Μάκης Τσελέντης, ποιήματα

10881833_10203189658243956_9211193765062331915_n

ο κήπος αναπτύσσεται από την παρέμβαση
γι’ αυτό ματώνεις

οσμές στον ήχο τους
ενδείξεις
μιας πιο χλωμής πνοής
της πίστης

στην άσφαλτο
πόροι
θα ξεψυχούν
στα μυστικά σου γέλια

***

ξύπνησε με τη φράση αυτή
χέρια ευγενικά

ακολούθησε τον ειρμό
μέχρι την παραλία

ξάπλωσε

και ήταν βρέφος σκοτεινό
παλλόμενο

πριν τα δικά σου μάτια

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιοτου ποιητή Κηρύκειον στη διεύθυνση http://kirikion.blogspot.com

Βασίλης Ιωαννίδης, Μαύρη οθόνη

mnhm

Μαύρη οθόνη
η μνήμη·
κραυγές πνιγμένων
που καλούν
σε βοήθεια·
κι έπειτα
μια νεκρική σιγή
σαν χιονισμένη πεδιάδα

*Δημοσιευμένο στο περιοδικό “Πάροδος”, τεύχος 17 (Δεκέμβριος 2007). Εμείς το πήραμε από το https://greekpoems.wordpress.com

Χάρης Μελιτάς, Δύο ποιήματα

10868194_10203743559458479_6345554240064968620_n

ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΑΠΑΝΗ

Κηδεύτηκε χτες, μεταξύ συγγενών και φίλων.
Λίγοι λεκέδες πορφυροί στο πεζοδρόμιο
θα τον θυμίζουν το πολύ ως το φθινόπωρο
μέχρι να βάψουν τη βροχή και να χαθούνε.
Εκεί, μπροστά στης τράπεζας τις σκάλες
στερνή φορά στο πλήρωμα του Μάρτη
το σώμα κι η ψυχή αγκαλιαστήκανε
σε μια φιγούρα σκοτεινή, απεγνωσμένη.
Προτού προφτάσει τον ληστή, τον πρόφτασε η νύχτα.
Αποκοτιά, συμπέραναν οι συντηρητικοί.
Δεν είναι εποχή για υπερβάσεις.
Άστοχη κίνηση, γνωμάτευσαν οι άλλοι.
Οι τράπεζες μας πίνουνε το αίμα.
Συνωστισμός από ιδέες ερμαφρόδιτες
σε εύθραυστες βιτρίνες ασφαλείας.
Λογιστική της παρακμής. Λευκή σημαία.

Κηδεύτηκε χτες, μεταξύ συγγενών και φίλων.
Το αύριο κηδεύτηκε μαζί του.
Δημόσια Δαπάνη.

***

ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΗΤΤΑΣ

Απ’ όλο το αέναο θεατρικό παιχνίδι
“Τα έργα και οι μέρες του ανθρώπου” απολαμβάνω μόνο τα διαλείμματα.
Ειρήνης.

*Από τη συλλογή “Παράσταση ήττας”, εκδόσεις Μανδραγόρας 2012.

Alyson Miller
 reviews Zenobia Frost’s Salt and Bone

salt-and-bone

Salt and Bone
by Zenobia Frost

Walleah Press, 2014

In its own words, Zenobia Frost’s Salt and Bone slinks ‘between ibis-legged houses / and wakeful graveyard’, and belongs to ‘the hour of the curlew’, a liminal space that speaks of ghosts and transformation. As a collection, the poems are pervaded with a sense of haunting, plagued by abject bodies ‘aching for salt and bone’, the suffocating presence of water, and the archeology of death. It is noteworthy that Frost’s work both begins and ends with a warning of the power of unknown and strange things; a reminder, perhaps, of the gaps that exist between the ‘real’ and the imagined.

