναζήσουμε

τρέχει η φαντασία, τρέχει η ιστορία

ιδρωμένοι χοροί σε βερολινέζικα καμπαρέ

Εβραίοι σε ναζιστικούς φούρνους συνοδεία Βάγκνερ

κι ύστερα εγγλεζάκια με κοντά παντελονάκια

που ξυρίζουν το ξανθό, λαμπερό μουστάκι

πάνω απ’ το πτώμα ενός παιδιού

λίγο πριν ΕΛΑΣίτες αντάρτες τους πάρουν το κεφάλι

μπόλικη ειδική αστυνομία και όμορφες στιγμές στη Μέρλιν

δεν ξεχνάμε τα μπλόκα, ειρηνικές ποδηλατοδρομίες

σε γραφικά στενοσόκακα λαϊκών συνοικιών

τσολιάδες που έκαναν χόρτο και βίαζαν κορίτσια

πριν οι στυγνοί δολοφόνοι της ΟΠΛΑ τους σκοτώσουν

άνευ λόγου, φυσικά, έχουν μπέσα οι κομμουνιστές; 

μόνο που σήμερα στην επανάληψη της Ιστορίας

και μετά τα δέντρα της Αθήνας, οι ατενίστας

θα ντύνουν με πλεχτά πουλόβερ τα πτώματα των πεινασμένων

των μεταναστών και των σκελετωμένων παιδιών

είπαμε, εξέλιξη και πολιτισμός.




Λαϊκίζεις, είπες

μόνο το 40 τοις εκατό ζει στο όριο της φτώχειας.





*Ειρηναίος Μαράκης (Κρήτη. 1986). Το ποίημά του “Ο άνθρωπος μας στο Παρίσι“ δημοσιεύθηκε στο συλλογικό έργο “Μια εικόνα… χίλιες λέξεις“ των εκδόσεων “το βιβλίο.net“. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορες λογοτεχνικές σελίδες στο διαδίκτυο. Αρθογραφεί στην εφημερίδα “Αγώνας της Κρήτης“.
*Γιάννης Νικολούδης (Κρήτη, 1987).Το διήγημά του “Έξω” δημοσιεύτηκε στη συλλογή “21 νέες φωνές” του Ελευθερουδάκη, ενώ το διήγημά του “Γύψος” στο 15 σφαίρες αναζητούν θύματα των εκδόσεων Άπαρσις. Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα ηλεκτρονικά περιοδικά. 


Caren Florance reviews p76’s Cornelis Vleeskens Special Issue

p76-issue-7-cover

Cornelis Vleeskens
Special Issue

Pete Spence, ed.

p76, Issue 7, 2014

The first indication that the contents of this special issue hovers in the Venn overlap of art and poetry lies in its ‘curation’, not ‘edit’. Spence’s project was to ‘sample from a mass of work … to (make) a small but intense window’ (p. 5), and he does this by being true to the materiality of Vleeskens’s visual output. The nostalgic production values of the journal itself – photocopied in black and white on A4 paper, stapled, and with no frilly bits – is a perfect match for Spence’s vision and Vleeskens’s visual practice, which was firmly embedded in the intersections of text and image.

Cornelis Vleeskens (1948–2012) was a Dutch immigrant, arriving in Australia in 1958. From various accounts he was prolific, experimental and wide-ranging in his interests. At the end of the issue, his published poetry is listed ‘towards a bibliography’, with over 100 works cited, a number of them in Dutch. An increasingly bilingual practitioner, he also translated Dutch poetry into English, and was involved in international text art activities such as fluxus-style exercises (p. 19) and mail art: see David Dellafiora’s digital epitaph at Field Studies.