Indeed, Salt and Bone is a collection that relishes in the gothic and the macabre, often anchored in the physicality of the body or objects rendered as bodies. In ‘Auf Wiedersehen Spiegeltent’, for example, the deconstruction of the circus tent is figured as a kind of flaying – ‘the circus is gone/ big top / stripped to bone’ – while its performers bend and collapse like origami: ‘their drunken limbs forget / the ways they should not bend /[…] they fold back into boxes / like costumes like paper’. Frost’s manipulation of bodies is both unsettling and striking, at times even verging on a form of delightful masochism, as demonstrated so vividly in ‘Odontophilia’ (a fetish with teeth), in which the poem describes a fixation ‘on the ache as teeth / shimmy loose’. As the poem replays ‘this ritual of / fidgeting pressure’ that is at once so alien and so familiar, it conjures a vicarious pleasure that is simultaneously alluring and othering, a quality that marks a number of the poems throughout the collection:

‘this first infant pleasure
worries the bruise of your mouth

long to press just one peg free
to tongue the root red
gum erupts
in shards of molar
’
Continue reading →

Νίκος Καρούζος, Μαγιακόφσκι

1555483_258255661005997_390064305_n

Ὡραῖος ἀπ᾿ τὴ θύελλα τῆς βιομηχανίας

ἀεροπόρος τῶν ἡλιόλουστων ἡμερῶν
μεγάλο δάκρυ
ποὺ κατεβαίνει ὡς τὰ χείλη

γιὰ νὰ καίει τὶς ἀθάνατες Μαρίες

ὁ Βλαντιμίρ.

Ἴσως ἔπρεπε πρὶν ἀπ᾿ τὴν ἔνδοξη ταφὴ

νὰ φωτίζεται μὲ προβολεῖς ὁ νεκρός του.

Ἴσως ἀξίζει νὰ τὸν βλέπουμε σὰν καταρράκτη

ἀνάμεσα στὴν ὁρμὴ τ᾿ οὐρανοῦ καὶ στὰ δάση.

Ἴσως ἔπρεπε νὰ διευθύνει κοσμοδρόμια.

Πάντως

μ᾿ ἀρέσει ποὺ ἐπίασε τὴν παλιὰ Ρωσία ἀπ᾿ τὰ μαλλιὰ

καὶ τὴν ἔστειλε στὸ διάβολο

θρυμματίζοντας μία κιθάρα στὸ κεφάλι της.

Μ᾿ ἀρέσει ποὺ δὲν θὰ πεθάνει ποτὲ

γιατί δὲν ξεχώρισε τὴ συμφορὰ καὶ τὴν ποίηση.

Μ᾿ ἀρέσει γιατὶ στάθηκε στὸ ὕψος του

ὁ Βλαντιμίρ.

Αὐτὸς εἶναι ποὺ ἔδινε στὸν Κουτούζωφ

τὴ μυστηριώδη δύναμη.

Αὐτὸς εἶναι ποὺ σκύλιαζε πραγματικὰ

γιὰ τὸ μέλλον. Αὐτὸς

ἔλαμπε στὴν κατάλευκη ὁρμὴ τοῦ Οὐλιάνωφ.

Ἀπ᾿ τὴν ἄγνωστη χαραυγή μας, ἀπ᾿ τὰ σπήλαια,

ἔτσι δείχνουν τὰ πράγματα.

Ἡ ζωὴ θὰ πρέπει νὰ προσχωρήσει μαζί του

ὁλάκερη καθὼς τὴ χάρισε στὴν καρδιὰ τῶν δικαίων.

Ἡ ζωὴ θὰ χρειαστεῖ καὶ πάλι τοὺς χαρταετούς.

Ἀπ᾿ τὸ βαρύ του φέρετρο πετάγονταν

πυροτεχνήματα ψηλὰ στὴ νύχτα

κι ἀπ᾿ τὴ βαθειὰ εἰρήνη τῆς σιωπῆς του

ἔβγαινε ὁ καπνὸς τῆς μέσα μάχης. Ἂς εἶναι λοιπόν…

Ἂς εἶναι κι ὁ Βλαντιμὶρ ἕνα σύμβολο

ἀνοιχτὸ στὴν εὐτυχία.

Δὲν ξέρω, βέβαια, τί εἶναι εὐτυχία.

Γνωρίζω ὅμως τὸν ἀγώνα γιὰ δαύτη.

Δὲν ξέρω τί κρύβει ὁ ἔρωτας.

Γνωρίζω μονάχα

πὼς εἶναι οἱ ἑξήντα τέσσερες ἄνεμοι.

Γνωρίζω πὼς εἶναι ὅλες οἱ ἀνατολὲς τοῦ ἥλιου –

τέτοια τύχη

τέτοια τύχη!


*Δημοσιεύτηκε στὴν «Ἐπιθεώρηση Τέχνης»,
 τεύχος 146, Φλεβάρης 1967, σελ. 133.

Jack Kerouac, Ποιήματα

img-jk-radio

Σατόρι 1.

Το μυστικό σχήμα του ήλιου
Είναι ένα παντζούρι-πετώντας δεξιά
στη Δύση ενδεχομένως
όπως το Ρωμαϊκό Αυτί
του Έζρα Πάουντ
στον σουρεαλιστικό πίνακα
σαν Ηνίοχος

***

Ποίημα

Ξεκινάς ρουφώντας γάλα
και τελειώνεις
ρουφώντας καπνό
Και ξέρεις
καπνός και γάλα
τι δηλώνουν

***

Μικρό ποίημα

Όταν το δέντρο βγάλει φρούτα
την άνοιξη
δύσκολο
να πεις
τι δημιουργήθηκε
ποιος καρπώνεται

***

Στον Έντουαρντ Ντάλμπεργκ

Μη χρησιμοποιείς τηλέφωνο.
Οι άνθρωποι δεν είναι ποτέ έτοιμοι να αναπαντήσουν.
Χρησιμοποίησε ποίηση.


*Από το βιβλίο Τζακ Κέρουακ, “Ποιήματα”, σε εισαγωγή-επιλογή-μετάφραση Γιάννη Λειβαδά, εκδ. Ηριδανός.

Peter Kenneally 
reviews Andy Jackson’s The thin bridge

thin-bridge

The thin bridge
by Andy Jackson

Whitmore Press, 2014

‘Poetry from a body shaped like a question mark’ That is the tag line for Andy Jackson’s blog, and it perfectly sums up the to and fro in his work. Jackson, who has Marfan’s Syndrome, has said that he came to write poetry partly ‘ to control the way people see me. I’d lived with the staring and comments that having an unusual body brings, and I wanted to be in charge.’

In a recent blog post he deals with this issue; the paradox of having ‘an unusual shape, but no pain’, and the confusion this causes for the ‘concerned stranger’. This new collection, which won the 2013 Whitmore Press Manuscript Prize, condenses these concerns with the confidence it takes to let them be understated, if ever present. The relation of bodies to themselves, and to the world, is rehearsed over and over again, tentatively, ironically, quizzically.
Continue reading →

Σπύρος Μαρούλης, Νέο Έτος προχώρα!

149500_10200603292148074_1431586324_n

Νέο Έτος, μην έρθεις σπίτι μας.
Δεν είμαστε εδώ!
Λείπουμε.
Είμαστε περιπλανώμενοι οδοιπόροι
αλήτες
χωρίς μνήμη χωρίς όνειρα χωρίς επιθυμίες χωρίς ελπίδα
σ’ έναν κόσμο που αρνείται τον άνθρωπο
Οι ορίζοντες των ματιών μας έχουν γίνει σταχτιοί
και η θάλασσα μας γκρίζα
και η ποίησή μας άσφυγμη.
Νέο Έτος προχώρα!
Υπάρχει διαδρομή για να οδηγήσει τα βήματά σου!
Μη στέκεσαι σαν νεκρός που απορρίφθηκε απ’ το τάφο.
Θέλουν να γράψουν ιστορία τα χρόνια, μη τους το στερείς.
Μη στέκεσαι σαν απ’ τη θλίψη μιας ανέφικτης αγάπης,
σαν απ’ το φόβο ενός μεγάλου ταξιδιού…
Άφησέ μας πίσω σου
μήπως μπορέσουμε κάποια στιγμή
να πεθάνουμε σαν Γενναίοι.