Many of his publications are self-published, also hovering in the coloured overlap between chapbook and zine in our contemporary publishing taxonomy. Spence omitted Vleeskens’s prose works, commercially published work and collaborative work, but he did include an essay written about ‘the portrayal of Aboriginal culture on Australian postage stamps and related philatelic products’, an important empirical survey connecting his political and mail art interests, as well as a small collection of personal recollections of the man and a review of some of his more conventionally-published work by p76 editor Mark Roberts that were originally included in the Rochford Street Review. What this collection exhibits is the visual poetry strand of Vleeskens’s life work.

Continue reading →

Roberto Bolaño, Στην αίθουσα αναγνωσμάτων της κόλασης


946392_263751817168751_2396622502520594476_n

Στην αίθουσα αναγνωσμάτων της Κόλασης. Στη λέσχη

των κολλημένων με την επιστημονική φαντασία

Στις παχνισμένες αυλές. Στα υπνοδωμάτια με κίνηση.

Στους δρόμους με πάγο. Όταν πια όλα μοιάζουν πιο καθαρά.

Και κάθε στιγμή είναι καλύτερη και λιγότερο σημαντική

Με ένα τσιγάρο στο στόμα και με φόβο. Μερικές φορές

με πράσινα μάτια Και 26 χρονών. Ένας δούλος

Βρώμικη, κακοντυμένη

Στο δρόμο των σκύλων η ψυχή μου βρήκε

την καρδιά μου. Κομματιασμένη, αλλά ζωντανή,

βρώμικη, κακοντυμένη και γεμάτη με αγάπη.

Στο δρόμο των σκύλων, εκεί όπου κανείς δε θέλει να πάει.

Ένας δρόμος που μόνο διασχίζουν οι ποιητές

όταν πια δεν τους μένει τίποτα να κάνουν.

Αλλά εγώ είχα τόσα πράγματα να κάνω ακόμα!

Κι όμως ήμουν εκεί: βάζοντάς με να σκοτωθώ

από τα κόκκινα μυρμήγκια και επίσης

από τα μαύρα μυρμήγκια, διασχίζοντας οικισμούς

κενούς: ο τρόμος που ανέβαινε

μέχρι να αγγίξει τα’ άστρα.

Ένας Χιλιανός εκπαιδευμένος στο Μεξικό μπορεί να τα αντέξει όλα,

σκεφτόμουν, αλλά δεν ήταν αλήθεια.

Τις νύχτες η καρδία μου έκλαιγε. Το ποτάμι της ύπαρξης, έλεγαν

κάποια πυρετώδη χείλη που αργότερα ανακάλυψα ότι ήταν τα δικά μου,

το ποτάμι της ύπαρξης, το ποτάμι της ύπαρξης, η έκσταση

που διπλώνεται στην όχθη αυτών των εγκαταλελειμμένων οικισμών.

Γραμματείς και θεολόγοι, μάντεις

και κλεφτρόνια του δρόμου αναδύθηκαν

σαν πραγματικότητες υδάτινες στη μέση μιας μεταλλικής πραγματικότητας.

Μόνο ο πυρετός και η ποίηση προκαλούν οράματα.

Μόνο ο έρωτας και η μνήμη.

Όχι αυτοί οι δρόμοι ούτε αυτοί οι κάμποι.

Όχι αυτοί οι λαβύρινθοι.

Μέχρι που επιτέλους η ψυχή μου βρήκε την καρδιά μου.

Ήταν άρρωστη, βέβαια, μα ήταν ζωντανή.

*Μετάφραση: Κωσταντίνα Παναγοπούλου-Pérez. Από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr

Σπύρος Μεϊμάρης, Επιχειρώντας

David Martiashvilli Tuttart

David Martiashvilli Tuttart

Επιχειρώντας από το Άγνωστο να βγάλω ψαχνό,
ν’ ακούσω τους Ήχους να επωάζονται.
Η ψυχή μου διψά για κάτι τέτοιο,
πεθαίνει γι’ αυτό.
Όσο δύσκολα και αν αισθάνομαι,
όσο αδύναμα και λειψά,
αυτό δεν μ’ εμποδίζει να αναζητώ,
παντοτινά να αναζητώ.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα 2009-2013″.