Graeme Miles
 reviews Marie Slaight and Terrence Tasker’s The Antigone Poems

antigone

The Antigone Poems
by Marie Slaight and Terrence Tasker

Altaire, 2014

The Antigone Poems is a collaborative work, made up of poetry by Marie Slaight and drawings by Terrence Tasker. Created in the 1970s when the writer and artist were living in Montreal and Toronto, and published in 2014, it is an attractively produced book. The drawings, most depicting faces like tragic masks, divide the five chapters. These images are archaic and chthonic in mood, free from any twee classicising, and match well the equally chthonic mood of the poetry. Most of the poems are brief, suggesting fragments of some larger lost work. Such world as they sketch is made out of primary things: sun, blood, bones.

The book presents itself, in the words of the blurb, as ‘an intensely personal invocation of the ancient Greek tragedy’. The less definite ‘invocation’ rather than ‘retelling’ is a wise choice, though the latter term does appear in the promotional material. These poems are rather a lyric engagement with the story, which really requires its readers to know the narrative ahead of time. This is itself an ancient practice, found for instance in some tragic lyric. The blurb’s reference to ‘the ancient Greek tragedy’ suggests Sophocles’ Antigone, though other plays also featured Oedipus’s daughter (among extant tragedies: Sophocles’s Oedipus at Colonus, Euripides’s Phoenissae). There is a decided theatricality to this book: not only the choice of a character primarily associated with drama and the style of the art-works, but the monologue style of the poems suggest a character performing herself.

Continue reading →

Κική Δημουλά, Η χωρίστρα των φύλων

lixnos+kaiomenos

Κατέβαινα αργά μέ ταλαντεύσεις ελαφρότητας
ένα ουδέτερο αμέριμνο
σαν ομπρελάκι χάρτινο σκισμένης ηλιαχτίδας
σα διεύθυνση γραμμένη σε ατζέντα κονιορτοΰ.
Κατέλυα τις νύχτες σέ διαττόντων αχυρώνες
ή σε φτηνιάρικα, αν έβρισκα, μοτέλ του αχανούς.

Φωνή δεν είχα.
Όλη τη συνεννόηση με τους ξενοδόχους
και τους ερημίτες του διαστήματος
την έκανε απταίστως η σιωπή μου.

Ένα πρωί ξυπνώντας, έλειπε από τη θήκη της.
Τήν έχασα.

Άμα χάνεις κάτι
γίνεσαι μέλος κάποιας υποταγής.

Μίλα, διέταξε ή φύση. Μόνον πρόσεξε.
Ό,τι πεις θα χρησιμοποιηθεί εις βάρος σου.

Κι ακούστηκα νά λέω:
σου πάει στο πλάι η χωρίστρα.

Πάρε εσύ το μέρος με τα λιγότερα μαλλιά
ήρθε μιά αγριάνθρωπη απόκριση.

Άμα χάνεις κάτι
γίνεσαι μέλος τακτικό υποταγής.

Έσκυψα να πάρω τα λιγότερα.
Κι όπως δεν έβλεπε καλά την άνιση διανομή
σκόνταψε, έχασε την ισορροπία της
η ουδετερότητά μου κι έπεσα
εντός γυναίκας νεοσκαμμένης.

Έμεινα έκεΐ. Για νά χωρέσω διπλώθηκα
περίπου ήμικύκλιο
σαν τις παλιές μωρουδίστικες κούνιες.
Οΰτε που διανοήθηκα να βγω
έτσι πού φρουρούσαν τό στόμιο πολυάριθμα
κύτταρα ζουλού καί ηχουσαν γεννητικά ταμ ταμ.

Άκους έκεΐ νά τά φωνάζουν μπαμπά τά παιδιά μου.

*Από τη συλλογή “Ενός λεπτού μαζί”, εκδόσεις Ίκαρος 2010.